Η γλώσσα της φυλακής Γλωσσοπλασία-η δύναμη και η συμβολική λειτουργία των γλωσσικών κωδικών επικοινωνίας

Την Τετάρτη 4 Ιουλίου ολοκληρώθηκαν τα μαθήματά μας στο Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος, για τη χρονιά 2017-18, στο πλαίσιο του σεμιναρίου μας με τίτλο “Φυλακές: Έρευνα και Γλωσσικά
Ζητήματα”. Μια απίστευτη εκπαιδευτική εμπειρία, για την οποία αναμφίβολα θα γράψω άρθρο!! Συνεχίζουμε, δυναμικά, τον Οκτώβριο τις εκπαιδευτικές μας δράσεις (περισσότερες πληροφορίες στο mail μου: kardaraa@gmail.com και ανακοινώσεις στην επίσημη σελίδα του ΚΕ.Μ.Ε. στη θεματική http://e-keme.gr/category/seminars/) και βέβαια οργανώνουμε τις ερευνητικές και επιστημονικές μας δράσεις, με έναρξη την Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου του 2018 -μια ημερομηνία που θέλω να κρατήσετε στο μυαλό σας.
Το σημερινό μου κείμενο αφορά πάλι τα γλωσσικά μας ζητήματα, όπως άλλωστε μου ζητήσατε. Αφιερώνεται στις εκπαιδευτικές μας ομάδες στο Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος, με τις οποίες εμβαθύνουμε μέσω της έρευνας στην καθημερινή ζωή στα καταστήματα κράτησης, στις σχέσεις που αναπτύσσονται στο περιοριστικό αυτό πλαίσιο της φυλακής και στις επιδράσεις που ασκεί το σύστημα της φυλακής τόσο στην καθημερινότητα, όσο και στην ψυχοσύνθεση του έγκλειστου πληθυσμού, εξετάζοντας τον ιδιαίτερο ρόλο που διαδραματίζει η γλώσσα της φυλακής, η οποία αποτελεί κρίσιμο και αναπόσπαστο στοιχείο του “υποπολιτισμού” των φυλακών.
Θα ξεκινήσω τη σημερινή μου ανάλυση, υπογραμμίζοντας ότι η έννοια της «λεκτικής επικοινωνίας» είναι απολύτως συνδεδεμένη με την ανθρώπινη ύπαρξη. Επομένως και η ανάγκη κάθε ατόμου για επικοινωνία είναι πρωταρχικής σημασίας. Εάν μάλιστα δεχτούμε το αξίωμα ότι «μία επικοινωνία όχι μόνο μεταβιβάζει πληροφορίες αλλά ταυτοχρόνως επιβάλλει συμπεριφορά» (1), συνειδητοποιούμε την πολύ μεγάλη αξία των γλωσσικών κωδίκων, μέσω των οποίων τα μέλη κάθε ομάδας μπορούν να εκφράσουν τις σκέψεις, τα συναισθήματά τους και να εκδηλώσουν μία συγκεκριμένης μορφής συμπεριφορά που τους διαφοροποιεί από το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο.
Το στοιχείο αυτό μας δίνει το έναυσμα για σκέψη και προβληματισμό και μας οδηγεί στη σημαντική διαπίστωση ότι η γλώσσα της φυλακής, την οποία διερεύνησα στο πλαίσιο της διδακτορικής μου διατριβής και αποτελεί αντικείμενο μελέτης μας με τις εκπαιδευτικές μας ομάδες στο Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος, δεν λειτουργεί μόνο σε γλωσσικό επίπεδο, αλλά πρωτίστως σε συμβολικό, γιατί οδηγεί τους κρατούμενους στην υιοθέτηση μίας συμπεριφοράς(κοινωνικής/ψυχολογικής/λεκτικής) που πηγάζει από το περιοριστικό πλαίσιο στο οποίο βρίσκονται και αντανακλά την ψυχοσύνθεσή τους, η οποία δέχεται τις ισχυρές επιδράσεις του εγκλεισμού.
Η μαγεία της γλώσσας πηγάζει από το γεγονός ότι κάθε γλώσσα προσφέρει στους ομιλητές άπειρα μέσα και μηχανισμούς για να εκφραστούν (2) και κατ’ επέκταση να ικανοποιήσουν βαθύτερες ψυχολογικές ανάγκες τους, όπως και να εκφράσουν σκέψεις και ιδέες. Η γλωσσοπλασία, δηλαδή η δημιουργία γλωσσικών κωδίκων επικοινωνίας από όλες σχεδόν τις κοινωνικές ομάδες που απαρτίζουν μία γλωσσική κοινότητα, συνιστά έναν από τους τρόπους με τους οποίους το σύστημα της γλώσσας καλύπτει τις πολυάριθμες επιδιώξεις και επιθυμίες των ομιλητών. Η ζωηρή φαντασία και δημιουργικότητα των λαών, σε συνδυασμό με την ικανότητά τους να διατυπώνουν ακόμα και περίπλοκες έννοιες σε λέξεις-επιγράμματα, οδηγούν στο πολυδιάστατο φαινόμενο της γλωσσοπλασίας.(3)
Μία από τις κύριες αιτίες ύπαρξης των γλωσσικών ιδιωμάτων σχετίζεται με τον αυτοπροσδιορισμό και την ταυτότητα της ομάδας. Άρα, η γλωσσοπλασία αποτελεί ένα κατεξοχήν κοινωνικό φαινόμενο και όχι καθαρά γλωσσικό (4), γιατί συνιστά ουσιαστικό τρόπο έκφρασης του ψυχικού και νοητικού μας κόσμου (σκέψεων, ιδεών, συναισθημάτων, επιθυμιών κ.λπ.). Οι γλωσσικοί κώδικες επικοινωνίας που δημιουργούνται σε κάθε γλωσσική κοινότητα διέπονται από τα ακόλουθα χαρακτηριστικά, τα οποία διερευνούμε με τις εκπαιδευτικές μας ομάδες, με τρόπο συστηματικό και μεθοδικό, κατά την ανάλυση της γλώσσας της φυλακής:
• απορρέουν από την προφορική ομιλία
• χρησιμοποιούν τα μέσα που προσφέρει το ίδιο το σύστημα της γλώσσας για να διαμορφώσουν το λεξιλόγιο τους
• αποτελούν «τρόπους ομιλίας»
• προϋποθέτουν ένταξη και ενεργό συμμετοχή σε μία ομάδα, τα μέλη της οποίας μοιράζονται κοινά ενδιαφέροντα ή ασχολίες
• χρησιμοποιούνται σε συγκεκριμένες περιστάσεις και με συγκεκριμένα πρόσωπα
• το λεξιλόγιο τους ανανεώνεται διαρκώς για να εκφράσει τις ιδέες, τάσεις, ανάγκες, επιδιώξεις, επιθυμίες και συναισθήματα της εκάστοτε εποχής και κοινωνίας
• στοχεύουν στη μετάδοση μηνυμάτων που είναι κατανοητά μόνο από τους ανήκοντες στην ομάδα
• οι λειτουργίες που επιτελούν είναι κατά πρώτο λόγο κοινωνικές και ψυχολογικές
• οι επιδράσεις τους στο κοινωνικό γίγνεσθαι είναι καθοριστικής σημασίας (5)
Αποσκοπώντας σε μία πιο συστηματική διερεύνηση του φαινομένου, οι γλωσσολόγοι διέκριναν τρεις μεγάλες κατηγορίες γλωσσικών κωδίκων: τις ειδικές, τις επαγγελματικές και τις συνθηματικές γλώσσες. Πολύ συνοπτικά αναφέρω για κάθε κατηγορία:
α) ειδικές γλώσσες
Οι ειδικές γλώσσες παρουσιάζουν κοινά τόσο με τις επαγγελματικές όσο και με τις συνθηματικές γλώσσες. Στην αγγλόφωνη βιβλιογραφία αναφέρονται συνήθως με τον όρο register, ενώ στη γαλλόφωνη με τον όρο langues spéciales ή με τον μειωτικό όρο jargon. Σύμφωνα με τη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, «με τον όρο ειδικές γλώσσες εννοούμε τους γλωσσικούς κώδικες που χρησιμοποιούνται, υπό ορισμένους όρους και περιστάσεις, από συγκεκριμένες κοινωνικές τάξεις και ομάδες, σωματεία και συντεχνίες» (6).
β) επαγγελματικές γλώσσες
Οι επαγγελματικές γλώσσες αναφέρονται στη γαλλόφωνη βιβλιογραφία ως langues professionelles ή argots professionels. Αυτής της μορφής οι γλωσσικοί κώδικες χρησιμοποιούνται από όλες σχεδόν τις επαγγελματικές ομάδες που απαρτίζουν μία γλωσσική κοινότητα. Αποτελούν μέρος της καθημερινότητας των ατόμων, δεδομένου ότι το επάγγελμα διαδραματίζει κυρίαρχο ρόλο στη ζωή τους. Ορισμένες από αυτές τις γλώσσες θα μπορούσαν να εκληφθούν και ως ειδικές. Εν τούτοις, το καίριο στοιχείο διαφοροποίησης είναι ότι αποτελούν μία πιο εξειδικευμένη κατηγορία, καθώς οι ομιλητές τους προέρχονται κατ’ ανάγκην από μία επαγγελματική ομάδα.
γ) συνθηματικές γλώσσες
Οι όροι που χρησιμοποιούνται στην ξενόγλωσση βιβλιογραφία για να χαρακτηρίσουν κάθε μορφής ιδίωμα που κατασκευάζουν και χρησιμοποιούν ως μυστικό κώδικα συνεννόησης διάφορες κοινωνικές ομάδες είναι αργκό/argot (7) ή σλάνγκ/slang (8). Αντίστοιχα, ο ελληνικός όρος που έχει επικρατήσει είναι συνθηματική γλώσσα ή συνθηματικό ιδίωμα ή αλλιώς συνθηματικός κώδικας. Πρωταρχικός σκοπός των ομιλητών τους είναι με μία περιεκτική φράση ή λέξη να ειδοποιήσουν για τον επικείμενο κίνδυνο.
Το θεμελιακό συμπέρασμα που εξάγεται από την ανάλυση των δεδομένων, στο πλαίσιο της έρευνάς μου, συνίσταται στο ότι η γλώσσα της φυλακής ή φυλακίστικη διάλεκτος ή αλλιώς φυλακίστικες λέξεις (σημ. οι δύο τελευταίοι όροι προέρχονται από το γλωσσάριο των κρατουμένων), είναι μία πολυσύνθετη έννοια, με έντονα συμβολικές διαστάσεις και προεκτάσεις. Γι’ αυτό πολύ δύσκολα θα μπορούσαμε να την ορίσουμε με ακρίβεια και σαφήνεια, ενώ είναι αναγκαίο να δοθεί έμφαση πρωτίστως στη συμβολική λειτουργία αυτού του ιδιαίτερου γλωσσικού κώδικα επικοινωνίας, ο οποίος απαρτίζεται από ένα σύνολο λέξεων και φράσεων, εκ των οποίων άλλες δημιουργούν οι έγκλειστοι και άλλες δανείζονται από διαφορετικούς γλωσσικούς κώδικες, κυρίως από τη γλώσσα των νέων και τη γλώσσα του στρατού, καθώς και από ξένες γλώσσες και μάλιστα γλώσσες που δεν είναι γνωστές στο ευρύ κοινό, π.χ. αραβικά. Οι κρατούμενοι χρησιμοποιούν σε μεγάλη έκταση αυτές τις εκφράσεις για να περιγράψουν πρόσωπα και καταστάσεις, εντός και εκτός σωφρονιστικού καταστήματος, που επιδρούν στην καθημερινότητά τους άμεσα και έμμεσα.
Η γλώσσα της φυλακής, κατ’ αντιστοιχία με τους γλωσσικούς κώδικες που χρησιμοποιούνται εκτός, είναι συνεπώς ένα «σύμβολο» επικοινωνίας, εφόσον θεωρείται το πιο ισχυρό «όπλο» για να προσαρμοστούν στο άτεγκτο περιβάλλον της φυλακής και να επιβιώσουν που είναι το κύριο ζητούμενο όλων των φυλακισμένων. Επομένως, η γλώσσα που χρησιμοποιείται στον χώρο της φυλακής είναι φορέας ιδεών, στάσεων, πεποιθήσεων, απόψεων, εμπειριών, βιωμάτων και γενικότερα ενός ολόκληρου αξιακού συστήματος που αντανακλά τον τρόπο ζωής, σκέψης και συμπεριφοράς εντός και εκτός φυλακής, σε κάθε εποχή και σε κάθε κοινωνία.
Το τελευταίο αυτό σημείο ενισχύει τη θέση μας ότι η γλώσσα της φυλακής είναι μία «αναγκαιότητα» και όχι ένα τυχαίο, άνευ ιδιαίτερης σημασίας φαινόμενο.
Αυτή η πραγματικότητα αποκαλύπτει μία ακόμα σημαντική διάσταση, η οποία έγκειται στο ότι η γλώσσα των τροφίμων δεν είναι στατική αλλά ανανεώνεται συνεχώς και εμπλουτίζεται με καινούργιες λέξεις και φράσεις. Η γλωσσική αλλαγή, δηλαδή, είναι έντονη.
Κλείνοντας το σημερινό μου άρθρο, να αναφέρω ότι με την πολύ δυνατή 11μελή επιστημονική μας ομάδα στο Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος διεξάγουμε επαναληπτική έρευνα για τη γλώσσα της φυλακής στα καταστήματα κράτησης της σύγχρονης εποχής και με την ολοκλήρωσή της θα ανακοινώσουμε ασφαλώς τα πορίσματά μας.
Ας αφεθούμε, επομένως, στη μαγεία της γλώσσας και ας οδηγηθούμε στα συναρπαστικά «μονοπάτια» των γλωσσικών κωδίκων επικοινωνίας της που μας αποκαλύπτουν πολλά και σημαντικά για την ψυχοσύνθεση και την κοσμοθεωρία των ομιλητών της!
Υποσημειώσεις
1. Το παραπάνω αξίωμα διατυπώνεται στο έργο των P. Watzlawick, J. Beavin Bavelas, D.D. Jackson, Ανθρώπινη Επικοινωνία και οι Επιδράσεις της στη Συμπεριφορά, ό.π., σελ. 73.
2. Γ. Μπαμπινιώτης, Ελληνική Γλώσσα: Παρελθόν, Παρόν, Μέλλον, Αθήνα: Gutenberg, 1994, σελ. 21.
3. Β. Καπετανάκης, Το Λεξικό της Πιάτσας, 3η έκδ., Αθήνα: Αλφειός, 1989, σελ. 10.
4. I.L. Allen, «Slang: Sociology» στο R. Mesthrie (επιμ), Concise Encyclopedia of Sociolinguistics, ό.π., σελ. 265.
5. P. Guiraud, L’ Argot, 9η έκδ., Paris: PUF, σελ. 6.
6. Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 11, Αθήνα: Πυρσός, 1933, σελ. 294.
7. E. Partridge, A Dictionary of Slang and Unconventional English, 8η έκδ., London: Routledge, 2002, σελ. 25.
8. Ό.π., σελ. 1083.


_