Ποια αναλγητικά στη διάρκεια της εγκυμοσύνης επηρεάζουν τη γονιμότητα του παιδιού;



Επιπτώσεις στη γονιμότητα του αγέννητου παιδιού αργότερα στη ζωή του, τόσο του κοριτσιού όσο και του αγοριού, σύμφωνα με μια νέα βρετανική επιστημονική έρευνα, μπορεί να έχει η λήψη αναλγητικών στη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Η μελέτη έρχεται να ενισχύσει τις ενδείξεις προηγούμενων ερευνών ότι ορισμένα ευρέως χρησιμοποιούμενα φάρμακα όπως η παρακεταμόλη, πρέπει να λαμβάνονται με προφύλαξη στη διάρκεια της κύησης, καθώς μπορεί να επηρεάσουν τη γονιμότητα των απογόνων μέσω επίπτωσης στο DNA του εμβρύου.

Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου, με επικεφαλής το δρα Ροντ Μίτσελ του Κέντρου Αναπαραγωγικής Υγείας, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό περιβαλλοντικής υγείας «Environmental Health Perspectives», επεσήμαναν ότι η νέα μελέτη τους δεν μεταβάλλει τις ισχύουσες σήμερα συστάσεις, σύμφωνα με τις οποίες, αν η χορήγηση παρακεταμόλης είναι αναγκαία σε εγκύους, πρέπει να γίνεται στη χαμηλότερη δυνατή δόση και για το μικρότερο δυνατό χρονικό διάστημα. Επίσης ανέφεραν ότι τα φάρμακα που περιέχουν ιβουπροφαίνη πρέπει να αποφεύγονται κατά την εγκυμοσύνη.

Οι επιστήμονες μελέτησαν τη δράση της παρακεματόλης και της ιβουπροφαίνης σε δείγματα ανθρωπίνου ιστού όρχεων και ωοθηκών. Οι ανθρώπινοι ιστοί που εκτέθηκαν σε οποιοδήποτε από τα δύο φάρμακα επί μια εβδομάδα στο εργαστήριο, εμφάνισαν μειωμένους αριθμούς των γεννητικών κυττάρων από τα οποία προκύπτουν τα σπερματοζωάρια και τα ωάρια.

Οι ωοθήκες που εκτέθηκαν σε παρακεταμόλη για μία εβδομάδα, είχαν πάνω από 40% λιγότερα κύτταρα από τα οποία αναπτύσσονται στη συνέχεια τα ωάρια. Με την ιβουπροφαίνη, ο αριθμός των εν λόγω κυττάρων μειώθηκε σχεδόν στο μισό.

Οι ερευνητές επεσήμαναν ότι αυτό είναι σημαντικό, επειδή τα κορίτσια παράγουν όλα τα ωάριά τους στη μήτρα, συνεπώς αν γεννηθούν με μειωμένο αριθμό, αυτό μπορεί να τα οδηγήσει σε πρόωρη εμμηνόπαυση.

Αλλά και στην περίπτωση των αγοριών μπορεί να υπάρξουν επιπτώσεις. Ο ιστός όρχεων που εκτέθηκε στα συγκεκριμένα φάρμακα, εμφάνισε μείωση περίπου 25% στα κύτταρα παραγωγής σπερματοζωαρίων.


Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ
_