Προβλήματα από την... επανένταξη επίορκων γιατρών


Τεράστια ερωτήματα για τα κριτήρια που εφαρμόζουν οι δικαστές σε περιπτώσεις αιτημάτων αναστολής ποινών προσωρινής αργίας που επιβλήθηκαν σε γιατρούς του Εθνικού Συστήματος
Υγείας λόγω διάπραξης σοβαρότατων πειθαρχικών και ποινικών αδικημάτων δημιουργεί σειρά πρόσφατων αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου της Αθήνας.
Ειδικότερα, οφθαλμίατρος του ΕΣΥ με βαθμό διευθυντή συνελήφθη επ’ αυτοφώρω στο νοσοκομείο να λαμβάνει προσημειωμένο ποσό χρημάτων από αστυνομικό που παράστησε τον ασθενή.
Καταδικάστηκε σε πρώτο βαθμό σε ποινή φυλάκισης 12 μηνών με αναστολή και χρηματική ποινή. Παράλληλα καταδικάστηκε από το Κεντρικό Πειθαρχικό Συμβούλιο Ιατρών ΕΣΥ σε προσωρινή ποινή παύσης δύο ετών.
Ο γιατρός ζήτησε από το Διοικητικό Εφετείο την αναστολή της παύσης, επικαλούμενος, μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι δεν υπάρχει άλλος επεμβατικός οφθαλμίατρος στο νοσοκομείο και οι ασθενείς «θα υποχρεώνονται να πηγαίνουν σε άλλη πόλη».
Το δικαστήριο δέχτηκε ότι πράγματι οι ασθενείς «θα στερηθούν τις υπηρεσίες επεμβατικού οφθαλμίατρου στην περιφέρεια της κατοικίας τους», συνεπώς συντρέχουν «ιδιαίτεροι λόγοι που συναρτώνται με το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα στην υγεία των πολιτών», και χορήγησε αναστολή της ποινής παύσης.


Αλλη περίπτωση

Σε άλλη περίπτωση, χειρουργός του ΕΣΥ στον οποίο είχε επιβληθεί ποινή προσωρινής παύσης ενός έτους λόγω υποβολής αναληθών παραστατικών για παροχές του ΕΟΠΠΥ, κατέφυγε στο δικαστήριο ζητώντας αναστολή της ποινής λόγω αυξημένων οικονομικών υποχρεώσεων.
Το δικαστήριο, εκτιμώντας ότι μετά την περικοπή κατά το ήμισυ των αποδοχών του λόγω της αργίας που του είχε υποβληθεί το εισόδημά του θα περιοριζόταν στα 760 ευρώ μηνιαίως, χορήγησε την αιτηθείσα αναστολή.
Ωστόσο, μόνο ως προς το σκέλος της περικοπής των αποδοχών του, διατηρώντας την παύση άσκησης των καθηκόντων του.
Ομως, το ίδιο δικαστήριο στην περίπτωση χειρουργού-διευθυντή του ΕΣΥ, που καταδικάστηκε σε πρώτο βαθμό για δωροληψία κατ’ εξακολούθηση και κατά συνήθεια, ενώ είχε ήδη καταδικαστεί για πειθαρχικά αδικήματα σε περικοπή αποδοχών, χορήγησε την αιτηθείσα αναστολή της ποινής προσωρινής παύσης, επειδή έκρινε ότι θα του επέφερε «δυσεπανόρθωτη οικονομική βλάβη» που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο «τις συνθήκες βιωσιμότητας του ίδιου και της συζύγου του», αφού οι αποδοχές του θα περιορίζονταν στο ποσό των 500 ευρώ τον μήνα.
Θυμίζουμε ότι, σύμφωνα με τον νόμο, η θέση σε αργία του γιατρού έχει ως συνέπεια την περικοπή των αποδοχών του στο μισό και η σχετική απόφαση εκτελείται αμέσως, ενώ δεν επιτρέπεται η χορήγηση αναστολής παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις.
Οι παραπάνω αποφάσεις προκαλούν το κοινό περί δικαίου αίσθημα. Φαίνεται ότι οι δικαστές αγνοούν τις ολέθριες συνέπειες που έχει η «επανεμφάνιση», έστω και προσωρινά, του καταδικασθέντος γιατρού στο εργασιακό του περιβάλλον, όπου έχει τη δυνατότητα επηρεασμού των εκκρεμών ποινικών και πειθαρχικών υποθέσεών του, αλλά και τις δημιουργούμενες συνθήκες αφόρητης πίεσης στους συναδέλφους του.
Επιπλέον, δεν συνυπολογίζονται οι δυσμενέστατες εντυπώσεις στους ασθενείς και στους οικείους τους, αφού ειδικά στις περιπτώσεις χρηματισμού, τους δημιουργείται αίσθημα φόβου και ανασφάλειας, ενώ παγιώνεται η αντίληψη της ατιμωρησίας και βεβαίως κάθε άλλο παρά ενθαρρύνεται η καταγγελία έκνομων συμπεριφορών.
Το «εισοδηματικό» κριτήριο που φαίνεται να υιοθετείται από το δικαστήριο στις περιπτώσεις αυτές (άλλες αιτήσεις απορρίφθηκαν λόγω επαρκούς εισοδήματος του αιτούντος) είναι απολύτως απρόσφορο και μάλλον οδηγεί στο πικρό συμπέρασμα ότι εδώ «περνάει» το ανεκδοτολογικό επιχείρημα του πατροκτόνου που ζητάει την επιείκεια του δικαστή επειδή «είναι ορφανός»...
_