Η Σύλληψη του Χριστού ως πρότυπο βελτίωσης για τις συνθήκες κράτησης - Του Αρχιφύλακα-Κληρικού Δαλαγιώργου Νικολάου


Ο Χριστός είναι «εικών απαράλλακτος» του Θε­ού και Πατρός. Ο δε άνθρωπος είναι «αμυδρά» εικόνα του Θεού, καθώς είναι κατ’ εικόνα του Χριστού
δημιουργημένος. Ο άνθρωπος για να αναδειχθεί αλη­θινός άνθρωπος πρέπει να γίνει αυτό για το οποίο πλάστηκε, δηλαδή κατ’ εικόνα Χριστού. Όπως το πρωτότυπο, ο Χριστός, δεν μπορεί να υπάρξει απροσώπως, παρά μόνο σε προσωπική σχέση αγάπης και κοινωνίας με τον Θεό Πατέρα, το ίδιο ακριβώς πρέπει να συμβαίνει και με την εικόνα Του, τον άνθρωπο. Όταν ο άνθρωπος μετέχει στην εν Χριστώ ζωή είναι αυθεντικός άνθρωπος και ωμοιάζει με τον Χριστό, ο οποίος διακήρυξε: «Εγώ ειμί η αλήθεια».
    Θέτοντας λοιπόν ως βάση ότι ο Χριστός δεν είναι μόνο «η οδός, η αλήθεια», αλλά και «η ζωή», βρίσκει εφαρμογή στην επαγγελματική επάρκεια, την ηθική πληρότητα και τις αρετές, οι οποίες κοσμούν την προσωπικότητα του Έλληνα Αστυνομικού, ο οποίος σέβεται την αξία του ανθρώπου, μεριμνά για την προστασία των δικαιωμάτων του ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, εφαρμόζει το νόμο με κοινωνική ευαισθησία και ουδέποτε υπερβαίνει τα επιτρεπόμενα όρια της διακριτικής ευχέρειας, δεν επιφέρει, δεν προκαλεί και δεν ανέχεται πράξεις βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, γιατί στο πρόσωπο του κάθε ανθρώπου βλέπει την Εικόνα του Χριστού.
   Η Σύλληψη και η δίκη του Χριστού έγινε κατά παράβαση πολλών άρθρων της Δικονομίας και του Εβραϊκού και του Ρωμαϊκού Δίκαιου, κάτι που πρέπει όλους μας να μας διδάξει προς αποφυγή παρόμοιων περιπτώσεων. Ας δούμε αναλυτικά τις Δικονομικές Παραβάσεις: 
  1. Η πρώτη παράβαση έγινε κατά την σύλληψη του Χριστού, η οποία στηρίχθηκε σε επιθυμία του Αρχιερέα Άννα και του Καϊάφα και όχι σε απτές κατηγορίες και παράβασης του Εβραϊκού Νόμου.  
  2. Η σύλληψη έγινε σε ώρα προσευχής, χωρίς δηλαδή ο Χριστός να διαπράττει κάτι παράνομα.
  3. Κατά την σύλληψη ο κατηγορούμενος Χριστός δέθηκε και κατά την πορεία του να δικαστεί ανέχεται πράξεις βασανισμού, ξυλοδαρμού, μίας απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης, χωρίς να υπάρχει ακόμη κατηγορητήριο.
  4. Το εβραϊκό δίκαιο απαγόρευε την ανάκριση και την κακοποίηση του κατηγορουμένου (Mishna, Sotah 1,4) διότι μέχρι την τελική του καταδίκη, εθεωρείτο αθώος .
  5. Τόσο στο Ρωμαϊκό, όσο και στο Εβραϊκό δίκαιο, ο Κατηγορούμενος, είχε δικαίωμα: α) να μιλήσει, β) να καλέσει μάρτυρες και γ) να τύχει καλής μεταχειρίσεως, κατά τη διάρκεια της δίκης.
  6. Η δίκη έπρεπε να διεξαχθεί ημέρα, με ανοικτές τις πόρτες, ενώπιον του λαού, και όχι νύχτα και χωρίς ακροατήριο, όπως έγινε.
  7. Οι Δικαστές όφειλαν να είναι δίκαιοι, αμερόληπτοι, και κάποιοι απ’ αυτούς, είχαν δικονομική υποχρέωση να υπερασπίζουν τον κατηγορούμενο, εφόσον δεν υπήρχαν μάρτυρες υπερασπίσεως.
  8. Η απόφαση δεν μπορούσε να στηριχθεί στην ομολογία του κατηγορουμένου, αλλά μόνο στις μαρτυρίες. Σήμερα η ομολογία του κατηγορουμένου γίνεται δεκτή, σαν αποδεικτικό μέσο, σύμφωνα με την ισχύουσα ποινική δικονομία (άρθρο 178 εδ. δ΄).
  9. Κατά την ακροαματική διαδικασία, δεν ετηρούντο πρακτικά όπως θα έπρεπε. Σε περίπτωση δε καταδίκης εξεδίδετο γραπτό διάταγμα, στο οποίο κατεχωρίζοντο τα στοιχεία του κατηγορουμένου, η κατηγορία, η ημέρα που δικάστηκε και η απόφαση του Συνεδρίου. Διάταγμα καταδίκης του Χριστού πάντως, από το Μέγα Συνέδριο, δεν έχει βρεθεί. Έχει βρεθεί μόνο κείμενο της επικυρωτικής αποφάσεως του Πιλάτου, για την σταύρωση του Χριστού, που ζήτησαν οι Εβραίοι.
  10. Εφόσον επεκυρώνετο η θανατική καταδίκη, από το Ρωμαίο έπαρχο, η εκτέλεση έπρεπε να γίνει, την επόμενη ημέρα και, ποτέ αυθημερόν. Δηλαδή, από την έναρξη της ακροάσεως του κατηγορουμένου, μέχρι την εκτέλεση της θανατικής ποινής, έπρεπε να περάσουν, τουλάχιστον 4 μέρες.!!!  Σ’ αυτό το διάστημα οτιδήποτε ελαφρυντικό, κατατεθεί για τον κατηγορούμενο ανέστελλε αμέσως την εκτέλεση.
  11. Στον τόπο της εκτέλεσης συνόδευε τον κατηγορούμενο έφιππος δικαστής, που καλούσε το λαό να αναφέρει αμέσως στο Δικαστήριο, το οποίο συνεδρίαζε εκείνη την ώρα, οτιδήποτε ελαφρυντικό για τον κατηγορούμενο και τότε σταματούσε αμέσως η εκτέλεση.
  12. Κατά το Ρωμαϊκό Δίκαιο, για να είναι έγκυρη η εισαγωγή σε δίκη, έπρεπε να γίνει γραπτή αίτηση. Η αίτηση έπρεπε να περιλαμβάνει, το όνομα και τα στοιχεία του κατηγορουμένου, και σαφές κατηγορητήριο. Απαιτείτο επίσης πρωτόκολλο κατηγορίας, δηλ. προσδιορισμός της ημέρας της δίκης, και τέλος, να κληθούν και να ακουστούν στη δίκη, οι μάρτυρες. Σε περίπτωση τώρα, που η δίκη εθεωρείτο ότι αποσκοπούσε, στην επικύρωση θανατικής καταδίκης, του εβραϊκού δικαστηρίου, τότε, η εισαγωγή στη δίκη, έπρεπε να γίνει με καταχώριση γραπτής αιτήσεως του Αρχιερέως, μαζί με την πρωτόδικη απόφαση.
  13.  Ο Πιλάτος, ανύπαρκτος ως Ρωμαίος ηγεμών, και τραγικά ολίγιστος δικαστής, παρέβη τη βασική νομική αρχή του Ρωμαϊκού Δικαίου «non bis in idem» (όχι δις επί της αυτής υποθέσεως σήμερα τη δικονομική αυτή αρχή τη λέμε δεδικασμένο) και παρότι εξέδωσε πέντε φορές αθωωτική απόφαση στον κατηγορούμενο Χριστό, για να σώσει τον εαυτό του και τη θέση του, παρά να υπερασπιστεί το Δίκαιο, γενόμενος επίορκος και έναντι του Δικαίου και έναντι του Αυτοκράτορος (Η Ρωμαϊκή δικαιοσύνη αιχμάλωτη της δολιότητος των Αρχιερέων, του μαινόμενου όχλου και του φοβισμένου Πιλάτου),  για να αποφύγει το βάρος της αδίκου καταδίκης του Χριστού, δεν εξέδωσε δική του απόφαση, αλλά ένιψε τας χείρας του και είπε στους Εβραίους «..είμαι αθώος από το αίμα αυτού του δίκαιου. Εσείς θα ευθύνεσθε».
  Όλα τα ανωτέρω είναι μερικές από τις πολλές παραβιάσεις της Δικονομίας της οποίας ο Αστυνομικός είναι πάντοτε θεματοφύλακας, έχοντας ως βάση ότι υπηρετεί τον άνθρωπο ως Εικόνα του Χριστού.    Κατά την σύλληψη ενός ατόμου, ο Αστυνομικός πρέπει πάντα να βλέπει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου τον Χριστό, ως εικόνα Θεού, αποφεύγοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, όλες αυτές τις παράνομες ενέργειες που τελέστηκαν εις βάρος του Κυρίου μας, ενεργώντας πάντοτε με σύνεση, με συμπεριφορά και ενέργειες που δεν βλάπτουν την τιμή και την υπόληψη του συλληφθέντος . 
   Εν κατακλείδι στον κώδικα δεοντολογίας του Αστυνομικού, αναφέρετε η διαβεβαίωση που δίνει ο Αστυνομικός κατά την ανάληψη της Υπηρεσίας του την οποία ποτέ δεν πρέπει να λεισμονούμε:
«Διαβεβαιώ ότι γνώμονας της συμπεριφοράς μου αποτελεί ο σεβασμός της αξίας κάθε ανθρώπου και η προάσπιση των δικαιωμάτων του. Έχω την ύψιστη τιμή να υπηρετώ τον Ελληνικό Λαό, ασκώντας την αστυνομική εξουσία που μου εμπιστεύεται, σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους. Αναλαμβάνω τις υποχρεώσεις και αποδέχομαι τους κινδύνους του λειτουργήματός μου και δηλώνω ότι εργάζομαι με αμεροληψία και δικαιοσύνη για το καλό της κοινωνίας. Προσπαθώ διαρκώς να βελτιώνω τη συμπεριφορά μου ως υπεύθυνος δημόσιος λειτουργός, αποδέχομαι τον κοινωνικό έλεγχο της δράσης μου και προσδοκώ την υποστήριξη των πολιτών».
Του Αρχιφύλακα-Κληρικού Δαλαγιώργου Νικολάου

_