Η προστασία της ανηλικότητας οφείλει να είναι προτεραιότητα της αντεγκληματικής πολιτικής

Η υπόθεση της Λέρου φέρνει στο φως για μια φορά ακόμα το σοβαρότατο πρόβλημα βίας κατά παιδιών, μέσα στην οικογένεια, που δύναται να λάβει πολύ επικίνδυνες διαστάσεις. Νοσηρά
«εγκληματικά μυαλά» δυστυχώς πάντα θα υπάρχουν στις κοινωνίες. Η δράση τους, σε πολλές περιπτώσεις, αποκαλύπτεται μετά από χρόνια, ενώ σε άλλες υποθέσεις παραμένει στο «σκοτάδι» (σκοτεινή/αφανής εγκληματικότητα), γιατί δεν καταγγέλλεται, με αποτέλεσμα να συνεχίζουν την εγκληματική δράση τους, ανενόχλητοι. Επομένως, πέρα από τον κοινωνικό αποτροπιασμό που συνήθως εκδηλώνεται, εκ των υστέρων, πρέπει να δοθεί έμφαση στην πρόληψη. Όσα λόγια και αν πούμε ή όσα κείμενα κι αν γράψουμε εκ των υστέρων, το μέγεθος της βλάβης που έχει υποστεί η παιδική ψυχή είναι τεράστιο.
Αυτό σημαίνει στην πράξη ότι όσοι γνωρίζουν ή έχουν βάσιμες υποψίες για την κακοποίηση που υφίσταται ένα παιδί οφείλουν να μιλήσουν έγκαιρα στις αρμόδιες υπηρεσίες. Εξίσου σημαντικό να «σπάσουν οι ένοχες σιωπές» από άλλα μέλη της οικογένειας που έχουν πλήρη επίγνωση της κατάστασης, αλλά φοβούνται ή ντρέπονται να αποκαλύψουν την αλήθεια.  Σε αυτές τις περιπτώσεις όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο χρόνος λειτουργεί σε βάρος των παθόντων. Συνεπώς, η καταπολέμηση του φαινομένου πρέπει να είναι άμεση.
Ένα άλλο ζήτημα που οφείλει να μας απασχολήσει σοβαρά είναι η διαδικασία η οποία ακολουθείται όταν γίνει τελικά η καταγγελία. Δεν πρέπει να είναι χρονοβόρα και εξοντωτική για το παιδί θύμα, το οποίο δύναται να υποστεί μια δευτερογενή θυματοποίηση, με τις αλλεπάλληλες καταθέσεις και τις χρονοβόρες διαδικασίες που έχουν ως συνέπεια να ζει ξανά και ξανά τον εφιάλτη του.
Ας δούμε όμως στην πράξη ποια διαδικασία προβλέπεται αφού γίνει η καταγγελία: Αρχικά, πρέπει να δοθεί εισαγγελική παραγγελία σε μια κοινωνική υπηρεσία. Τι γίνεται όμως στις περιπτώσεις που η υπηρεσία είναι υποστελεχωμένη ή έχει πολύ μεγάλο φόρτο εργασίας; Αυτό είναι ένα σοβαρότατο ζήτημα που πρέπει να αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά. Στη συνέχεια, η έρευνα απαιτεί χρόνο, ώστε να συγκεντρωθούν τα απαραίτητα στοιχεία και να αποφασισθεί πού τελικά θα πάει το παιδί. Ασφαλώς, κανείς δεν αμφισβητεί ότι σε κάθε υπόθεση πρέπει να γίνεται πολύ προσεκτική διερεύνηση και να αναζητείται όλη η αλήθεια. Ωστόσο, πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν ότι μιλάμε για αθώες παιδικές ψυχές και γι’ αυτό είναι απαραίτητο να δίνει η Πολιτεία προτεραιότητα στις συγκεκριμένες υποθέσεις και να επισπεύδει τις διαδικασίες, λαμβάνοντας όλα τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της σωματικής και ψυχικής υγείας του ανηλίκου, μέχρι να γίνει η δίκη και αποφανθεί η δικαιοσύνη.  
Για να κατανοήσουμε το πόσο δυσχερείς και χρονονόβορες μπορεί να είναι αυτές οι καταστάσεις, ας λάβουμε σοβαρά υπ’ όψιν μας τρία ακόμα στοιχεία, όπως τα κατέγραψα συνομιλώντας με αρμόδιους φορείς: πρώτον, το ίδιο το παιδί σε πολλές περιπτώσεις δύσκολα θα μιλήσει από μόνο του για όσα υφίσταται, εξαιτίας του φόβου του. Δεύτερον, δεν είναι πάντοτε εύκολο και απαιτεί χρόνο να αποδειχθούν με χειροπιαστά στοιχεία κάποιες υποθέσεις, για παράδειγμα μια υπόθεση ασέλγειας σε βάρος ανηλίκου, ιδίως αν τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας ή όσοι γνωρίζουν κρατούν «ένοχη σιωπή» και τρίτον, όταν το ίδιο το παιδί υφίσταται από πολύ μικρές ηλικίες τέτοιου είδους συμπεριφορές, ενδέχεται όχι μόνον να μην μπορεί να διακρίνει ποια συμπεριφορά του γονιού είναι εγκληματική, αλλά να ζητάει το ίδιο -μετά από ένα χρονικό διάστημα- να επιστρέψει στον γονιό που εγκληματεί σε βάρος του.
Υπάρχει όμως και ένα στοιχείο σε όλο αυτό το θολό τοπίο που είναι πολύ σημαντικό να αναφέρουμε, γιατί μπορεί να οδηγήσει σε άμεση απομάκρυνση του παιδιού από το εγκληματικό περιβάλλον. Εάν αποδειχθεί η ακαταλληλότητα του περιβάλλοντος από την υπηρεσία ανηλίκων που θα κάνει την έρευνα, το παιδί θα απομακρυνθεί άμεσα και θα τοποθετηθεί σε κάποιο νοσοκομείο/ίδρυμα/δομή. Μάλιστα, η εμπειρία δείχνει ότι συνήθως σε αυτές τις ακραίες μορφές εγκληματικότητας υπάρχει μια συννοσηρότητα του περιβάλλοντος που σημαίνει ότι και άλλοι ζημιογόνοι παράγοντες καταγράφονται από τους ειδικούς. Παράγοντες οι οποίοι δύναται να παίξουν καθοριστικό ρόλο για να απομακρυνθεί το παιδί από το  νοσηρό περιβάλλον, όπως οι απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης, η έκθεση του παιδιού σε κίνδυνο, η παραμέλησή του κ.ά.
Τέλος, ένα ζήτημα στο οποίο δίνει έμφαση η διεθνής έρευνα αφορά τον αυξημένο κίνδυνο να αποτελέσουν θύματα κακοποίησης παιδιά με αναπηρίες. Οι σωματικές αναπηρίες, ιδίως εκείνες που δύναται να μειώσουν την αξιοπιστία της μαρτυρίας ενός παιδιού στην ποινική δίκη, όπως η τύφλωση, η κώφωση και η νοητική υστέρηση, σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο κακοποίησής τους (Westcott and Jones, 1999). Τρεις είναι οι καθοριστικοί παράγοντες που συμβάλλουν σε αυτόν τον αυξημένο κίνδυνο και καθιστούν το παιδί ευάλωτο θύμα: η εξάρτησή του από τρίτα πρόσωπα, οι δυσκολίες επικοινωνίας και η ανάγκη -όπου υπάρχει- για φροντίδα του παιδιού σε ιδρυματικά περιβάλλοντα Αξιοσημείωτο επίσης είναι ότι τα αγόρια που είναι θύματα σεξουαλικής κακοποίησης υπερεκπροσωπούνται μεταξύ παιδιών με αναπηρίες σε σύγκριση με το αντίστοιχο ποσοστό των παιδιών χωρίς αναπηρίες που έχουν κακοποιηθεί σεξουαλικά (Sobsey et al., 1997).  

Μια πρόσφατη μελέτη των ΗΠΑ διαπίστωσε ότι τα παιδιά με αναπηρίες είναι πιο πιθανό να πέσουν θύματα σχολικού εκφοβισμού σε σύγκριση με άλλους μαθητές. Οι σύγχρονοι ερευνητές εμβαθύνουν ακόμα περισσότερο στο θέμα, υπογραμμίζοντας ότι όχι όλα τα παιδιά με αναπηρίες, αλλά παιδιά με συγκεκριμένες αναπηρίες, διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να υποστούν κακοποίηση.  Τα νέα ευρήματα προέρχονται από μια εκτεταμένη μελέτη που πραγματοποιήθηκε στην Αυστραλία. Δείγμα της αποτέλεσαν περισσότερα από 500.000 παιδιά που γεννήθηκαν στη δυτική Αυστραλία μεταξύ των ετών 1990 και 2010. Για λίγο κάτω από το 5% των παιδιών είχε γίνει καταγγελία σε υπηρεσίες προστασίας ανηλίκων για κακοποίηση ή παραμέληση. Η κακοποίηση αφορούσε σωματική, σεξουαλική ή συναισθηματική/ψυχολογική κακοποίηση του παιδιού.

Η ερευνητική ομάδα διαπίστωσε ότι, ενώ τα παιδιά με αναπηρίες αποτελούν περίπου το 10% του πληθυσμού, αντιπροσώπευαν το ένα τέταρτο όλων των καταγγελιών για κακομεταχείριση - και 29% όλων των κατηγοριών που είχαν αποδειχθεί. Με μια πιο προσεκτική εξέταση των υποθέσεων, οι ερευνητές κατέληξαν στη σημαντική διαπίστωση ότι ο κίνδυνος θυματοποίησής τους διέφερε ανάλογα με το είδος της αναπηρίας. Πιο συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι τα παιδιά με νοητική υστέρηση διέτρεχαν τον μεγαλύτερο κίνδυνο. Ήταν δύο φορές πιο πιθανό να γίνουν καταγγελίες στις υπηρεσίες ανηλίκων για αυτά τα παιδιά, σε σχέση με τα παιδιά χωρίς αναπηρίες. Το αξιοσημείωτο είναι ότι, σύμφωνα με την παραπάνω έρευνα, ακόμα και μεταξύ αυτών των παιδιών με αναπηρίες, η εικόνα ήταν διαφορετική. Εκείνα με σοβαρότερη νοητική υστέρηση δεν βρίσκονταν σε υψηλό κίνδυνο, σε αντίθεση με όσα είχαν ηπιότερη μορφή νοητικής υστέρησης που διέτρεχαν υψηλότερο κίνδυνο. Ομοίως, τα παιδιά με αυτισμό, σύνδρομο Down και γενετικές ανωμαλίες δεν ήταν σε αυξημένο κίνδυνο, σύμφωνα με τα πορίσματα της μελέτης.

Συνοψίζοντας, διαπιστώνουμε ότι είναι αναγκαίο να «σπάσουν οι σιωπές» και αυτό ας είναι το μήνυμά μας προς την κοινωνία! Επίσης, είναι απαραίτητο να δίνεται προτεραιότητα από την Πολιτεία στις υποθέσεις που αφορούν ανηλίκους και να επισπεύδονται οι απαιτούμενες διαδικασίες. Παράλληλα στο πλαίσιο μιας κοινωνίας που αλλάζει με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, θεωρώ ότι είναι σκόπιμο να συζητηθούν και νέοι τρόποι και μέσα προστασίας της ανηλικότητας, με πιο ενεργή και δυναμική συμμετοχή του σχολείου, όπως και της τοπικής κοινότητας.

Διαδικτυακοί τόποι άντλησης στοιχείων


Αγγελική Καρδαρά
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος ΕΜΜΕ - Φιλόλογος. Συνεργάζεται με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει (συγγραφή και εκπαίδευση) τα εκπαιδευτικά προγράμματα «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» και «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ» (Ακαδημαϊκός Υπεύθυνος: Καθηγητής Γιάννης Πανούσης). Συνεργάζεται επίσης με το Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.), όπου είναι εισηγήτρια σεμιναριακών μαθημάτων με θεματική «Το Έγκλημα στο Αστυνομικό και Δικαστικό ρεπορτάζ». 


_