Της φωτιάς

«Το βράδυ ανάψανε φωτιά και τραγουδούσαν γύρω γύρω».
Οι μεγάλοι «Φωτιά είναι τα μάτια σου», τα παιδιά «Φωτιά στα σύνορα της γης θ’ ανάψουμε
εμείς με σπίρτο την καρδιά μας» να, πριν από λίγο καιρό το τραγουδούσαν στη γιορτή λήξης της σχολικής χρονιάς.
Το πρωί της 23ης Ιουλίου ξύπνησε χαρούμενη κι ετοίμασε το πρωινό.
«Αντε ξυπνήστε, θα πάμε για μπάνιο μετά».
Βγήκε στον κήπο με μια κούπα καφέ, κάτω από το πεύκο, σκέφτηκε πως μια βδομάδα ακόμη διακοπές κι έπειτα πάλι πίσω στην Αθήνα. Πήγε να μελαγχολήσει. «Α, όχι τέτοια, μια βδομάδα είναι μια ζωή!», σκέφτηκε. Εκείνος έφυγε για την πόλη, θα επέστρεφε πάλι το βράδυ.
«Να μαγειρέψω τις μπάμιες, μπλιαχ!, θα πουν τα παιδιά της αλλά θα τις φάνε θέλουν-δε θέλουν».
Ακουγε τις φωνές τους από το ανοιχτό παράθυρο, έπαιζαν μαξιλαροπόλεμο. Τον μόνο πόλεμο που γνώριζαν, ευτυχώς. Είχαν ακούσει στο μάθημα της Ιστορίας λίγα πράγματα για την καταστροφή στη Σμύρνη, για τα παιδιά του πολέμου που κατέφταναν καθημερινά από άλλες χώρες. Αλλά ποιος δίνει σημασία σε ξένες φωτιές.
Εβαλε το φαγητό να βράσει, μάζεψε τα μαγιό από την ταράτσα, πασάλειψε με κάμποσο αντηλιακό τα παιδικά κορμάκια, σε λίγο θα έσβηνε το μάτι, οι μπάμιες δεν θέλουν πολύ.
Βγήκε πάλι κάτω από το αγαπημένο της δέντρο, ρούφηξε την τελευταία γουλιά από την κούπα της, μια υποψία καπνού τής ήρθε στα ρουθούνια. Ετρεξε μέσα να δει την κατσαρόλα της. Μπα, τίποτα.
«Ντυθείτε, μη χάσουμε τη μέρα!», φώναξε πάλι.
Κάτω από το δέντρο πάλι, μέσα στα χόρτα και τους θάμνους.
«Ωραία που είναι η καθημερινότητα εδώ, εκείνος θα ψηθεί στο καμίνι της πρωτεύουσας, ευτυχώς έβγαλε αέρα σήμερα, τα φύλλα θροΐζουν…». Ξαφνικά κάτι έπιασε το αυτί της, σαν να άκουσε κάτι να έρπει μέσα στα χόρτα.
«Ρεξ! Πού είσαι;», φώναξε δυνατά και να, ο σκύλος μπροστά της. Ηταν ανήσυχος, κουνούσε την ουρά του, τα αυτιά του σαν κεραίες, πήγε κοντά της, της τράβηξε το φουστάνι, γάβγιζε. Τον αγκάλιασε, εκείνος την κοίταξε στα μάτια. «Ο,τι έφαγες έφαγες, το μεσημέρι πάλι», του είπε.
Μα ο Ρεξ έκοβε βόλτες κυκλικές, φανερά ανήσυχος, η μυρουδιά του καπνού κόλλησε στη μύτη της. Σηκώθηκε, έριξε μια γρήγορη ματιά, βγήκε στον δρόμο, άκουσε φωνές: «Φωτιά! Φωτιά!».
Υστερα δεν είχε χρόνο να σκεφτεί. Ετρεξε, άνοιξε τη βρύση, από το λάστιχο ξεχύθηκε το νερό, τα παιδιά βγήκαν στον κήπο τρομαγμένα, γλώσσες πύρινες, λαίμαργες γιγαντώνονταν από το φύσημα του αέρα.
«Το σπίτι, να σωθεί το σπίτι!», πρόλαβε να σκεφτεί. Τα παιδιά έκλαιγαν, εκείνη με το λάστιχο έσβηνε μια φλόγα και ξεφύτρωναν άλλες δέκα.
Οι γείτονες ένα στρέμμα παραδίπλα έκαναν το ίδιο.
«Βοήθεια, κάποιος να μας βοηθήσει!», ακουγόταν από παντού. Ο αέρας δυνάμωνε, οι φλόγες άπληστες καταβρόχθιζαν ό,τι συναντούσαν μπροστά τους.
Αγκάλιασε τα παιδιά της. «Στη θάλασσα, στη θάλασσα να κατεβούμε…», πρόλαβε να σκεφτεί.
Αμέσως, όπως συμβαίνει στις μεγάλες συμφορές, ένιωσε να τυλίγεται από ένα καυτό χνώτο θανάτου. Αγκαλιά και οι τρεις. Και μια κούκλα στα χέρια της μικρής. Και ένα τάμπλετ στου αγοριού το χέρι. Ο Ρεξ γάβγιζε κλαίγοντας. Μαζί κι αυτός.
«Οταν έσβησαν οι φωτιές μελέτησαν παρέα τη στάχτη από τ’ αστέρια».


Γλυκερία Γκρέκου - εκπαιδευτικός-συγγραφέας
efsyn.gr
_