Ακύρωση νόμων από τα Διοικητικά Δικαστήρια και αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του Δημοσίου – Γίνεται;


Του Υπαστυνόμου Β΄ΑΡΓΥΡΙΑΔΗ Αργύριου - Φοιτητή επί Πτυχίω Νομικής Δ.Π.Θ.

 Επ'ευκαιρία των τελευταίων δικαστικών διεκδικήσεων στις οποίες προέβησαν πολλοί συνάδελφοι, θεωρήσαμε σωστό να αναφερθούμε συνοπτικά αλλά περιεκτικά, στην ισχύουσα διαδικασία κατά την οποία προσβάλλεται κάποιος νόμος, ως αντισυνταγματικός και τη διαδικασία που ακολουθεί, καθώς και μία σύντομη θεωρητική προσέγγιση στον επιστημονικό διάλογο που έχει αναπτυχθεί γύρω από το θέμα.

   Κατ'αρχάς, όλες οι διαφορές (πλην όσων αφορούν το καθορισμό μονάδος για θέματα απαλλοτρίωσης), μεταξύ οποιουδήποτε διοικούμενου και του Κράτους, προσβάλλονται στα Διοικητικά Δικαστήρια, τα οποία αποτελούνται από τα Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια (Ειρηνοδικεία, Πρωτοδικεία, Εφετεία) και το Συμβούλιο της Επικρατείας. Υπάρχουν δύο ειδών "διαδικασίες", η λεγόμενη τακτική διαδικασία όπου εκδικάζονται οι ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΟΥΣΙΑΣ όπως λέγονται, όπου εφαρμόζεται ο Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας και οι ΑΚΥΡΩΤΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ, που ισχύουν άλλα νομοθετήματα. Αναλόγως το είδος της διαφοράς, εκδικάζεται από το αρμόδιο δικαστήριο είτε ως διαφορά ουσίας, είτε ως ακυρωτική διαφορά. Η κατάθεση δικογράφου στα Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια ονομάζεται ΑΓΩΓΗ, ή ΠΡΟΣΦΥΓΗ και αφορά τις ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΟΥΣΙΑΣ, ενώ οι λεγόμενες ΑΚΥΡΩΤΙΚΕΣ διαφορές εκδικάζονται από το Σ.τ.Ε. ή τα Διοικητικά Εφετεία, όπως νόμος ορίζει, και το ένδικο βοήθημα ονομάζεται ΑΙΤΗΣΗ ΑΚΥΡΩΣΗΣ.

   Ως "νόμος", στην Ελληνική έννομη τάξη καθορίζεται ο ΤΥΠΙΚΟΣ νόμος, δηλαδή αυτός που ψηφίζεται από τη Βουλή, αλλά και ο ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΣ νόμος, δηλαδή άλλες διατάξεις, όπως Υπουργικές αποφάσεις, Προεδρικά Διατάγματα και ατομικές διοικητικές πράξεις, οι οποίες εκδίδονται και από τα αντίστοιχα όργανα. Οι τυπικοί νόμοι ΔΕΝ μπορούν να προσβληθούν ευθέως (περισσότερα παρακάτω), ενώ τα υπόλοιπα προσβάλλονται κανονικά, κυρίως με ΑΙΤΗΣΗ ΑΚΥΡΩΣΗΣ. Τους ουσιαστικούς νόμους πρέπει να τους χωρίσουμε στις λεγόμενες ΚΑΝΟΝΙΣΤΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ, που περιέχουν ρύθμιση γενική και αφηρημένη και τις ΑΤΟΜΙΚΕΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ, οι οποίες αφορούν είτε ένα, είτε συγκεκριμένο αριθμό ατόμων. Οι κανονιστικές πράξεις προσβάλλονται κατά κανόνα με αίτηση ακύρωσης ενώπιον του ΣτΕ ενώ οι ατομικές διοικητικές πράξεις, προσβάλλονται είτε με αίτηση ακύρωσης, είτε με προσφυγή (αγωγή) ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.

Όπως είπαμε, ο ΤΥΠΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ δεν μπορεί να προσβληθεί ευθέως, αλλά παρεμπιπτόντως. Αυτό σημαίνει, ότι το δικαστήριο μόνο επ'ευκαιρία εξέτασης συγκεκριμένης υπόθεσης μπορεί να κρίνει αν συγκεκριμένος τυπικός νόμος είναι αντισυνταγματικός, ή όχι. Σε αυτή τη περίπτωση, ο νόμος αυτός δεν εξαφανίζεται από την έννομη τάξη, απλά δεν εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση από το Δικαστήριο και η απόφαση που εκδίδεται, δεσμεύει μόνο τους διαδίκους και ΔΕΝ ισχύει έναντι όλων (ή erga omnes όπως αναφέρεται συχνά στη βιβλιογραφία). Το λεγόμενο ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟ που ακούμε πολύ συχνά, ισχύει μόνο μεταξύ των διαδίκων (δηλαδή ενάγοντος και εναγομένου) και όχι έναντι όλων, με αποτέλεσμα τα οφέλη της δικαστικής απόφασης, να τα απολαμβάνουν μόνον όσοι προσέφυγαν.

Ο ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ από την άλλη, μπορεί να ακυρωθεί και να εξαφανιστεί από την έννομη τάξη, με την προυπόθεση βέβαια ότι είτε δεν έχουν ασκηθεί, είτε έχουν εξαντληθεί τα ένδικα μέσα. Τα αποτελέσματα ακύρωσης μιας κανονιστικής ή ατομικής διοικητικής πράξης, ισχύουν έναντι όλων και ισχύουν από τη δημοσίευση, ή την κοινοποίηση της πράξης, όπως νόμος ορίζει.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ 1: Προσφεύγει ο Α συνταξιούχος κατά περικοπής της σύνταξής του, η οποία δημοσιεύτηκε με τον Χ τυπικό νόμο και την Ψ υπουργική απόφαση. Ακυρώνεται η Ψ Υπουργική απόφαση, ο νόμος κρίνεται αντισυνταγματικός και η απόφαση γίνεται αμετάκλητη. Το δεδικασμένο ισχύει μόνο για τον Α και το Κράτος, μόνο για τη συγκεκριμένη διαφορά, κάτι που σημαίνει ότι ο συνταξιούχος Β, δεν απολαμβάνει τα οφέλη του δεδικασμένου και δεν μπορεί να αντλήσει ωφέλεια από τη συγκεκριμένη απόφαση. Μπορεί όμως να "υιοθετήσει" το σκεπτικό της ευνοικής δικαστικής απόφασης και να το προβάλει ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου, ευελπιστώντας να κριθεί βάσιμο.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ 2: Σε βάρος του Α και Β, βεβαιώνεται πρόστιμο για μη χρήση ζώνης ασφαλείας, από τον ίδιο Αστυνομικό, στον ίδιο τόπο και χρόνο. Οι Α και Β κάνουν ένσταση ενώπιον του αρμόδιου Διοικητή Τροχαίας, με ίδια αιτιολογία και αμφότερες απορρίπτονται. Ο Α καταθέτει προσφυγή στο Διοικητικό Πρωτοδικείο και δικαιώνεται, ενώ ο Β δεν καταθέτει καμμία προσφυγή. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο Α τελικώς απαλλάσσεται από τη κύρωση ενώ ο Β είναι υπόχρεος να πληρώσει κανονικά το πρόστιμο, αφού τα αποτελέσματα της ευνοϊκής δικαστικής απόφασης αφορούν μόνο τον Α και όχι τον ίδιο (υποκειμενική ενέργεια του δεδικασμένου).

Επίσης, δεν νοείται "παράνομος" τυπικός νόμος, αφού υπάρχει το τεκμήριο, ότι όταν νομοθετεί η Βουλή, δεν παρανομεί (τεκμήριο νομιμότητας). Το τεκμήριο νομιμότητας καλύπτει και τις λοιπές διοικητικές πράξεις, κανονιστικές και ατομικές, οι οποίες ισχύουν, μέχρι την ακύρωσή τους από τα Δικαστήρια.

Τι γίνεται όμως στη περίπτωση που ένας νόμος κριθεί αντισυνταγματικός; Κατ'αρχάς, το κράτος έχει υποχρέωση να συμμορφωθεί με την δικαστική απόφαση, δεν έχει όμως υποχρέωση να αποσύρει τον τυπικό νόμο, ο οποίος ισχύει κανονικά, δεν εφαρμόζεται όμως από τα Δικαστήρια και στη συγκεκριμένη περίπτωση που δικαιώθηκε ο διοικούμενος. Ο ΜΟΝΟΣ ΤΡΟΠΟΣ να "εξαφανιστεί" από την έννομη τάξη κάποιος ΤΥΠΙΚΟΣ νόμος, είναι να ακυρωθεί από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (Α.Ε.Δ.). Στο Α.Ε.Δ., οδηγείται μια υπόθεση, όταν έχουν εκδοθεί διαφορετικές δικαστικές αποφάσεις για το ίδιο θέμα από δύο Ανώτατα Δικαστήρια (ΣτΕ, Άρειος Πάγος και Ελεγκτικό Συνέδριο). Οι αποφάσεις του Α.Ε.Δ. είναι ΑΜΕΤΑΚΛΗΤΕΣ, δηλαδή δεν χωρεί κατ' αυτών κανένα τακτικό ή έκτακτο ένδικο μέσο και έχουν ως απόρροια, είτε την εξαφάνιση του νόμου από την έννομη τάξη σε περίπτωση κρίσης περί αντισυνταγματικότητας του νόμου, είτε την διατήρησή της, σε περίπτωση αντίθετης κρίσης.

Στην Ελληνική έννομη τάξη υπάρχει ο λεγόμενος ΔΙΑΧΥΤΟΣ έλεγχος συνταγματικότητας, που σημαίνει ότι κρίση περί συνταγματικότητας ενός νόμου μπορεί να εκφράσει ένας Ειρηνοδίκης, έως ένας Σύμβουλος της Επικρατείας. Ακόμη και οι αποφάσεις των ανωτάτων Δικαστηρίων της χώρας (ΣτΕ, Άρειος Πάγος και Ελεγκτικό Συνέδριο), δεν είναι ΔΕΣΜΕΥΤΙΚΕΣ για τους δικαστές άλλων δικαιοδοσίων, εκτός βέβαια αν πρόκειται για προδικαστικό ερώτημα που τίθεται από τα ίδια τα δικαστήρια κατώτερου βαθμού προς το ΣτΕ π.χ., ή αν γίνεται αίτηση (αυτεπαγγέλτως ή κάποιου διαδίκου), στα πλαίσια της λεγόμενης πρότυπης δίκης. Στην πράξη βέβαια, οι αποφάσεις των ολομελειών των ανωτάτων δικαστηρίων, είναι τόσο πλήρεις επιστημονικά, που "πείθουν" τους δικαστές των κατώτερων βαθμίδων, οι οποίοι υιοθετούν το σκεπτικό των αποφάσεων και εκδίδουν δικαστικές αποφάσεις σεβόμενες αυτό που αποτελεί την λεγόμενη πάγια νομολογία. Αν βέβαια διαφοροποιηθούν, η απόφασή τους θα εξεταστεί μετά από τα σχετικά ένδικα μέσα από τους ανώτατους δικαστές οι οποίοι προφανώς και θα συνταχθούν με την προηγούμενη άποψη των ιδίων και θα ακυρώσουν την προσβαλλόμενη απόφαση. Δεν υπάρχουν ασφαλώς πολλοί δικαστές οι οποίοι θα θέλουν να αναιρούνται οι αποφάσεις τους για ευνόητους λόγους (αξιολόγηση, κλπ) και κάτι τέτοιο βέβαια δεν συμβάλλει και στην λεγόμενη ασφάλεια δικαίου την οποία οφείλουν να σέβονται οι ίδιοι.

Έχεις κερδίσει μία δικαστική διαμάχη με το Δημόσιο και έχει καταστεί αμετάκλητη. Το Δημόσιο δεν συμμορφώνεται. Υπάρχουν λύσεις;

Κατ' αρχάς, υπάρχουν τριών ειδών δικαστικές αποφάσεις στα Διοικητικά Δικαστήρια, οι λεγόμενες ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΤΙΚΕΣ, που αναγνωρίζουν κάποιο δικαίωμα, και οι ΚΑΤΑΨΗΦΙΣΤΙΚΕΣ, που υποχρεώνουν σε κάποιον σε παροχή, αλλά και οι ΔΙΑΠΛΑΣΤΙΚΕΣ.

Γιατί τα αναφέρω όλα αυτά θα μου πείτε.

 Διότι εξαρτάται από το είδος της διαδικασίας και της απόφασης, για το αν θα μπορεί κάποιος να ζητήσει την εκτέλεση της απόφασης.

Εξηγούμαι:

 Ας πάρουμε παράδειγμα τις αμετάκλητες αποφάσεις του ΣτΕ για το μισθολόγιο. Οι συγκεκριμένες αποφάσεις, αφορούν ΑΚΥΡΩΤΙΚΕΣ διαφορές και συνεπώς οι αποφάσεις έχουν ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΤΙΚΟ χαρακτήρα. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει η διαδικασία της ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ, διότι η αναγνωριστική απόφαση δεν συνιστά ΕΚΤΕΛΕΣΤΟ ΤΙΤΛΟ, δηλαδή με λίγα λόγια το όπλο για να κάνεις κατασχέσεις κλπ. Σε αυτές τις περιπτώσεις, για να εξειδικευτεί η οφειλή, οι τόκοι κλπ, καταθέτεις ατομική αγωγή (ή προσφυγή), στο Διοικητικό Πρωτοδικείο και αφού λάβεις απόφαση και από εκεί μπορείς να κάνεις αναγκαστική εκτέλεση.

Το Δημόσιο, εξαιτίας της προνομιούχου θέσης του ως διαδίκου, προστατεύει την δημόσια περιουσία του και η αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να γίνει ΜΟΝΟ στην ΙΔΙΩΤΙΚΗ του περιουσία. Οπότε σε αυτή τη περίπτωση, οι εντεταλμένοι νομικοί παραστάτες αναζητούν ιδιωτική περιουσία του δημοσίου (πχ ακίνητα) και ακολουθεί η διαδικασία της κατάσχεσης και της δημοπράτησης, έτσι ώστε να ικανοποιηθούν οι δανειστές. Φυσικά αν δε φτάνει το δημοπρατηθέν, οι δανειστές ικανοποιούνται μερικώς και μένει το σχτεικό υπόλοιπο.

 Οι ΑΚΥΡΩΤΙΚΕΣ αποφάσεις έχουν το πλεονέκτημα ότι τελειώνουν γρήγορα, διότι εισάγονται είτε στο ΣτΕ είτε στα Διοικητικά Εφετεία, και στη πρώτη περίπτωση δεν επιδέχονται ενδίκων μέσων, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, (όχι πάντα), μπορεί να ασκηθεί μόνο αίτηση αναίρεσης με αυστηρές προϋποθέσεις. Το ΜΕΙΟΝΕΚΤΗΜΑ είναι ότι στις ΑΚΥΡΩΤΙΚΕΣ αποφάσεις που αφορούν χρηματικές οφειλές δεν μπορείς να τις εκτελέσεις αμέσως, αλλά "έχεις να παίρνεις" κατά το κοινώς λεγόμενο.

Στις διαφορές ουσίας, το ΜΕΙΟΝΕΚΤΗΜΑ είναι ότι μπορεί να βρεθείς αντιμέτωπος με πολλούς βαθμούς δικαιοδοσίας μέχρι να βγει αμετάκλητη απόφαση από το ΣτΕ, αλλά δεν επιδέχονται όλες οι αποφάσεις όλα τα ένδικα μέσα (υπάρχουν αυστηρές προϋποθέσεις). Το καλό εδώ είναι ότι όταν η διαφορά αφορά θέμα γενικότερου ενδιαφέροντος, είτε το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως είτε κάποιος διάδικος, μπορεί να κάνει αίτηση για να εισαχθεί η υπόθεση με τη διαδικασία της ΠΡΟΤΥΠΗΣ ΔΙΚΗΣ στο ΣτΕ, έτσι ώστε η εκδοθείσα απόφαση να δεσμεύει τους διαδίκους, και φυσικά να κερδίζεται χρόνος. Στα συν της υπόθεσης, το γεγονός ότι η απόφαση μπορεί να εκτελεστεί άμεσα (αν είναι προσωρινά εκτελεστή ή τελεσίδικη) καθόσον είναι ΚΑΤΑΨΗΦΙΣΤΙΚΗ.

Τέλος να αναφέρουμε, ότι σύμφωνα με τη Διοικητική Δικονομία, όποιος υπάλληλος δεν συμμορφώνεται με τις Δικαστικές Αποφάσεις, ευθύνεται ο ΙΔΙΟΣ (και όχι το Δημόσιο όπως παγίως ευθύνεται για τις πράξεις και παραλείψεις υπαλλήλων του), τόσο ποινικά, όσο και πειθαρχικά ενώ η συμμόρφωση του Δημοσίου ελέγχεται από Τριμελή Επιτροπή του ΣτΕ (Επιτροπή Συμμόρφωσης), η οποία αν διαπιστώσει πλημμελή συμμόρφωση, με πρακτικό της, το οποίο ΔΕΝ συνιστά δικαστική απόφαση ή άλλο βαθμό δικαιοδοσίας, επιβάλει πρόστιμα και άλλες κυρώσεις.

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι για να πάρει κάποιος χρήματα από το Δημόσιο σε περίπτωση δυστροπίας του τελευταίου, θα πρέπει να προβεί σε μια σειρά νομικών ενεργειών μέσω αρμόδιου δικηγόρου, καθώς στις περισσότερες περιπτώσεις δεν επιτρέπεται η παράσταση του προσφεύγοντος χωρίς συνήγορο. Είναι σαφές δε ότι η τακτική των ομαδικών αγωγών ή προσφυγών είναι η πλέον συμφέρουσα,  τόσο από οικονομικής άποψης, καθώς επιμερίζονται τα σχετικά έξοδα (παράβολα κλπ), όσο και από ουσιαστικής άποψης, διότι το Δημόσιο "πιέζεται" πιο έντονα μέσω μεθοδευμένων νομικών ενεργειών από συλλογικότητες (Σωματεία, ομάδα ατόμων) παρά από τις σποραδικές προσφυγές μεμονωμένων ατόμων, οι οποίες ουσιαστικά δεν επηρεάζουν πολύ τον "προγραμματισμό "του Δημοσίου.

Με βάση τα ανωτέρω, έχει αναπτυχθεί έντονος διάλογος για το αν είναι χρήσιμη η θέσπιση του λεγόμενου "Συνταγματικού Δικαστηρίου", δηλαδή ενός δικαστικού σχηματισμού ο οποίος θα κρίνει ευθέως και όχι παρεμπιπτόντως αν κάποιος νόμος - τυπικός ή όχι - είναι αντισυνταγματικός, εξαφανίζοντάς τον σε θετική περίπτωση από την έννομη τάξη. Σε επόμενο άρθρο θα αναφερθούμε στα υπέρ και τα κατά ενός τέτοιου θεσμού.

Το παρόν άρθρο δεν διεκδικεί δάφνες επιστημοσύνης ή απολύτου ορθότητας. Επίσης δεν προστέθηκαν σε αυτό επίτηδες, χάριν συντομίας νομολογίες, παράθεση διατάξεων, έτσι ώστε η τακτική του ρέοντος λόγου να το καταστήσει πιο εύληπτο.



_