Οι γυναίκες με προβλήματα υπογονιμότητας αντιμετωπίζουν ελαφρώς αυξημένο κίνδυνο καρκίνου



Με ελαφρώς αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου σχετίζεται η υπογονιμότητα μιας γυναίκας, σε σχέση με τις γυναίκες χωρίς προβλήματα γονιμότητας.

Αυτό προκύπτει από τα αποτελέσματα μιας νέας αμερικανικής επιστημονικής μελέτης, η οποία, όμως, διευκρινίζει ότι ο κίνδυνος καρκίνου είναι πολύ χαμηλός, μόνο 2%.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής την ειδική στην αναπαραγωγική ενδοκρινολογία και υπογονιμότητα δρ Γκαγιάθρι Μουρουγκαπάν της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Στάνφορντ της Καλιφόρνια, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Human Reproduction» της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Ανθρώπινης Αναπαραγωγής και Εμβρυολογίας, ανέλυσαν και συνέκριναν στοιχεία για 64.345 γυναίκες, που είχαν διαγνωσθεί ως υπογόνιμες, από τις οποίες οι 1.310 εμφάνισαν καρκίνο (κυρίως του μαστού), καθώς επίσης στοιχεία για 3,13 εκατομμύρια γυναίκες χωρίς πρόβλημα γονιμότητας, από τις οποίες οι 53.116 εκδήλωσαν καρκίνο.

Διαπιστώθηκε ότι οι γυναίκες με πρόβλημα υπογονιμότητας είχαν κατά μέσο όρο 18% μεγαλύτερο κίνδυνο καρκίνου, σε σχέση με την ομάδα ελέγχου, ενώ ο απόλυτος κίνδυνος ήταν 2% και 1,7% αντίστοιχα στις δύο ομάδες γυναικών.

«Δεν ξέρουμε τις αιτίες γι’ αυτήν την αύξηση της πιθανότητας καρκίνου, κατά πόσο φταίει η ίδια η στειρότητα, οι αιτίες της στειρότητας ή η θεραπεία για τη στειρότητα. Μπορούμε να δείξουμε ότι υπάρχει μια σχέση ανάμεσά τους. Στο μέλλον ελπίζουμε ότι θα μπορέσουμε να καταλάβουμε γιατί οι υπογόνιμες γυναίκες κινδυνεύουν περισσότερο από καρκίνο», δήλωσε η Μουρουγκαπάν.

Η μελέτη δείχνει ότι η γέννα παρέχει κάποια προστασία στις γυναίκες. Μεταξύ των υπογόνιμων γυναικών, μία στις τρεις (ποσοστό 34%) είχε γεννήσει τουλάχιστον ένα παιδί στο παρελθόν και σε αυτές ο κίνδυνος καρκίνου ήταν μικρότερος.

Ο αυξημένος κίνδυνος για τις υπογόνιμες γυναίκες αφορά κυρίως τους καρκίνους μαστού, μήτρας και ωοθηκών και σε μικρότερο βαθμό άλλους, που δεν συνδέονται με την ορμονική λειτουργία, όπως πνευμόνων, θυρεοειδούς, ήπατος και λευχαιμία.


Πηγές: ΑΠΕ – ΜΠΕ, in.gr
_