Ο τρίτος δρόμος της (μη) επιστροφής των δώρων ακόμα κι αν πει το «ναι» το Συμβούλιο Επικρατείας

Κι όμως, υπάρχει περίπτωση να συνταχθεί το Συμβούλιο Επικρατείας με την αντισυνταγματικότητα των περικοπών του 2012 (μνημόνιο 2) και οι δημόσιοι υπάλληλοι να
περιμένουν κι άλλο;
Υπάρχει, απαντούν νομικές πηγές, αφού δεν αποκλείουν το θέμα της περικοπής των δώρων και επιδομάτων εν ενεργεία δημοσίων υπαλλήλων, υπαλλήλων ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, ΝΠΙΔ κλπ, να μην κλείσει οριστικά με ενδεχόμενη απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας. Αφήνουν δηλαδή ανοιχτό το ενδεχόμενο, ακόμα κι αν το Ανώτατο δικαστήριο, ακολουθώντας την απόφαση του ΣΤ’ Τμήματος, κρίνει ότι οι εν λόγω περικοπές με το μνημόνιο 2 το 2012, είναι αντισυνταγματικές, να επιχειρηθεί να μπλοκαριστεί (τώρα) η επιστροφή των δώρων και επιδομάτων, μέσω ακόμα μιας δικαστικής μάχης.
Στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο
Το σενάριο που μελετάται, είναι σε μια τέτοια περίπτωση, να γίνει εκ μέρους του δημοσίου, επίκλησή μιας άλλης απόφασης, αυτής της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου (1388/18), η οποία έκρινε ότι είναι συνταγματική η περικοπή των δώρων και επιδομάτων στους συνταξιούχους. Παρότι λοιπόν, οι αποφάσεις αφορούν διαφορετικές κατηγορίες προσώπων (εργαζόμενους οι μεν του ΣτΕ, συνταξιούχους η δε του Ελεγκτικού), αφορούν το ίδιο νομοθετικό καθεστώς και υλοποιήθηκαν με τους ίδιους νόμους. Επίσης, δεν γίνεται να πάρουν τα δώρα οι εν ενεργεία και όχι οι συνταξιούχοι. Έτσι, επειδή οι δύο αποφάσεις είναι αντίθετες, δεν αποκλείεται το δημόσιο να οδηγήσει για οριστική κρίση την υπόθεση στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο.
Το ΑΕΔ συγκροτείται από τους Προέδρους των τριών ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας (Συμβουλίου της Επικρατείας, Αρείου Πάγου και Ελεγκτικού Συνεδρίου), τέσσερις Συμβούλους Επικρατείας και τέσσερις Αρεοπαγίτες. Έχει ειδική αρμοδιότητα -μεταξύ άλλων- να αίρει συγκρούσεις μεταξύ των τριών ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας.
Πρόεδρος ορίζεται ο αρχαιότερος μεταξύ των Προέδρων του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Αρείου Πάγου. Οι αποφάσεις του είναι αμετάκλητες.
Το έγγραφο
Πάντως, η στάση του δημοσίου, δηλαδή του ΥΠΟΙΚ, καταγράφηκε στην πρόσφατη συζήτηση στην Ολομέλεια του ΣτΕ, όπως βέβαια και από ένα έγγραφο που αποτελεί τεκμήριο υπεράσπισης των μνημονιακών επιλογών του 2012, και το οποίο κατέθεσε. Σε αυτό αναφέρεται πως «απέδωσαν θετικά ως προς την επίτευξη του στρατηγικού στόχου που ήταν και παραμένει η αποφυγή της πλήρους και ασύντακτης χρεοκοπίας».
Το έγγραφο με ημερομηνία 25.01.19 εστάλη από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου (κοινοποιημένο σε υπουργό, αναπληρωτή υπουργό κλπ) και περιλαμβάνει την σθεναρή αντίθεση του δημοσίου στην επαναφορά των δώρων και επιδομάτων επ’ απειλή, όπως αναφέρει, δημοσιονομικού εκτροχιασμού. Αναφέρει δε, πως η επαναφορά των δώρων θα έχει ετήσια επιβάρυνση 700 εκατομμύρια ευρώ και η αναδρομική χορήγησή τους από το 2013, κόστος 3,9 δισεκ. ευρώ. Αναφέρει επί λέξει:
«Επίσης, στην περίπτωση που με την καταβολή των επιδομάτων αυτών, οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές υπερέβαιναν το ύψος αυτό, τα επιδόματα καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους.
Για την εκτίμηση της δημοσιονομικής επιβάρυνσης, σε περίπτωση επαναχορήγησης των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και του επιδόματος θερινής αδείας χρησιμοποιήθηκαν αρχεία μισθοδοσίας μηνός Φεβρουαρίου 2018 από τη βάση της Ενιαίας Αρχής Πληρωμής.
Σε περίπτωση αναδρομικής χορήγησης των εν λόγω επιδομάτων για την περίοδο 2013-2018, η δημοσιονομική επιβάρυνση στον προϋπολογισμό της Γενικής Κυβέρνησης εκτιμάται σε 3,9 δισεκ. ευρώ σε μικτή βάση. Παράλληλα, η ετήσια προκαλούμενη δαπάνη για την εφεξής χορήγηση των εν λόγω επιδομάτων υπερβαίνει τα 700 εκατ. ευρώ σε μικτή βάση».


_