Χρυσή Αυγή: μια εγκληματική οργάνωση στο φως

Η Χρυσή Αυγή λειτουργεί με βάση την «αρχή του ενός», δηλαδή κάθε κίνηση πρέπει να τίθεται σε γνώση και να λαμβάνει την έγκριση των ιεραρχικά ανωτέρων, από τον Πυρηνάρχη και τον
Περιφερειάρχη μέχρι τον Αρχηγό, που δίνει την τελική εντολή. Αυτό σημαίνει ότι ο σχεδιασμός και η υλοποίηση κάθε εγκλήματος διέρχεται όλη την ιεραρχική ραχοκοκαλιά της Χ.Α. και έχει τις ευλογίες της ηγεσίας.
Η δίκη της Χρυσής Αυγής είναι αναμφίβολα η πιο σημαντική υπόθεση που έχει απασχολήσει την ελληνική Δικαιοσύνη από τη Μεταπολίτευση και έπειτα. Εξήντα εννέα (69) κατηγορούμενοι, στη συντριπτική πλειονότητά τους βουλευτές ή στελέχη της οργάνωσης, κάθονται στο εδώλιο, αντιμετωπίζοντας κατηγορίες για σοβαρά κακουργήματα, όπως η δολοφονία του Παύλου Φύσσα, η ενέδρα σε μέλη του ΠΑΜΕ στο Πέραμα και η επίθεση στο σπίτι των Αιγύπτιων αλιεργατών στην ίδια περιοχή.
Κυρίως, όμως, είναι υπόλογοι για σύσταση, συμμετοχή και διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης. Το τελευταίο αυτό σκέλος έχει τεράστια σημασία, καθώς μία ενδεχόμενη θεσμική παραδοχή, ότι η Χρυσή Αυγή είναι εγκληματική οργάνωση, θα επισύρει βαριές ποινικές ευθύνες για την ηγεσία της, θα επηρεάσει τη δυνατότητα συμμετοχής σε μελλοντικές εκλογικές αναμετρήσεις και θα έχει σειρά αρνητικών συνεπειών για την παρουσία της στον δημόσιο λόγο και χώρο.
Είναι, όμως, τελικά η Χρυσή Αυγή κόμμα ή εγκληματική οργάνωση; Μήπως διαθέτει ταυτόχρονα και τις δύο υποστάσεις; Κατ’ αρχάς, πρέπει να είναι ξεκάθαρο ότι η Χρυσή Αυγή έχει επιλέξει να παριστάνει το πολιτικό κόμμα και να χρησιμοποιεί μόνο εργαλειακά τη συγκεκριμένη νομική μορφή, προκειμένου να αντλεί τα οφέλη που προκύπτουν (κρατική χρηματοδότηση, βουλευτική ασυλία των εκπροσώπων της, δημόσια προβολή κ.λπ.) για τη διευκόλυνση της εγκληματικής δράσης της.
Από την άλλη, δηλώνει ανοιχτά απέχθεια για το δημοκρατικό πολίτευμα, ενώ συχνά επιδοκιμάζει πρακτικές βίας εναντίον οποιουδήποτε διαφωνεί με τις θέσεις της, ιδίως δε εναντίον ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, που απέχουν από το πρότυπο του «λευκού Ελληνα χριστιανού ορθόδοξου».
Η Χρυσή Αυγή είναι, πέραν αμφισβήτησης, μια νεοναζιστική εγκληματική οργάνωση. Σε αυτό συντείνουν όσα έχουν ανακύψει κατά την ακροαματική διαδικασία, αλλά και αμέτρητα στοιχεία που έχουν κυκλοφορήσει στο διαδίκτυο και περιγράφουν μία οργάνωση με δομή, αυστηρή ιεραρχία, συγκεκριμένους ρόλους, εξοπλισμό και, βέβαια, με πυρήνα ύπαρξης την τέλεση εγκλημάτων σε βάρος οποιουδήποτε εκπροσωπεί το «διαφορετικό».
Ο σκοπός τέλεσης εγκλημάτων προκύπτει ευκρινώς, τόσο μέσα από τις δημόσιες τοποθετήσεις όσο και μέσα από τη δράση της Χρυσής Αυγής. Δεν είναι λίγες οι φορές που βουλευτές και στελέχη της έχουν προτρέψει ευθέως τον κόσμο να προχωρήσει σε πράξεις βίας κατά μεταναστών και προσφύγων, Ρομά, LGBTQI+ ατόμων, αγωνιστών της Αριστεράς και αντιφασιστών ή έχουν επικροτήσει επιθέσεις εναντίον τους.
Πολύ περισσότερο, τις εγκληματικές επιδιώξεις των νεοναζιστών αποδεικνύει περίτρανα η συγκρότηση ταγμάτων εφόδου, τα οποία εξαπολύονται στον δρόμο με σαφείς οδηγίες για δολοφονικές ενέδρες σε ανθρώπους άλλης εθνικότητας ή θρησκείας, για πογκρόμ σε λαϊκές αγορές και καταστήματα μεταναστών, για επιθέσεις σε ελεύθερους κοινωνικούς χώρους. Τέτοιες ενέργειες δεν γίνονται προφανώς αυτόνομα, ούτε με πρωτοβουλία επιμέρους τοπικών ομάδων της νεοναζιστικής συμμορίας.
Η Χρυσή Αυγή λειτουργεί με βάση την «αρχή του ενός», δηλαδή κάθε κίνηση πρέπει να τίθεται σε γνώση και να λαμβάνει την έγκριση των ιεραρχικά ανωτέρων, από τον Πυρηνάρχη και τον Περιφερειάρχη μέχρι τον Αρχηγό, που δίνει την τελική εντολή.
Αυτό σημαίνει ότι ο σχεδιασμός και η υλοποίηση κάθε εγκλήματος –είτε πρόκειται για τις εν ψυχρώ δολοφονίες του Παύλου Φύσσα και του Σαχζάτ Λουκμάν είτε για τον βανδαλισμό ενός αντιφασιστικού μνημείου– διέρχεται όλη την ιεραρχική ραχοκοκαλιά της Χρυσής Αυγής και έχει τις ευλογίες της ηγεσίας.
Εδώ συμβάλλει η κατανομή ρόλων στα στελέχη και τα πιο έμπιστα μέλη. Αλλος είναι αρμόδιος για τη στρατολόγηση νέων μελών, άλλος για την εκπαίδευσή τους, άλλος για τη φύλαξη του εξοπλισμού (που περιλαμβάνει περίστροφα, μαχαίρια, ρόπαλα, κράνη και κάθε είδους εργαλεία επίθεσης, πολλά εκ των οποίων έχουν βρεθεί σε γραφεία της Χρυσής Αυγής ή σε σπίτια χρυσαυγιτών), άλλος για την εμφάνιση στα media, άλλος για τη μεσολάβηση μεταξύ «ανωτέρων» και «κατωτέρων» της ιεραρχικής κλίμακας, άλλος για τη διάπραξη των πιο ελαφρών αδικημάτων και άλλος για τα σοβαρά κακουργήματα.
Αυτός ο διαχωρισμός έχει σαφή στόχο: να δημιουργηθεί μια κουλτούρα στρατιωτικής πειθαρχίας και ολοκληρωτικής υπακοής στις διαταγές των καθοδηγητών, που καταλήγει φυσικά στην τυφλή εκτέλεση του θελήματος του Αρχηγού, ακόμη και όταν αυτό υπαγορεύει την αφαίρεση ζωής.
Τα παραπάνω οδηγούν σε ένα κρίσιμο συμπέρασμα: όσο η δίκη δεν απασχολεί έντονα τον δημόσιο διάλογο, όσο οι εξελίξεις και τα ενοχοποιητικά στοιχεία εγκλωβίζονται εντός των τειχών της δικαστικής αίθουσας, όσο μένουμε απαθείς μπροστά στην ενδυνάμωση της Ακροδεξιάς τόσο οι φασίστες θα διευρύνουν τον χώρο και την επιρροή τους στην κοινωνική καθημερινότητα.
Οφείλουμε να μη μένουμε στο σκοτάδι και να συνειδητοποιήσουμε, πριν να είναι αργά, την ανάγκη ενός ευρύτατου αντιφασιστικού μετώπου, το οποίο θα ορθώνει εμπόδια στον ρατσισμό και τον φασισμό, αντιπαρατάσσοντας εμπράκτως τις έννοιες της δημοκρατίας, της ισότητας και της αλληλεγγύης σε κάθε κοινωνικό πεδίο, σχολείο, πανεπιστήμιο, εργασιακό χώρο, γειτονιά.
Μόνο τότε θα είμαστε σε θέση να απομονώσουμε αποτελεσματικά τις φωνές του μίσους, να κλείσουμε τους εγκληματίες της Χρυσής Αυγής στη φυλακή και να στείλουμε το τέρας του φασισμού εκεί που ανήκει, στη χωματερή της Ιστορίας.

Κωνσταντίνος Τσουκαλής
μέλος της πρωτοβουλίας «Μη μένεις στο σκοτάδι»

_