Με ιταλική συνταγή στο κυνήγι αρχαιοκαπήλων

Οι μέθοδοι που συνήθως ακολουθούν μπορεί να μη διαφέρουν από μια τυπική αστυνομική έρευνα: καταγραφή τηλεφωνικών συνομιλιών, αξιοποίηση εκτεταμένου δικτύου
πληροφοριοδοτών, παρακολούθηση υπόπτων. Οι δύο αξιωματικοί των Ιταλών καραμπινιέρων, όμως, που βρέθηκαν τις προηγούμενες ημέρες στην Ελλάδα για να μεταφέρουν την τεχνογνωσία τους, εστίασαν αλλού. Ενα από τα πιο σημαντικά τους όπλα στο κυνήγι των κυκλωμάτων αρχαιοκαπηλίας είναι η βάση δεδομένων «Λεονάρντο». Πρόκειται για τον μεγαλύτερο κατάλογο κλεμμένων έργων τέχνης στον κόσμο με περισσότερες από δύο εκατομμύρια καταχωρίσεις. Η χρησιμότητά του είναι μεγάλη. Για να αναζητήσει, να διασταυρώσει και να διεκδικήσει ένα κράτος τον επαναπατρισμό κάποιου έργου τέχνης θα πρέπει πρώτα να γνωρίζει και τι του λείπει.
Η άφιξη των δύο καραμπινιέρων στην Αθήνα, την τελευταία εβδομάδα του Φεβρουαρίου, έφερε για πρώτη φορά υπό την ίδια στέγη τόσο πολλούς εκπροσώπους ελληνικών αρχών που αντιμετωπίζουν υποθέσεις αρχαιοκαπηλίας. Επί τέσσερις ημέρες στο κτίριο της Ιταλικής Αρχαιολογικής Σχολής, αστυνομικοί, τελωνειακοί, λιμενικοί και στελέχη της Διεύθυνσης Τεκμηρίωσης του υπουργείου Πολιτισμού παρακολούθησαν ένα εντατικό σεμινάριο. Οι εκπαιδευόμενοι έφτασαν τους 32. Σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», ανάμεσά τους υπήρχαν αστυνομικοί της Δίωξης Αρχαιοκαπηλίας από την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, αλλά και από υπηρεσίες ασφαλείας ευαίσθητων περιοχών, της Πελοποννήσου και της Ηπείρου, όπου στο παρελθόν έχουν δράσει συστηματικά αρχαιοκάπηλοι.
Ηταν η πρώτη φορά που εκπρόσωποι των καραμπινιέρων πραγματοποιούν εκπαίδευση στην Ελλάδα. Οι βάσεις γι’ αυτή τη συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών είχαν μπει τον περασμένο Ιούλιο. Λίγες εβδομάδες μετά τη μεγάλη ιταλική αστυνομική επιχείρηση με το κωδικό όνομα «Δήμητρα», που οδήγησε στη σύλληψη 23 ατόμων και την κατάσχεση 25.000 παράνομων αρχαιοτήτων στην Ιταλία, στη Γερμανία, στη Βρετανία και στην Ισπανία, βρέθηκε στην Αθήνα κλιμάκιο των καραμπινιέρων. Στο πλαίσιο της σειράς πολιτιστικών εκδηλώσεων «Tempo Forte» που διοργάνωσε η ιταλική πρεσβεία είχαν συναντήσεις με ομολόγους στο τμήμα Προστασίας Πολιτιστικής Κληρονομιάς και στελέχη του αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας. Ενας εκ των καραμπινιέρων που είχε ταξιδέψει τότε στην Αθήνα ήταν ο αντισυνταγματάρχης Ρομπέρτο Κολαζάντι.
Θερμικές κάμερες και drones
Το ειδικό σώμα για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς ιδρύθηκε στην Ιταλία το 1969 και θεωρείται πρωτοπόρο παγκοσμίως. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 είχε 66 άτομα προσωπικό. Σήμερα απασχολεί 300. Διαθέτει ελικόπτερο, drones, θερμικές κάμερες, εξοπλισμό που χρησιμοποιείται αποκλειστικά για τις έρευνές του. Τα στελέχη του δεν αναλώνονται σε άλλες εργασίες πέραν της δίωξης αρχαιοκαπήλων. Μάλιστα, υπάρχει υποομάδα καραμπινιέρων που ως αποκλειστική αποστολή έχουν τη διαρκή παρακολούθηση των καταλόγων διεθνών οίκων δημοπρασιών για να εντοπίσουν πιθανά αντικείμενα λαθρανασκαφής που τίθενται προς πώληση.
Η βάση δεδομένων «Λεονάρντο» δημιουργήθηκε από τους καραμπινιέρους το 1980 και έκτοτε εμπλουτίζεται διαρκώς με νέο υλικό. Μάλιστα, με τη συνδρομή των Ιταλών και τη δική τους τεχνογνωσία ξεκίνησε το 2011 το στήσιμο αντίστοιχης βάσης της Ιντερπόλ στο πλαίσιο του κοινοτικού προγράμματος «Ψυχή» («Psyche»). Πέρα από το ζήτημα της ταυτοποίησης κλεμμένων έργων τέχνης, οι δύο καραμπινιέροι που βρέθηκαν πρόσφατα στην Αθήνα έθιξαν, σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», και τα θέματα της πρόληψης και της διασυνοριακής συνεργασίας.
Η σύμπραξη, πάντως, ελληνικών και ιταλικών αρχών δεν εξαντλείται σε θεωρητικά ζητήματα. Διεθνούς φήμης Ιταλοί αρχαιοκάπηλοι είχαν δράσει και στη χώρα μας. Τον περασμένο Ιούνιο το Εφετείο Αθηνών καταδίκασε σε δεύτερο βαθμό τον Ιταλό έμπορο έργων τέχνης Τζιανφράνκο Μπεκίνα σε φυλάκιση 11 ετών για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος για την κλοπή τεσσάρων σπάνιων τοιχογραφιών από τη μονή Παλαιοπαναγιάς Στενής Ευβοίας. Λίγους μήνες νωρίτερα είχε καταδικαστεί σε δεύτερο βαθμό σε επτά έτη φυλάκισης για υπεξαίρεση αρχαίων αντικειμένων εκτιμώμενης αξίας τριών εκατομμυρίων ευρώ. Αυτές οι δύο δικαστικές αποφάσεις κίνησαν το ενδιαφέρον του ιταλικού υπουργείου Πολιτισμού που φέρεται να ζήτησε σχετική ενημέρωση.
Ενας από τους συνεργάτες του Μπεκίνα και πρόσωπο που απασχολούσε επί δεκαετίες την ελληνική αστυνομία ήταν ο Ιταλός Αντόνιο «Νίνο» Σαβόκα. Το όνομά του ενεπλάκη –ακόμη και μετά θάνατον (πέθανε το 1998)– στην υπόθεση παράνομης εξαγωγής μαρμάρινης επιτύμβιας στήλης του 340 π.Χ. από την Ελλάδα. Η στήλη επαναπατρίστηκε τον περασμένο Σεπτέμβριο. Οπως είχε αποκαλύψει η «Κ», ο ερευνητής παράνομων αρχαιοτήτων και διεθνών κυκλωμάτων αρχαιοκαπηλίας, Χρήστος Τσιρογιάννης, είχε καταφέρει να ταυτίσει τη στήλη με παρόμοια αρχαιότητα που εμφανιζόταν σε κατασχεθέν υλικό του Μπεκίνα. Εκεί φαινόταν ότι το αντικείμενο είχε περάσει στο παρελθόν και από τα χέρια του Σαβόκα.
Η πιο εμβληματική υπόθεση συνεργασίας Ελλήνων και Ιταλών αστυνομικών για ζητήματα αρχαιοκαπηλίας έχει στο επίκεντρό της τον Σαβόκα. Το 1994, η έφοδος στην τριώροφη βίλα του σε προάστιο του Μονάχου –παρουσία και Ελλήνων αστυνομικών– αποκάλυψε έναν θησαυρό.
Η έφοδος
Οι καραμπινιέροι έδωσαν στην υπόθεση του 1994 την κωδική ονομασία «Geryon». Στόχος τους ήταν να εντοπίσουν οκτώ αγγεία που είχαν κλαπεί από μεσαιωνικό κάστρο στο Μέλφι της Ιταλίας. Στα πρώτα στάδια της έρευνάς τους παρακολούθησαν τηλεφωνικές συνομιλίες πιθανών υπόπτων. Οι αποκαλούμενοι ως tombaroli (τυμβωρύχοι) στην Ιταλία είναι συνήθως εγκληματίες μικρού βεληνεκούς, αγρότες ή ντόπιοι που σπανίως μιλάνε στα τηλέφωνα για τα πολύτιμα ευρήματά τους. Αυτοί που συνήθως πραγματοποιούν πολλές κλήσεις στο εξωτερικό και διαπραγματεύονται με εμπόρους είναι οι μεσάζοντες στην αλυσίδα της διακίνησης, οι κλεπταποδόχοι των αρχαιοτήτων. Σε αυτούς εστίασαν οι καραμπινιέροι και περιόρισαν τον κύκλο των υπόπτων.
Η έρευνά τους, όμως, απέδωσε καρπούς όταν οι γερμανικές αρχές ζήτησαν τη συνδρομή τους. Είχαν στην κατοχή τους αίτημα Ελλήνων αστυνομικών για έρευνα στο σπίτι του Σαβόκα στο Μόναχο, ο οποίος είχε πλούσια αρχαιοκαπηλική δράση στην Ελλάδα. Ιταλοί, Γερμανοί και Ελληνες συνεργάστηκαν και στις 14 Οκτωβρίου 1994 εμφανίστηκαν στη βίλα του εμπόρου έργων τέχνης. Την ερεύνησαν σπιθαμή προς σπιθαμή. Στο υπόγειο, το οποίο ήταν χωρισμένο σε τρία μέρη, εντόπισαν κούτες με θραύσματα αρχαιοτήτων και ένα εργαστήριο συντήρησης. Το πιο εντυπωσιακό εύρημα, όμως, τους περίμενε στον τρίτο χώρο. Εκεί αντίκρισαν μια μεγάλη πισίνα με αρχαίους αμφορείς από την Ιταλία, τη Βουλγαρία και την Ελλάδα. Αυτή ήταν μία από τις βασικές μεθόδους καθαρισμού του Σαβόκα. Προτού αλλάξουν χέρια οι αρχαιότητες βυθίζονταν στο νερό, για μέρες.


_