«Ελεγε ο άλλος: “Οχι, πάρε την κυρία, είναι πιο καμένη από μένα”»

Ο αρχιφύλακας Γιάννης Πάπαρης εν αγνοία του πρωταγωνίστησε σε ένα βίντεο τηλεοπτικού σταθμού, όταν στις φωτιές στο Μάτι ένα συνεργείο τον κατέγραψε να κουβαλά στους ώμους του μια
ηλικιωμένη γυναίκα που είχε υποστεί εγκαύματα στην πλάτη για να τη μεταφέρει ώς το ασθενοφόρο.
Συναντήσαμε τον 47χρονο αρχιφύλακα, με τις δύο κόρες ηλικίας οκτώ και πέντε ετών, στα γραφεία της ΔΙΑΣ στο Αστυνομικό Μέγαρο της λεωφόρου Αλεξάνδρας και όπως διαπιστώσαμε, δεν θεωρούσε ότι αυτό που έκανε ήταν κάτι ξεχωριστό. «Δεν υπολογίζεις εκείνες τις ώρες τον εαυτό σου. Τους ανθρώπους τούς βλέπουμε σαν οικογένειά μας», είπε στην «Εφ.Συν.» χωρίς να αναφερθεί ιδιαίτερα στη γυναίκα που έσωσε. Εξάλλου για εκείνον δεν ήταν η μόνη.
«Κάναμε ό,τι καλύτερο μπορούσαμε. Εξάλλου, όπως μας έλεγε κι ο κόσμος, όλα έγιναν αστραπιαία. “Καήκαμε σε πέντε λεπτά”, μας έλεγαν», συνέχισε και μας αφηγήθηκε πως από μια φωτιά σε αγροκτήματα στην Παιανία που είχε σταλεί μαζί με την ομάδα του για να λάβει τροχονομικά μέτρα, πήρε διαταγή να πάει εσπευσμένα προς το Μάτι.
«Καθ’ οδόν πριν φτάσουμε στη Ραφήνα, μας σταματά ένας κύριος τρελαμένος και ζητά να τον βοηθήσουμε. Οι γονείς του είναι μέσα σε ένα σπίτι στην πρώτη είσοδο του Βουτζά και δεν μπορεί να πάει εκεί, να δει πώς είναι, γιατί η φωτιά μαίνεται στην περιοχή. Με τη βοήθεια των συναδέλφων τον συνοδεύσαμε ώς το σπίτι, βάλαμε τους γονείς του στο αυτοκίνητό του και μετά αποχώρησε ασφαλής», μας είπε.

Η πρώτη επαφή

O Γιάννης Πάπαρης
Ενώ βρίσκονταν στο Μάτι και κινούνταν στη φλεγόμενη περιοχή ξαφνικά, όπως διηγείται, τους πλησιάζει ένας με ένα μηχανάκι, τους ζητά βοήθεια και τον ακολουθούν.
«Πήγαμε μέσα από την οδό Ειρήνης, έναν στενό δρόμο παράλληλο της Δημοκρατίας. Στη Δημοκρατίας είχαν καεί γύρω στα 12-13 αυτοκίνητα και ο δρόμος είχε κλείσει τελείως. Πήγαμε από κάτω, από την Ειρήνης, μέχρι ένα σημείο και μετά πήγαμε με τα πόδια. Μόλις βγήκαμε στην Ποσειδώνος βλέπω 50-70 αυτοκίνητα καμένα ολοσχερώς. Ρίχναμε μέσα τους φακούς μήπως βρούμε κάποιον. Δεν βρήκαμε τίποτα. Πηγαίνουμε προς την παραλία. Μόλις είδε ο κόσμος τα φώτα από τους φακούς άρχισε να φωνάζει, “βοήθεια”, “τι είναι” “ποιος είναι”, “έχουμε καεί, πού ήσασταν”. Ολα αυτά, χωρίς να ξέρουν ποιοι είναι. Μόλις του λέω ότι είμαστε από την Αστυνομία, από την Ομάδα ΔΙΑΣ κι ότι μας στείλανε για να τους μεταφέρουμε με ασφάλεια, αμέσως ηρέμησαν. Τους χωρίσαμε σε ομάδες, επικοινώνησα με το κέντρο επιχειρήσεων και στη συνέχεια ήρεμοι πια συνεργάστηκαν μαζί μας. Ελεγε ο άλλος“Οχι, πάρε την κυρία, είναι πιο καμένη από μένα". Δεν κοίταγαν να ανέβει ο καθένας πάνω. Η συγκεκριμένη κυρία που πήρα στον ώμο, είχε καεί όλη στην πλάτη. Ετρεχε και η φωτιά την έκαψε από πίσω. “Εχει καεί πολύ, με προσοχή”, μου λέγανε. Νοιάζονταν να πάρουμε τους τραυματίες με προσοχή».
Ο Γιάννης Πάπαρης περιγράφει τα περιστατικά με ψυχραιμία ώς τη στιγμή που φτάνει στο εξής:
«Μας ζήτησαν από το κέντρο να επιβεβαιώσουμε τον θάνατο του κοριτσιού που είχε αναφερθεί στην περιοχή που ήμασταν. Πήρα έναν συνάδελφο, με δυσκολία περνάμε κάποια βράχια και βλέπουμε το κοριτσάκι. Ηταν η πλάτη του λίγο καμένη, αλλά όχι σοβαρά εγκαύματα. Δεν ήταν πάνω από 15 χρόνων. Δίπλα ήταν κι ένα σκυλάκι, νεκρό κι αυτό. Ερχονται δύο διασώστες. Επικοινωνώ με το Λιμενικό να έρθουν να πάρουν το κορίτσι. Πριν φύγω πήρα τα στοιχεία τους και τους λέω: “Εάν δεν μπορείτε να μείνετε στο σημείο, να φέρω έναν αστυνομικό να φυλάει το κοριτσάκι”. Ενα παιδάκι μόνο του. Δεν υπήρχε κανείς δίπλα του. Δεν έχει σημασία αν ήταν νεκρό...».
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
_