Όλγα Γεροβασίλη: Επαγρύπνηση για την αντιμετώπιση του ακροδεξιού και θρησκευτικού εξτρεμισμού

Η Υπουργός Προστασίας του Πολίτη Όλγα Γεροβασίλη συνυπέγραψε τη «Διακήρυξη των Αθηνών» κατά τη διάρκεια συνεδρίου με θέμα «πρόληψη της Ριζοσπαστικοποίησης – τοπικές
Στρατηγικές & Πρωτοβουλίες».
Το συνέδριο διοργάνωσε το Κέντρο Μελετών Ασφάλειας και πραγματοποιήθηκε στη Γενική Γραμματεία Ενημέρωσης & Επικοινωνίας, με τη συμμετοχή του Πανεπιστημίου της Τουλούζης, ως συντονιστή του προγράμματος Practicies, το Ευρωπαϊκό Δίκτυο για την Ασφάλεια στις πόλεις, την Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδος και εκπροσώπους της Περιφέρειας Αττικής.
Ακολουθεί η ομιλία της Υπουργού Προστασίας του Πολίτη Όλγας Γεροβασίλη στο συνέδριο:
Θέλω να εκφράσω την χαρά μου που βρίσκομαι σήμερα εδώ  και να ανοίξω τη συζήτηση – τη πρώτη που διοργανώνεται στην Ελλάδα –  με θέμα την « Πρόληψη της Ριζοσπαστικοποίησης σε τοπικό επίπεδο».
Η πρωτοβουλία για την διοργάνωση αυτής της συνάντησης εργασίας εκ μέρους του Κέντρου Μελετών Ασφάλειας, – επίσημης δεξαμενής σκέψης του υπουργείου που έχω την τιμή να προΐσταμαι – της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδος, του Ευρωπαϊκού Δικτύου για την Ασφάλεια στις πόλεις και του Πανεπιστημίου της Τουλούζης, έχει στόχο να  προσεγγίσει ένα από τα πιο σοβαρά κοινωνικά και πολιτικά θέματα της εποχή μας.
Για να προφυλάξουμε τη συζήτησή μας από παρανοήσεις, θα ήθελα να αποσαφηνίσουμε δυο λέξεις κλειδιά, «να ορίσουμε τις έννοιες των λέξεων» όπως επέμενε ο Πλάτων.
Τον Ριζοσπαστισμό και την Ριζοσπαστικοποίηση. Δυο λέξεις συγγενικές αλλά διαφορετικού προσανατολισμού.  Είναι όπως ο διωκόμενος και ο διώκτης που τρέχουν προς την ίδια κατεύθυνση αλλά για διαφορετικό λόγο ο καθένας.
Ο ριζοσπαστισμός  ήταν και είναι στην ιστορία των κοινωνικών συγκρούσεων συνυφασμένος με την διεύρυνση των δικαιωμάτων του πολίτη, τις ριζικές κοινωνικές αλλαγές υπέρ του λαού  και την κοινωνική δικαιοσύνη.
 Συνδέεται  με την πρόθεση ενίσχυσης και εμβάθυνσης της δημοκρατίας. Φέρνει βαθιά τα σημάδια και τα μηνύματα της Γαλλικής Επανάστασης και το όραμα μιας ανοιχτής δημοκρατικής κοινωνίας.
Η ριζοσπαστικοποίηση ως όρος και φαινόμενο που οδηγεί στον βίαιο εξτρεμισμό εμφανίζεται στις σύγχρονες δημοκρατίες στη δεκαετία του ’70.  Πρόκειται για μια έντονη κοινωνική και ψυχολογική  διαδικασία  αυξημένης  προσήλωσης  σε  πολιτικές ή θρησκευτικές εξτρεμιστικές ιδεολογίες.
Χαρακτηρίζεται από την σταδιακή υιοθέτηση ακραίων πολιτικών η θρησκευτικών πεποιθήσεων, με στόχο την ανατροπή του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος  και υιοθετεί  την πραγματική χρήση βίας, κλιμακούμενης σε μέσα και ένταση.
Τα κοινωνικά αίτια που σχετίζονται με την άνοδο του φαινομένου πρέπει να τα αναζητήσουμε προσεχτικά και όχι με βιαστικές προσεγγίσεις: η φτώχεια,  η  αποστέρηση, οι κοινωνικές, φυλετικές, εθνοτικές και θρησκευτικές διακρίσεις, η έλλειψη κοινωνικής  ένταξης,  η “γκετοποίηση” και τόσα όσα μπορεί ακόμη να προσθέσει κανείς.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να υποτιμάμε τα ψυχολογικά αίτια της βίαιης ριζοσπαστικοποίησης.  Η άσκηση βίας, η λεκτική και σωματική κακοποίηση, η προσβολή της αξιοπρέπειας, η ατομική και κοινωνική ταπείνωση, η απόρριψη από  το σώμα της κοινωνίας, μπορούν να οδηγήσουν αρχικά  στην ατομική περιχαράκωση και απομόνωση και στη συνέχεια στην αναζήτηση ταυτότητας και καταλύματος σε εξτρεμιστικές ομάδες.
Οι οργανωμένες δημοκρατίες της Δύσης και της Ευρώπης κατάφεραν να αντιμετωπίσουν την ενδογενή εξτρεμιστική βία που παρουσιάστηκε τις προηγούμενες δεκαετίες. Εξτρεμιστική βία που είχε – κατ’ επίφαση τουλάχιστον  – πολιτικά χαρακτηριστικά.
Σήμερα ζούμε ένα κόσμο με πολλαπλές εστίες εμπόλεμων ζωνών και κύριο χαρακτηριστικό τη ρευστότητα λόγω των μεγάλων προσφυγικών – μεταναστευτικών μετακινήσεων προς την Ευρώπη.
Η ρευστότητα αυτή αφήνει πρόσφορο  πεδίο στους επαγγελματίες του ισλαμιστικού εξτρεμισμού να εκμεταλλευτούν την κατάσταση και να επιχειρήσουν την στρατολόγηση νέων μελών. Χρειάζεται συνεπώς ιδιαίτερη επαγρύπνηση προς κάθε κατεύθυνση.
Εξίσου όμως χρειάζεται  επαγρύπνηση για την πρόληψη και αντιμετώπιση του ακροδεξιού εξτρεμισμού, που συστηματοποιώντας   φοβικά επιχειρήματα από την κοινωνική, πολιτισμική και θρησκευτική διαφορετικότητα, προβαίνει, ατομικά ή συλλογικά,  σε ακραίες τρομοκρατικές πράξεις. Το παράδειγμα στη Νεα Ζηλανδία είναι νωπό ακόμη.
Δεν έχουμε περιθώρια για βιαστικές και εύκολες αναλύσεις. Το πρώτο που πρέπει να ξεκαθαρίσουμε είναι ότι οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε τη κρίση αυτή με βάση τις αξίες και τις αρχές της ανοιχτής δημοκρατικής κοινωνίας, της αλληλεγγύης και του ανθρωπισμού.
Η Ελλάδα, από τη γεωπολιτική της θέση, βρίσκεται στο δρόμο των μαζικών προσφυγικών – μεταναστευτικών ροών προς την Ευρώπης. Ωστόσο, παρά τις ελλείψεις και τις αδυναμίες λόγω των μνημονιακών δεσμεύσεων,  αντιμετώπισε αυτά τα χρόνια το πρόβλημα με επάρκεια, σοβαρότητα και επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα.
Θα ήταν παράλειψη αν δεν αναφέραμε την ανθρωπιστική συμπεριφορά που επέδειξε ο ελληνικός λαός απέναντι σε όλους αυτούς τους κατατρεγμένους.
Οι ελληνικές Αρχές  βρίσκονται σε αυξημένη ετοιμότητα για ενδεχόμενη απόπειρα διέλευσης ατόμων που μετακινούνται από και προς τις εμπόλεμες ζώνες με αδιευκρίνιστους σκοπούς.
Το θέμα της σημερινής εκδήλωσης είναι η πρόληψη της ριζοσπαστικοποίησης. Όταν φτάνει στις διωκτικές αρχές και στην Αστυνομία το ζήτημα τότε έχει ήδη εμφανισθεί το πρόβλημα.
Συνεπώς Κεντρική εξουσία – Τοπική αυτοδιοίκηση και Κοινωνία πρέπει να συνεργαστούν για να αντιμετωπισθεί η ανάπτυξη εξτρεμιστικών δράσεων. Αυτό σημαίνει πλήρη ενσωμάτωση των μεταναστών προσφύγων στις τοπικές κοινωνίες,  φιλόξενες δομές φιλοξενίας, πάταξη κάθε φύσεως εκμετάλλευσης τους, με μια λέξη  εξουδετέρωση των όρων εκείνων που μπορούν να οδηγήσουν κάποιους από αυτούς  στην εξτρεμιστικές εκτροπές.
Σημαίνει ετοιμότητα και τη δυνατότητα των τοπικών φορέων να αναπτύξουν αποτελεσματικές δράσεις πρόληψης της ριζοσπαστικοποίησης, υποστήριξης των ευάλωτων ανθρώπων και ομάδων στη ριζοσπαστικοποίηση αλλά και παρεμβάσεις εξόδου από εξτρεμιστικές ομάδες.
Πρέπει να δημιουργηθούν από τους Τοπικούς φορείς και τους Δήμους δια – υπηρεσιακά σχέδια δράσης και να ενεργοποιηθούν οι πολίτες, μέσω των πρωτοβουλιών και δικτύων που στοχεύουν στην πρόληψη της ριζοσπαστικοποίησης. Να διευρυνθούν οι παρεμβάσεις σε οικογένειες και παιδιά  κυρίως εκείνων που έρχονται από εμπόλεμες ζώνες και έχουν τεράστιες τραυματικές εμπειρίες.
Η μάχη για την καταπολέμηση της βίαιης ριζοσπαστικοποίησης πρέπει πρωτίστως να λάβει υπόψη της τους μηχανισμούς που την εκτρέφουν και τη συντηρούν. Να δούμε που είναι το εκκολαπτήριο τέτοιων συμπεριφορών και φαινομένων.
Η βίαιη ριζοσπαστικοποίηση ξεκινά από τα χαμηλά κι έπειτα ανεβαίνει σε οργανωμένες δομές βίαιης δράσης. Γι’ αυτό το λόγο, η συζήτηση που ξεκινά με την πρόληψη του φαινομένου από την οικογένεια, τη γειτονιά, το δήμο είναι στην ορθότερη κατεύθυνση αν πραγματικά θέλουμε να κάνουμε ένα ουσιαστικό ξεκίνημα.
Διότι εκεί είναι που υπάρχουν τα πραγματικά προβλήματα τα οποία αντιμετωπίζουν οι πολίτες στην καθημερινότητα τους. Εκεί είναι που φωλιάζει ο φόβος και η απόγνωση. Αλλά εκεί είναι επίσης  που συναντιούνται οι ενεργοί πολίτες οι οποίοι μπορούν να προσελκύσουν τις ευάλωτες ομάδες ανθρώπων στην ενεργή και δημοκρατική συμμετοχή.
Θέλω να τονίσω πως σε κάθε περίπτωση οι αρμόδιες ελληνικές αρχές βρίσκονται σε διαρκή επαγρύπνηση και ετοιμότητα για τον εντοπισμό ενδείξεων βίαιης ριζοσπαστικοποίησης  και πρόληψης συμπεριφορών που θα μπορούσαν να παρεκκλίνουν προς το εξτρεμισμό και την τρομοκρατία.
Ενισχύουμε στην κατεύθυνση αυτή καθημερινά τον προληπτικό ρόλο των αρχών επιβολής του νόμου  με συνεχή κατάρτιση και ευαισθητοποίηση του προσωπικού, κυρίως των επαγγελματιών πρώτης γραμμής.
Προς αυτή την κατεύθυνση, το συνέδριο σήμερα δεν έχει μοναδικό σκοπό να ενημερώσει μα και να δεσμεύσει. Διότι είναι ξεκάθαρο ότι από την στιγμή που η ριζοσπαστικοποίηση συμβαίνει σε τοπικό επίπεδο, οι επιπτώσεις της στον τομέα της ασφάλειας είναι πολύ – επίπεδες και διασυνοριακές και πως απαιτούνται λύσεις συνεργασίας.
Από αυτό το πνεύμα διακατέχεται η πρωτοβουλία της «Διακήρυξης των Αθηνών» που πρόκειται να παρουσιαστεί σήμερα, ως μια προσπάθεια των ελληνικών δήμων να ισχυροποιήσουν τους δεσμούς και τη συνεργασία τους απέναντι στο φαινόμενο της ριζοσπαστικοποίησης.
Το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη θα υποστηρίξει με κάθε τρόπο τη δι-υπηρεσιακή συνεργασία και τη δια- λειτουργικότητα σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό από τον ήδη υπάρχοντα.
Η ασφάλεια και η προστασία των πολιτών αποτελεί κοινωνικό αγαθό, λαϊκό δικαίωμα και πανανθρώπινο κεκτημένο. Αυτό το δικαίωμα οφείλουμε να φροντίσουμε να διασφαλίσουμε με την πολύτιμη συνεργασία της Κοινωνίας των Πολιτών, της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και βεβαίως της Ελληνικής Αστυνομίας.
Είμαι βέβαιη ότι στις σημερινές εργασίες θα έχουμε ενδιαφέρουσες εισηγήσεις, δημιουργικούς προβληματισμούς και χρήσιμα συμπεράσματα.
Ότι στο τέλος της συζήτησης θα  αποκτήσουμε εργαλεία χρηστικής αξίας για να κάνει ο καθένας μας καλύτερα τη δουλειά που έχει αναλάβει.


_