Ποιοι κινδυνεύουν περισσότερο από τον καρκίνο στο λάρυγγα;



Τα κρούσματα καρκίνων κεφαλής και τραχήλου, τα οποία περιλαμβάνουν όγκους στη στοματική κοιλότητα, στο στοματοφάρυγγα, στον υποφάρυγγα και στο λάρυγγα παρουσιάζουν την τελευταία δεκαετία αύξηση.

Διεθνή στοιχεία δείχνουν ότι η συχνότητά τους επταπλασιάστηκε την τελευταία 10ετία και πλέον προσβάλλουν 15-20 άτομα ανά 100.000 ανθρώπους, με συνέπεια να αποτελούν τον έκτο πιο συχνό καρκίνο σε άνδρες και γυναίκες μαζί.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο καταγράφονται και στα δύο φύλα κάθε χρόνο 150.000 νέα περιστατικά καρκινωμάτων της κεφαλής και του τραχήλου. Οι περισσότεροι ασθενείς έχουν ηλικία άνω των 50 ετών, ενώ οι άνδρες πάσχοντες είναι τουλάχιστον τριπλάσιοι από τις γυναίκες.

Όπως εξηγεί η χειρουργός-ωτορινολαρυγγολόγος Ανατολή Παταρίδου, από τους καρκίνους της κεφαλής και τραχήλου ο πιο συχνός είναι ο καρκίνος του λάρυγγα που ευθύνεται για το 2% όλων των κρουσμάτων καρκίνων. Στο 75% των περιπτώσεων, ο όγκος εντοπίζεται στις φωνητικές χορδές.

«Ο κυρίαρχος ιστολογικός τύπος των κακοηθών όγκων του λάρυγγα είναι ο καρκίνος εκ πλακώδους επιθηλίου», λέει. «Τα επιδημιολογικά δεδομένα σημειώνουν κάποιες μεταβολές τα τελευταία χρόνια εξαιτίας των αλλαγών στον τρόπο ζωής που έχουν άμεσο αντίκτυπο στην επιδημιολογία των κακοηθειών του λάρυγγα. Πιθανοί προδιαθεσικοί παράγοντες είναι η χρήση καπνού (π.χ. κάπνισμα), η αυξημένη κατανάλωση οινοπνεύματος, η έκθεση στην ακτινοβολία και σε βλαβερές χημικές ουσίες, και η μόλυνση με τον ιό HPV».

Η μόλυνση της στοματικής κοιλότητας με τον ιό HPV 12πλασιάζει τουλάχιστον τον κίνδυνο εκδήλωσης στοματοφαρυγγικού καρκίνου, σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό «New England Journal of Medicine». Παρατηρείται κυρίως σε νεότερους ασθενείς και σε μη καπνιστές, όπου διαδραματίζει έναν ιδιαίτερο ρόλο.


«Οι επιστημονικές μελέτες σε παγκόσμιο επίπεδο αποδεικνύουν ότι η μόλυνση από τον επιθηλιοτρόπο DNA HPV είναι εξίσου συχνή σε γυναίκες και άνδρες. Το 80% του σεξουαλικά δραστήριου πληθυσμού θα έρθει σε επαφή με τον ιό σε κάποια στιγμή στη ζωή του», τονίζει η κ. Παταρίδου. «Ωστόσο, η μόλυνση από τους ογκογόνους τύπους του ιού HPV δεν αρκεί από μόνη της για να οδηγήσει σε καρκίνο. Πρέπει να συνυπάρξουν πολλοί άλλοι δυσμενείς παράγοντες (όπως πλημμελής λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, γενετική προδιάθεση, συνεργοί παράγοντες π.χ. κάπνισμα κ.ά.) για την πρόκληση ενός καρκινώματος. Για την ανάπτυξη των καρκινωμάτων κεφαλής και τραχήλου, κυρίως υπεύθυνοι είναι οι 16 και 18 του HPV».

Σε ορισμένες μορφές καρκίνου κεφαλής και τραχήλου, όπως στη βάση της γλώσσας και στις αμυγδαλές, ο ιός HPV ανιχνεύεται σε ποσοστό 80-90%. Το τσιγάρο και το αλκοόλ προκαλούν καρκίνους κυρίως στο πρόσθιο τμήμα του στόματος, στον υποφάρυγγα και στο λάρυγγα.

«Εκτός από τη μόλυνση με τον ιό HPV, άλλοι ερεθιστικοί παράγοντες για την ανάπτυξη καρκίνου στο λάρυγγα είναι η φτωχή διατροφή σε λαχανικά και πλούσια σε λιπαρά και κρέας, αλλά και η λαρυγγοφαρυγγική παλινδρόμηση», συνεχίζει η κ. Παταρίδου. «Σύμφωνα με επιστημονικές μελέτες, όμως, ο παράγοντας που ενοχοποιείται περισσότερο για την εμφάνιση του καρκίνου του λάρυγγα είναι το κάπνισμα: περισσότερο από το 95% των ασθενών που προσβάλλονται από καρκίνο του λάρυγγα, είναι καπνιστές. Οι πιθανότητες να αναπτύξει ένας καπνιστής καρκίνο του λάρυγγα αυξάνονται κατ’ αναλογία με τον αριθμό των ημερήσιων τσιγάρων και με τα έτη καπνίσματος».

Σημαντικός είναι και ο ρόλος του αλκοόλ, το οποίο δρα σε συνέργεια με τον καπνό και εντείνει τις αρνητικές επιδράσεις του. «Όσοι καπνίζουν και πίνουν αλκοόλ διατρέχουν πολύ μεγαλύτερο κίνδυνο για καρκίνο του λάρυγγα», διευκρινίζει η γιατρός.

Άλλοι παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο για καρκίνο του λάρυγγα είναι η γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, που χαρακτηρίζεται από την επιστροφή όξινου περιεχομένου του στομάχου προς τον οισοφάγο και κάποτε προς το λάρυγγα, αλλά και η έκθεση στον αμίαντο.

Τα βασικά συμπτώματα του καρκίνου του λάρυγγα και αυτά που πρέπει να εγείρουν σε υποψίες είναι οι αλλαγές στη φωνή, η επίμονη βραχνάδα της (βράγχος φωνής) που εγκαθίσταται προοδευτικά, η ανίχνευση μιας μάζας στο λαιμό, η δυσκολία στην κατάποση, ο επίμονος πόνος στο λαιμό και η ανάπτυξη πόνου κατά την κατάποση.

Όλα αυτά μπορεί να οδηγήσουν σε δυσφαγία, δύσπνοια, αιματηρά πτύελα, πόνο, δυσοσμία του στόματος, ακόμη και ωταλγία. Η διάγνωση θα βασιστεί κυρίως στη λαρυγγοσκόπηση με άκαμπτο ή εύκαμπτο ενδοσκόπιο και τη λήψη βιοψιών.


Πηγή: healthreport.gr
_