Κάθε πότε πρέπει να ελέγχουμε το θυρεοειδή μας;



Χρειάζεται να γίνεται συχνά προληπτικός έλεγχος για την έγκαιρη διάγνωση του θυρεοειδούς, καθώς στις μέρες μας παρουσιάζει μεγάλη αύξηση ο καρκίνος του θυρεοειδούς αδένα.

Ποια είναι τα συμπτώματα;

Η απάντηση σε αυτήν την ερώτηση είναι πως δεν υπάρχει απολύτως κανένα σύμπτωμα, τουλάχιστον στα αρχικά στάδια της νόσου, αναφέρει ο Δημήτριος  Τρανουδάκης MD, PhD, FACS, Γενικός Χειρουργός, Επιμελητής του Νοσοκομείου «Υγεία», Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών και μέλος του Αμερικανικού Κολλεγίου Χειρουργών. Μόνο εάν ο καρκίνος προχωρήσει αρκετά ώστε να προκαλέσει διόγκωση του ίδιου του αδένα ή των τραχηλικών λεμφαδένων, τότε μπορεί κανείς να έχει τα πρώτα εμφανή στοιχεία από τη νόσο. Αυτό, όμως, είναι πραγματικά τραγικό και φυσικά δεν θέλουμε να φτάσουμε σε τέτοιο στάδιο.

Ο έλεγχος του θυρεοειδούς είναι απαραίτητος όχι μόνο για τον καρκίνο, αλλά και για άλλες παθήσεις του αδένα, καλοήθεις και αρκετά πιο συχνές, όπως: υπερ- ή υποθυρεοειδισμός, θυρεοειδίτιδα, Νόσος Graves, όζοι κλπ.

Πότε πρέπει να ελέγχουμε το θυρεοειδή μας;

Δεν υπάρχει συγκεκριμένη ηλικία για την έναρξη του ελέγχου αυτού, επισημαίνει ο ειδικός. Σήμερα, ο μόνος έλεγχος που γίνεται υποχρεωτικά είναι στη γέννηση των παιδιών για πιθανή απλασία (απουσία) του θυρεοειδούς, έτσι ώστε να αποφεύγονται τα κρούσματα του νανισμού που όλοι στο παρελθόν θυμόμαστε να έχουμε δει.

Συνήθως όμως οι λειτουργικές διαταραχές μπορεί να ξεκινήσουν από την εφηβεία και μετά. Σχεδόν πάντα οι γυναίκες υποβάλλονται σήμερα σε έλεγχο και πάλι, όταν πρόκειται να τεκνοποιήσουν, στα πλαίσια του ελέγχου που τις προτρέπει ο γυναικολόγος.

Δυστυχώς, όμως, καμία επίσημη οδηγία δεν υπάρχει για το γενικό πληθυσμό που να προέρχεται από φορείς όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, τονίζει ο κ. Τρανουδάκης. Έτσι λοιπόν κάποιες διαγνώσεις θα γίνουν εντελώς τυχαία σε ελέγχους αίματος. Ακόμη κι έτσι πολλά κρούσματα καρκίνου, διαφεύγουν της διάγνωσης, καθώς οι περισσότεροι από τους ιατρούς ελέγχουν μόνο τη θυρεοειδική λειτουργία (δηλαδή τις ορμόνες) και σταματούν εκεί εάν αυτές είναι καλές (ευθυρεοειδισμός). Ο πλήρης όμως έλεγχος απαιτεί και άλλες εξετάσεις και κυρίως το υπερηχογράφημα του θυρεοειδούς και των παραθυρεοειδών.

Η γκάμα εξετάσεων που έχουμε στη διάθεση μας για τις διαγνώσεις των παθήσεων (καλοήθων και κακοήθων) είναι μεγάλη.

«Ανάλογα με την ηλικία, το φύλο, την κληρονομική προδιάθεση, τα συμπτώματα και τις βασικές θυρεοειδικές εξετάσεις, ο ενδοκρινολόγος ή ο χειρουργός θυρεοειδούς θα προχωρήσει στο επόμενο επίπεδο με πιο εξειδικευμένο έλεγχο», αναφέρει ο κ. Τρανουδάκης.


Η βασικότερη εξέταση για τη διάγνωση του καρκίνου του θυρεοειδούς είναι η κατευθυνόμενη υπό υπέρηχο παρακέντηση (FNA). Αποτελεί το βασικό εργαλείο για να μπορέσουμε με σχετικά μεγάλη ασφάλεια να προσδιορίσουμε εάν υπάρχει κακοήθης όζος στον αδένα.

Λαμβάνονται κύτταρα με μια ιδιαίτερα λεπτή βελόνα (27G) και αυτά εξετάζονται από εξειδικευμένο κυτταρολόγο. Όπως, όμως, κάθε μέθοδος έχει κι αυτή τις αδυναμίες της. Πολλές φορές οι ασθενείς περιμένουν την απόλυτη απάντηση ή την απόλυτη ασφάλεια, αλλά δυστυχώς πρέπει να καταλάβουμε πως αυτό δεν είναι δυνατό.

Όπως αναφέρει ο κ. Τρανουδάκης, οι λόγοι είναι πολλοί. Πρώτα από όλα είναι ο αριθμός των όζων. Εάν υπάρχει ένας ή δύο, ο έλεγχος είναι πιο απλός από ότι εάν έχουμε ένα θυρεοειδή με πολλαπλούς όζους. Εκεί δεν είναι δυνατό να παρακεντηθούν όλοι κι επομένως να ελεγχθούν στο σύνολό τους.

Επίσης το μέγεθος αυτών. Ένας πολύ μικρός (Δ<7 χιλ) είναι δύσκολο να παρακεντηθεί. Ακολούθως η δυνατότητα να ληφθούν κύτταρα έγκειται στην ικανότητα του επεμβατικού γιατρού αλλά όχι μόνο. Μερικές φορές το υπόστρωμα θυρεοειδίτιδος, οι μικροαιμορραγίες από το τρύπημα της βελόνας, η σκληρότητα του όζου, δεν επιτρέπουν την αρκετή λήψη κυττάρων.

Τελικώς, το δείγμα ενδέχεται να χαρακτηριστεί υποκυτταρικό ή μη διαγνωστικό. Θα πρέπει η παρακέντηση να επαναληφθεί. Αλλά και οι παρακεντήσεις (FNA) με σαφές αποτέλεσμα θεωρείται πως έχουν πιθανότητα διαγνωστικού σφάλματος (5% εσφαλμένα αρνητικό, 3% εσφαλμένα θετικό). Καθώς όμως στο 95% των περιπτώσεων το αποτέλεσμα είναι σωστό, τις εμπιστευόμαστε για να αποφασίσουμε ή όχι μια χειρουργική επέμβαση.

Μην ξεχνάμε πως πολλές φορές όζοι που με τους μήνες ή τα χρόνια, διαφοροποιούνται σε μέγεθος ή σε χαρακτηριστικά, χρειάζονται επανάληψη της παρακέντησης ακόμη κι αν η πρώτη απάντηση ήταν αρνητική για κακοήθεια. Σε περίπτωση διάγνωσης κακοήθειας ο χειρουργός οφείλει να σταδιοποιήσει τη νόσο.

Αυτό με απλά λόγια σημαίνει να ελέγξει το μέγεθος του καρκίνου, τον ιστολογικό του τύπο, την πιθανή κληρονομικότητά του, την κατάσταση των τραχηλικών λεμφαδένων, και σπανιότερα εάν πρόκειται για επιθετικές μορφές, να ελέγξει την ύπαρξη μεταστάσεων σε άλλα όργανα.

Συνήθως για τα αρχικά στάδια το υπερηχογράφημα που συνοδεύεται με χαρτογράφηση (mapping) των λεμφαδένων του τραχήλου, σε συνδυασμό με τον ιστολογικό τύπο από την παρακέντηση, είναι αρκετό για να προχωρήσει κανείς στο επόμενο βήμα, δηλαδή τη χειρουργική επέμβαση. Σπανιότερα θα χρειαστούν άλλες διαγνωστικές προσεγγίσεις, όπως μαγνητική, αξονική, σπινθηρογράφημα ή παρακέντηση άλλων οργάνων για να διαπιστωθούν μεταστάσεις.


Πηγή: kontasou.com
_