Το «δικαίωμα του συνέρχεσθαι»: Οι «χρήσιμοι» μπαχαλάκηδες και η αυθαίρετη χρήση βίας της ΕΛΑΣ - του Νικολάου Μπλάνη

Διαβάστε το νέο άρθρο του Αντιστρατήγου ε.α. Νικολάου Μπλάνη: 1. Όπως διαβάζουμε σε έντυπα και ηλεκτρονικά Μ.Μ.Ε….  «Με μια ξεδιάντροπη ανακοίνωση η ΕΛ.ΑΣ προσπαθεί να
δικαιολογήσει τα… αδικαιολόγητα, αφού σύμφωνα με  αυτή, παρά τους τραυματισμούς δεκάδων ανθρώπων, ανάμεσα τους και ενός 2χρονου παιδιού που μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, οι Αρχές «ενήργησαν σύμφωνα με τον επιχειρησιακό σχεδιασμό και τις υπηρεσιακές εντολές» (sic).  Εν τω μεταξύ ο ΙΣΑ,  «πρόκειται άμεσα να καταθέσει μηνυτήρια αναφορά στον Εισαγγελέα προκειμένου να αποδοθούν ευθύνες σε όσους επέλεξαν τον απαράδεκτο και αντιδημοκρατικό αυτό μέσο καταστολής, που έθεσε σε κίνδυνο τη ζωή παιδιών και ηλικιωμένων». Δυστυχώς η ιστορία επαναλαμβάνεται. Η κυβέρνηση  είδε έναν όχλο (παρ' ότι αυτή τη φορά απέφυγε να τον χαρακτηρίσει), που της χαλούσε το αφήγημα, ότι επέλυσε το χρονίζον εθνικό πρόβλημα. Για αυτό και επέλεξε να πνίξει στα χημικά μια φιλήσυχη διαδήλωση από κόσμο, που είχε προσέλθει στο Σύνταγμα με πηγαία και άδολη αγάπη γι' αυτό που θεωρεί εθνικό του δίκιο και ιστορική του περιουσία.
            2.  Ας δούμε λοιπόν  ποιο ήταν (ή δεν ήταν)   το   «Σχέδιο» της Αστυνομίας και οι «Εντολές» (=επιθυμίες της Κυβέρνησης) για την προστασία (ή μη) των διαδηλωτών, την πρόληψη των επεισοδίων και την αποφυγή χρήσης χημικών:
            α) Καταρχήν δεν έγινε καμιά προσπάθεια περιφρούρησης  και προστασίας της συγκέντρωσης. Δεν απαγορεύτηκε η αντισυγκέντρωση.
             β) Δεν απομονώθηκαν οι  αντιεξουσιαστές, ούτε έγινε έλεγχος αυτών.
          γ) Αντιθέτως  κατεβλήθη κάθε προσπάθεια να δυσκολευτεί η προσέγγιση των πολιτών (αποκλεισμός στα διόδια, τοποθέτηση λεωφορείων των ΜΑΤ  κάθετα στους δρόμους κ.λ.π.).             
            δ) Επετράπη στους κουκουλοφόρους  να πλησιάσουν στα σκαλιά του Μνημείου Αγνώστου Στρατιώτη (Μ.Α.Σ.), ενώ ήταν προφανής ο σκοπός τους. Δεν υπήρξε μέριμνα περιφρούρησης του χώρου. Αυτό (που το έβλεπε και ο κάθε πολίτης) φρόντισαν να μην το «αντιληφθούν» (ή έκαναν πως δεν το είδαν)  οι αρμόδιοι της Κρατικής Ασφάλειας
             ε) Αυτή η ομάδα των ακραίων δεν εμποδίστηκε και δεν απομονώθηκε (ασχέτως σε πια κατηγορία ανήκαν) και  οι ειρηνικοί διαδηλωτές αφέθηκαν εκτεθειμένοι απέναντι σε αυτούς.
          στ) Δεν κινήθηκαν άλλες δυνάμεις, πέραν της Διμοιρίας στα σκαλιά του Μ.Α.Σ., με αποτέλεσμα τη μάχη σώμα με σώμα και  τον κίνδυνο για τη σωματική ακεραιότητα και τη ζωή διαδηλωτών και αστυνομικών. Απλώς  «στήθηκαν τα κανόνια» στην ανωφέρεια ΜΑΣ και «βάρεσαν στο ψαχνό».
             ζ) Έτσι  δημιουργήθηκε το «άλλοθι» για την εκτεταμένη χρήση χημικών.  Αυτά όμως έπεσαν αδιακρίτως μέσα στο πλήθος, πράγμα ανεπίτρεπτο και με κίνδυνο να προκληθεί βλάβη στη υγεία των πολιτών (άρθρο 2  παρ. ε΄ του π.δ.254/2004).

             3. Στο παιχνίδι της επικοινωνίας, η Αστυνομία «υπηρέτησε» την προσπάθεια της Κυβέρνησης να υποβαθμιστεί το συλλαλητήριο. Το κλίμα φόβου και τρομοκρατίας, που καλλιεργήθηκε εντέχνως τις μέρες που προηγήθηκαν, ήταν το πρώτο μέρος του σχεδίου για να περιοριστεί η συμμετοχή. Το δεύτερο μέρος του σχεδίου ήταν να αμαυρωθεί η κινητοποίηση και να θολώσει το μήνυμα των διαδηλωτών. Οι εκπρόσωποι της Κυβέρνησης πέρασαν από την πλευρά των διαδηλωτών και «αγανακτισμένων» πολιτών στην πλευρά των δυνάμεων καταστολής. Θεωρούν τους διαδηλωτές ενοχλητικούς και «ακραίους». Και δεν εξασφαλίζουν το «δικαίωμα του συνέρχεσθαι».  Στο επιχειρησιακό επίπεδο η συνταγή, που εφαρμόσθηκε, είναι γνωστή και δοκιμασμένη. Μία μικρή ομάδα «χρήσιμων» μπαχαλάκηδων  επιτέθηκε στην αστυνομική δύναμη που φρουρούσε τη Βουλή. Αυτή, αντί να τους απομονώσει, άδραξε την ευκαιρία και με τη μαζική χρήση χημικών διέλυσε το συλλαλητήριο, αδιαφορώντας για την ύπαρξη ηλικιωμένων και παιδιών. Έτσι βλέπουμε από τη μια μεριά ανοχή σε ακραίες ομάδες και από την άλλη χρήση αδικαιολόγητης βίας σε απλούς πολίτες.   Σχετικές συστάσεις για περιορισμό της χρήσης χημικών έχει κάνει κατά καιρούς και ο Συνήγορος του Πολίτη.    

          4. Για την ικανοποίηση των πολιτικών επιδιώξεών τους αγνόησαν, ότι  η άσκηση της αστυνομικής εξουσίας διέπεται από τις αρχές της αναλογικότητας (και αναγκαιότητας).  Ότι δηλαδή «δεν μπορεί η αστυνομία να κυνηγάει τα σπουργίτια με κανόνια», όπως έγραψε ο Καθηγητής Α. Μάνεσης.  Αγνόησαν ότι η αυθαίρετη αστυνομική βία, τορπιλίζει τις σχέσεις Αστυνομίας – πολιτών, αφού ακυρώνει το ρόλο τους ως φρουρών των εννόμων αγαθών.  Είναι πλέον προφανές, ότι η Κυβέρνηση επέλεξε κυνικά τον ολισθηρό και αντιδημοκρατικό δρόμο  της  μη προστασίας και παρακώλυσης  των ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων των πολιτών, όπως είναι και το «δικαίωμα του συνέρχεσθαι», για την εξυπηρέτηση των πολιτικών επιδιώξεών της. Είναι φανερή η προσπάθεια  «εργαλειοποίησης» και χειραγώγησης των θεσμών. Το ίδιο συνέβη και με την Αστυνομία. Αποτελεί ντροπή και αίσχος!!!
_