Εξέλιξη αστυνομικών υπαλλήλων που έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα ή έχουν παραπεμφθεί ενώπιον πειθαρχικού συμβουλίου (ΣτΕ 2823/2018)

ΣτΕ Γ΄ Τμ. 2823/2018
Αρχή της αξιοκρατίας - Αρχή της αναλογικότητας - Εξέλιξη αστυνομικών υπαλλήλων που έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα ή έχουν παραπεμφθεί ενώπιον πειθαρχικού συμβουλίου

(Α) Προσβαλλόμενες οι διάταξεις των άρθρων 2 και 3 του π.δ. 3/2013 (Α΄ 9), με τις οποίες ορίστηκε ότι δεν έχουν δικαίωμα συμμετοχής στις γενικές εξετάσεις για τη Σχολή Αξιωματικών της ΕΛ.ΑΣ. όσοι Αστυφύλακες, Υπαρχιφύλακες και Αρχιφύλακες έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα ή έχουν παραπεμφθεί ενώπιον πειθαρχικού συμβουλίου, εφόσον μέχρι την έναρξη των εξετάσεων εξακολουθούν να τελούν σε διαθεσιμότητα ή δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απαλλακτική απόφαση του οικείου πειθαρχικού συμβουλίου (άρθρο 2) και ότι, όταν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, οι υπαξιωματικοί της ΕΛ.ΑΣ. δεν έχουν δικαίωμα συμμετοχής στις προαγωγικές εξετάσεις για τον βαθμό του Αρχιφύλακα (άρθρο 3)
(Β) Η αρχή της αξιοκρατίας, η οποία απορρέει από το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, υπαγορεύει όπως η πρόσβαση σε δημόσιες θέσεις και αξιώματα γίνεται με κριτήρια που συνάπτονται με την προσωπική αξία και ικανότητα των ενδιαφερομένων για την κατάληψή τους. Η αρχή αυτή καταλαμβάνει όχι μόνο τη διαδικασία πρόσβασης σε δημόσιες θέσεις και αξιώματα αλλά και, περαιτέρω, τις εν γένει διαδικασίες εξέλιξης (προαγωγής ή ανάθεσης καθηκόντων) των δημόσιων υπαλλήλων, περιλαμβανομένων και των στρατιωτικών υπαλλήλων, όπως είναι οι αστυνομικοί υπάλληλοι της ΕΛ.ΑΣ. Εξάλλου, σύμφωνα με τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος, οι επιβαλλόμενοι από τον νόμο περιορισμοί πρέπει να είναι πρόσφοροι και αναγκαίοι για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τον νομοθέτη σκοπού δημόσιου ή κοινωνικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογοι προς αυτόν 
(Γ) Οι προσβαλλόμενες διατάξεις, καθ’ ο μέρος εισάγουν απόλυτο αποκλεισμό από τις εξετάσεις για την προαγωγή των αστυνομικών υπαλλήλων τους οποίους αφορούν, δεν είναι σύμφωνες προς την αρχή της αξιοκρατίας σε συνδυασμό με την αρχή της αναλογικότητας, όπως οι αρχές αυτές κατοχυρώνονται στις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 25 παρ. 1 περ. δ΄ του Συντάγματος. Τούτο, διότι τόσο η θέση του αστυνομικού υπαλλήλου σε διαθεσιμότητα όσο και η παραπομπή του σε πειθαρχικό συμβούλιο δεν είναι ασύμβατες με τη συμμετοχή του στις επίμαχες εξετάσεις, εφόσον, μάλιστα, προκειμένου να επιτραπεί η συμμετοχή του σε αυτές, πρέπει να κριθεί με βάση ειδική διαδικασία «ικανός» προς τούτο, για την εκφορά δε της κρίσης αυτής λαμβάνονται υπόψη οι ανωτέρω καταστάσεις καθώς και οι λόγοι που κατά τον νόμο τις επέβαλαν.
Περαιτέρω, ο επιδιωκόμενος με τις προσβαλλόμενες διατάξεις σκοπός, που είναι η μη προαγωγή ακατάλληλων προς τούτο αστυνομικών υπαλλήλων σε ανώτερο βαθμό, προδήλως μπορεί να επιτευχθεί εξίσου αποτελεσματικά, χωρίς βλάβη του δημόσιου συμφέροντος και χωρίς να θίγονται δικαιώματα και συμφέροντα τρίτων προσώπων, με το επιτρεπτό της συμμετοχής τους στις ανωτέρω εξετάσεις (εφόσον κριθούν «ικανοί» προς τούτο), χωρίς όμως οι μεν επιτυχόντες στη Σχολή Αξιωματικών της ΕΛ.ΑΣ. να έχουν δικαίωμα φοίτησης σε αυτήν και ονομασίας τους ως Δόκιμων Υπαστυνόμων (κατά το άρθρο 14 παρ. 1 του π.δ. 4/1995), οι δε επιτυχόντες στις προαγωγικές εξετάσεις για τον βαθμό του Αρχιφύλακα να έχουν δικαίωμα προαγωγής στον βαθμό αυτόν, εάν -και στις δύο περιπτώσεις- δεν έχουν, προηγουμένως, παύσει να τελούν σε διαθεσιμότητα ή δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απαλλακτική απόφαση του πειθαρχικού συμβουλίου (όπως προβλέπεται στις προσβαλλόμενες διατάξεις για το επιτρεπτό της συμμετοχής τους στις εξετάσεις).
Άλλωστε, στο άρθρο 2 παρ. 1 περ. ζ΄ του ανωτέρω π.δ. 4/1995, το οποίο αφορά στους ιδιώτες υποψηφίους στις εξετάσεις για την εισαγωγή στη Σχολή Αξιωματικών της ΕΛ.ΑΣ., ορίζεται ότι όσοι έχουν παραπεμφθεί σε δίκη, μπορούν να μετάσχουν στις εξετάσεις, αλλά δεν κατατάσσονται στο Σώμα και δεν φοιτούν στη Σχολή, αν μέχρι τον χρόνο έκδοσης της διαταγής κατάταξης δεν έχει εκδοθεί αμετάκλητη αθωωτική απόφαση. Εξάλλου (στη μεταγενέστερη του κρίσιμου εν προκειμένω χρόνου) διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 της 223.10-3/2014 απόφασης του Υπουργού Ναυτιλίας «Κατάταξη Δοκίμων Σημαιοφόρων Λιμενικού Σώματος» ορίζεται ότι στρατιωτικοί υπάλληλοι του Λιμενικού Σώματος (Ανθυπασπιστές, Υπαξιωματικοί και Λιμενοφύλακες) μπορούν να συμμετάσχουν στον διαγωνισμό για την εισαγωγή στη Σχολή Δοκίμων Σημαιοφόρων του Λιμενικού Σώματος ακόμη και αν έχουν παραπεμφθεί σε δίκη για ορισμένα ποινικά αδικήματα, αλλά δεν κατατάσσονται στο Σώμα και δεν φοιτούν στη Σχολή, αν μέχρι την προκαθορισμένη ημερομηνία κατάταξης των επιτυχόντων στη Σχολή δεν έχει εκδοθεί αμετάκλητη αθωωτική απόφαση∙ αντίστοιχα ισχύουν και αν έχουν παραπεμφθεί ενώπιον Ανακριτικού Συμβουλίου για οποιονδήποτε λόγο.
Αντιστοίχως, η Επιτροπή Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει επιτρέψει τη συμμετοχή ενδιαφερομένων σε εξετάσεις μέχρι τη δημοσίευση απόφασης επί της αιτήσεως ακυρώσεως, με την αιτιολογία ότι σε διαφορετική περίπτωση η βλάβη τους δεν θα μπορεί να επανορθωθεί, χωρίς όμως αυτοί να δύνανται να αντλήσουν περαιτέρω δικαιώματα από τυχόν επιτυχία τους σε αυτές (βλ. Ε.Α. ΣτΕ 376/2016, 1306/2010 κ.ά., πρβλ. και ΣτΕ 1786/2014). Συνεπώς, για τον λόγο αυτόν, που βασίμως προβάλλεται, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να ακυρωθούν οι προσβαλλόμενες διατάξεις του π.δ. 3/2013.

_