Γιαννούλα Καραχάλιου: Το ένοχο θύμα

Χρειάστηκαν τρεις μέρες για να αποκτήσει όνομα το κοριτσάκι που σκοτώθηκε την Δευτέρα «υπό αδιευκρίνιστες –ακόμα- συνθήκες»! Σε πολλά δημοσιεύματα μάλιστα αναφέρεται ως Γιαννούλα, με
την οικειότητα που αντλείται από την ανάγκη προσωποποίησης της είδησης για αν γίνει πιο θελκτική και την αδυναμία του νεκρού παιδιού να υπερασπιστεί ολόκληρο το όνομά του. Ο δράστης παραμένει ακόμα «φερόμενος 40χρονος επιχειρηματίας», μ’ αυτήν ιδιότητα προσφέρεται προς κατανάλωση από το κοινό, εκείνο το «13χρονη Ρομά, 40χρονος επιχειρηματίας» των πρώτων ειδήσεων, τίτλος που δεν χρειαζόταν καν το κείμενο για να υπογραμμίσει  την διάκριση και τον φόβο βεντέτας, που αποτέλεσε το πλαίσιο της είδησης τις πρώτες ημέρες –αυξημένη επικινδυνότητα των Ρομά, με άλλα λόγια. Και, από την άλλη, σαν καλοί χριστιανοί, πήραμε τα πρόσφορα του ρατσιστικού επιχειρήματος και τα μοιράζαμε κομμάτι-κομμάτι στο όνομα της πολιτικής  ορθότητας. Και το νεκρό παιδί χάθηκε, το κατάπιε το πλαίσιο, τόσο στην ανωνυμία όσο και στην εικονογράφηση του όποιου επιχειρήματος.  Και ως παιδί ή ως μέρος ενός φυλετικού συνόλου, το καταπίνει κυρίως η «κακιά στιγμή» που, ρητά ή υπόρρητα, είναι ο πυλώνας της όποιας αφήγησης του θανάτου του, καθώς δεν ήταν αυτό ο στόχος αλλά το σύνολο των ανθρώπων του καταυλισμού. «Υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες», στις οποίες όμως διευκρινίζεται ότι μπορεί να είχε προηγηθεί κάποια διάρρηξη, άρα και οι άνθρωποι του καταυλισμού δεν είναι άμοιροι ευθυνών για τον θάνατο του παιδιού, τον προετοίμαζε η –σχεδόν με όρους αυτονόητου- επικινδυνότητά τους, κάποια στιγμή θα συνέβαινε.  
Αυτό που θέλω να πω είναι ότι το συγκεκριμένο ιδεολογικό περιεχόμενο της –κάθε- είδησης απορρέει από το υπόστρωμα, από την αφήγηση των γεγονότων, από την ρητή αναφορά γεγονότων μέχρι τις εύγλωττες αποσιωπήσεις. Η είδηση δεν είναι το γεγονός καθαυτό αλλά η αφήγησή του. Από την στιγμή που η πραγματικότητα ενός εγκλήματος κατακερματίζεται και ανακατασκευάζεται στο συμβολικό επίπεδο της είδησης, τα γεγονότα αποκτούν καινούργια νοήματα, οικεία όμως στο κοινό που θα καταναλώσει την είδηση, εγγεγραμμένα ήδη σ’ έναν πολιτισμικό χάρτη νοημάτων στον οποίο υποτίθεται ότι το κοινό έχει πρόσβαση και  συμμερίζεται, όπως μας λέει ο Stuart Hall. Ταυτόχρονα, πολύ συχνά η εγκληματικότητα γίνεται ένας τρόπος για να μιλάμε για την κοινωνία και τα δεινά της.
Αυτό που παραλείπεται, λοιπόν, κατά τη γνώμη μου, είναι οι λειτουργίες του συνεχώς καλλιεργούμενου και τροφοδοτούμενου  «φόβου του εγκλήματος», η εύγλωττη σιωπή για την παγίδα στο επίπεδο της κοινωνικής συνοχής, της κοινωνικής ζωής, για την άνεση με την οποία γίνονται δημόσια δηλώσεις για την ανάγκη αυτοπροστασίας του κοινού ακόμα και με ρίσκο την «κακιά στιγμή». Κατ’ επέκταση, θεωρώ ότι ο βασικός πυλώνας της αφήγησης αυτού του εγκλήματος βρίσκεται στις «αδιευκρίνιστες συνθήκες», στο ενδεχόμενο να είχε προηγηθεί διάρρηξη, σ’ αυτό που δεν θα θαμπώσει καν την υπόρρητη ισχύ του η εικόνα της μικρής νεκρής, όσο κι αν συνεχίζουμε να μιλάμε γι’ αυτήν. Και κάπως έτσι η «κακιά στιγμή» είναι το σημείο που το θύμα είναι ένοχο για τον θάνατό του.

[Πηγή εικόνας: http://jordioliverphotographer.blogspot.com/2012/06/latcho-drom-wellcome-in-tziganie-auch.html?m=1]


http://crimevssocialcontrol.blogspot.com
_