Αντίσταση: Δεν αρκεί η αόριστη αναφορά ότι οι αστυνομικοί «εκτελούσαν διατεταγμένη υπηρεσία» ή «εκτελούσαν νόμιμο έλεγχο» (ΑΠ ποιν 46/2018)

Με την υπ' αριθμ. 46/2018 απόφασή του ο Άρειος Πάγος (Τμήμα Ε' Ποινικό) έκανε δεκτή αίτηση αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης Εφετείου για το αδίκημα της αντίστασης, η οποία
προέκυψε από βιαιοπραγία κατά αστυνομικών που εκτελούσαν διατεταγμένη υπηρεσία (διενέργεια ελέγχου) στο χώρο καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος (καφετέρια).
Η απόφαση αναιρέθηκε λόγω έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς δεν αναφέρονται:
α) αν η πράξη του κατηγορουμένου κατέτεινε σε παράλειψη νόμιμης ενέργειας των υπαλλήλων της αστυνομικής αρχής, ανήκουσας στον κύκλο των αρμοδιοτήτων τους, και συνέτρεχαν οι ουσιώδεις τύποι που τάσσονται γι’ αυτήν,
β) το είδος και το αντικείμενο του συγκεκριμένου ελέγχου, ώστε να διακριβωθεί αν οι αστυνομικοί είχαν καθ’ ύλη αρμοδιότητα προς τούτο, αφού δεν αρκεί η αόριστη αναφορά ότι εκτελούσαν διατεταγμένη υπηρεσία ή νόμιμο έλεγχο.
Αναλυτικά η απόφαση:
Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 167 παρ. 1 εδ. α’ ΠΚ, όποιος μεταχειρίζεται βία ή απειλή βίας για να εξαναγκάσει κάποια αρχή ή υπάλληλο να ενεργήσουν πράξη που ανάγεται στα καθήκοντά τους ή να παραλείψουν νόμιμη πράξη, καθώς και όποιος βιαιοπραγεί κατά υπάλληλου ή προσώπου που έχει προσληφθεί ή άλλου υπαλλήλου που έχει προστρέξει για να τον υποστηρίξει ενώ διαρκεί η νόμιμη ενέργεια του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αν οι πράξεις αυτές έγιναν από περισσότερους επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, εφόσον η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της αντίστασης, στην περίπτωση που η ενέργεια του δράστη τείνει στην παράλειψη νόμιμης πράξης της αρχής ή του υπαλλήλου, απαιτείται η πράξη, σε παράλειψη της οποίας τείνει ο εξαναγκασμός, να είναι νόμιμη, δηλαδή να βρίσκεται μέσα στον κύκλο της κατά νόμο αρμοδιότητας της αρχής ή του υπαλλήλου και να συντρέχουν οι ουσιώδες τύποι που τάσσονται γ` αυτήν. Προσαπαιτείται η χρήση βίας ή απειλή βίας ή βιαιοπραγία κατά του υπαλλήλου, στην έννοια δε της βίας περιλαμβάνεται τόσο η σωματική όσο και η ψυχολογική, αλλά και κάθε είδους ενέργεια, που να μπορεί να διεγείρει στον υπάλληλο φόβο και να τον παρεμποδίσει στην εκτέλεση της υπηρεσιακής πράξης.
Συνεπώς, εμπίπτει στην έννοια αυτή της βίας και η βίαιη απώθηση του υπαλλήλου, η οποία είναι τρόπος άσκησης σωματικής βίας.(ΑΠ 2/2017 , ΑΠ 760/2015 ,ΑΠ 257/2015 ).
ΙΙ. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης , το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της (ΑΠ 8/2017, ΑΠ 226/16). Όταν όμως στο διατακτικό δεν διαλαμβάνονται αναλυτικά και με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση, η αιτιολογία, στην οποία επαναλαμβάνεται το διατακτικό, είναι ελλιπής (ΑΠ 74/2016).
IΙΙ. Κατά το αρθ. 510 παρ. 1 στοιχ Ε’ ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 817/2016, ΑΠ 1278/2016).
ΙV. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Λάρισας, με την προσβαλλόμενη υπ’ αρ. 1286/2017 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατ’ είδος, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα : « Ο κατηγορούμενος στην ... στις 16.7.2010 και ώρα 02.15, από κοινού ενεργώντας με έτερους άγνωστους κατά την προανάκριση δράστες, οι οποίοι διαφεύγουν της σύλληψης, αλλά και με τους Ι. Ν. και Ν. Ν. εις βάρος των οποίων σχηματίσθηκαν ποινικές δικογραφίες για τον μεν πρώτο Ι. Ν. για τις αξιόποινες πράξεις των άρθρων: 167, 308 παρ. 1α, 381 παρ.1, 361 Π.Κ. και αρθρ. 3,5 της αριθμ. ... Αστυν. Δ/ξης σε συνδ. με αρθρ. 12 παρ.6 Ν. 1481/84 ο οποίος παραπέμφθηκε να δικαστεί ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, ύστερα από αναβολή, στις 29-7-2010, για τον δε δεύτερο Ν. Ν. για τις αξιόποινες πράξεις των άρθρων: 167 σε συνδ. με αρθρ. 45, σε συνδ. με αρθρ. 94, 308 παρ. 1α, 333, 381 παρ.1 Π.Κ. και παρ. αρθρ. 3 και 5 της ... Αστυν. Δ/ξης σε συνδ. με αρθρ. 12 παρ. 6 Ν. 1481/1984, ο οποίος παραπέμφθηκε να δικαστεί ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Βόλου, ύστερα από αναβολή, την 1-11-2012, βιαιοπράγησε κατά υπαλλήλου ενώ διαρκούσε η νόμιμη ενέργεια του. Συγκεκριμένα, από κοινού με τους προαναφερόμενους επιτέθηκε και βιαιοπράγησε εναντίον των αστυνομικών του Αστυνομικού Τμήματος ..., Η. Μ. του Ι. και Β. Α. του Κ. και ειδικότερα τους έσπρωξε βίαια κατά το χρόνο που οι ανωτέρω αστυνομικοί που εκτελούσαν διατεταγμένη υπηρεσία ήταν στο χώρο του καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος (καφετέρια) ιδιοκτησίας του Ι. Ν. του Ν. που βρίσκεται στην παραλία ..., ενεργώντας νόμιμο έλεγχο αυτού. Με μεγάλη σαφήνεια οι ανωτέρω αστυνομικοί κατέθεσαν ότι στο πρόσωπο του κατηγορουμένου αναγνώρισαν αυτόν που από κοινού με τους δυο προαναφερόμενους δράστες τους έσπρωξε βίαια προκειμένου να τους βγάλει έξω από το χώρο του καταστήματος, προκειμένου να μη διενεργήσουν νόμιμο έλεγχο. Πρέπει, λοιπόν, ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της αντίστασης από κοινού » Ακολούθως το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι : « στην ... την 16-7-2010 και ώρα 02.15, από κοινού με περισσότερους δράστες, βιαιοπράγησε κατά υπαλλήλου ενώ διαρκούσε η νόμιμη ενέργεια του.
Πιο συγκεκριμένα από κοινού ενεργώντας με έτερους άγνωστους κατά την προανάκριση δράστες, οι οποίοι διαφεύγουν της σύλληψης, αλλά και με τους Ι. Ν. και Ν. Ν. εις βάρος των οποίων σχηματίσθηκαν ποινικές δικογραφίες για τον μεν πρώτο Ι. Ν. για τις αξιόποινες πράξεις των άρθρων: 167, 308 παρ. 1α, 381 παρ.1, 361 Π.Κ. και αρθρ. 3,5 της αριθμ. ... Αστυν. Δ/ξης σε συνδ. με αρθρ. 12 παρ.6 Ν. 1481/84, ο οποίος παραπέμφθηκε να δικαστεί ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, ύστερα από αναβολή, στις 29-7-2010, για τον δε δεύτερο Ν. Ν. για τις αξιόποινες πράξεις των άρθρων: 167 σε συνδ. με αρθρ. 45, 361 σε συνδ. με αρθρ. 94, 308 παρ. 1α, 333, 381 παρ.1 Π.Κ. και παρ. αρθρ. 3 και 5 της ... Αστυν. Δ/ξης σε συνδ. με αρθρ. 12 παρ. 6 Ν. 1481/1984. ο οποίος παραπέμφθηκε να δικαστεί ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Βόλου, ύστερα από αναβολή, την 1-11-2012, βιαιοπράγησε κατά υπαλλήλου ενώ διαρκούσε η νόμιμη ενέργεια του. Συγκεκριμένα, από κοινού με τους προαναφερόμενους επιτέθηκε και βιαιοπράγησε εναντίον των αστυνομικών του Αστυνομικού Τμήματος ..., Η. Μ. του Ι. και Β. Α. του Κ. και ειδικότερα τους έσπρωξε βίαια κατά το χρόνο που οι ανωτέρω αστυνομικοί που εκτελούσαν διατεταγμένη υπηρεσία ήταν στο χώρο του καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος (καφετέρια) ιδιοκτησίας του Ι. Ν. του Ν. που βρίσκεται στην παραλία ..., ενεργώντας νόμιμο έλεγχο αυτού.».
Με τις παραδοχές όμως αυτές, το Δικαστήριο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον σε αυτήν δεν αναφέρονται τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος.
Η έλλειψη αυτή δεν μπορεί να αναπληρωθεί από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον ούτε σε αυτό περιέχονται τα συγκροτούντα την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Ειδικότερα δεν αναφέρονται: α) αν η πράξη του κατηγορουμένου κατέτεινε σε παράλειψη νόμιμης ενέργειας των υπαλλήλων της αστυνομικής αρχής, ανήκουσας στον κύκλο των αρμοδιοτήτων τους, και συνέτρεχαν οι ουσιώδεις τύποι που τάσσονται γι’ αυτήν, β) το είδος και το αντικείμενο του συγκεκριμένου ελέγχου, ώστε να διακριβωθεί αν οι αστυνομικοί του ... είχαν καθ’ ύλη αρμοδιότητα προς τούτο, αφού δεν αρκεί η αόριστη αναφορά ότι εκτελούσαν διατεταγμένη υπηρεσία ή νόμιμο έλεγχο. Με τις ως άνω δε ελλιπείς αιτιολογίες κατέστη ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της οικείας διάταξης του άρθρου 167 ΠΚ. Κατόπιν τούτων, κατά παραδοχή των βάσιμων, από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχεία Δ’ και Ε’ ΚΠΔ, σχετικών λόγων της υπό κρίση αίτησης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως (519 ΚΠΔ) .
Πηγή: dikastis.blogspot.com


_