Ο φυγάς με τα ατσάλινα πόδια

«Πέθανα πολλές φορές σ’ αυτό το ταξίδι. Οπότε να ξέρετε ότι εάν πεθάνω, θα είναι δολοφονία». Ο 40χρονος Μαχμούτ, παρότι ασφαλής σήμερα σε ένα προσφυγικό καμπ στην Κεντρική
Ευρώπη, φοβάται ακόμα πολύ για τη ζωή του – και κυρίως για την 11χρονη κόρη του (είναι διαζευγμένος) που είναι πίσω στην Τουρκία. Εχουμε αλλάξει κάποιες λεπτομέρειες στη διήγησή του, ώστε να μην προδοθεί η ταυτότητά του και το πού βρίσκεται. Εξάλλου το πού δεν έχει τόση σημασία όσο το πώς: την άνοιξη ο Μαχμούτ διέφυγε στην Ελλάδα κολυμπώντας και κατόπιν έφτασε στην κεντρική Ευρώπη περπατώντας.
Η ζωή του Μαχμούτ άλλαξε μετά το πραξικόπημα στην Τουρκία. Ηταν αξιωματικός του Ναυτικού. Μια μέρα, οι ανώτεροί του τον ενημέρωσαν ότι το όνομά του βρίσκεται στις λίστες της Αγκυρας με τους συνδεόμενους με το κίνημα Γκιουλέν. Αποστρατεύθηκε με συνοπτικές διαδικασίες, ενώ η αστυνομία κατάσχεσε όλα του τα υπάρχοντα, όπως και το πράσινο διαβατήριο που κατέχουν οι δημόσιοι υπάλληλοι στη χώρα. Ο ίδιος μπήκε φυλακή. «Για τίποτα. Δεν είχα κάνει τίποτα. Τους ρώταγα τι έκανα και μου είπαν ότι κάποιος τους σφύριξε ότι είμαι κατά του Ερντογάν και μέλος τρομοκρατικής οργάνωσης».
Είχε περάσει μέσα ήδη πέντε μήνες όταν πήρε μια τρελή απόφαση: θα έλεγε ψέματα, θα ομολογούσε. «Μου είχαν πει ότι αν ομολογούσα θα έβγαινα μέχρι να δικαστώ. Εάν δεν έλεγα τίποτα, μπορεί να έμενα μέσα για χρόνια και όταν θα έβγαινα δεν θα είχα τίποτα. Μου είχαν πάρει τα πάντα, τις καταθέσεις μου, τη ζωή μου». Ετσι, μια μέρα ομολόγησε ότι ήταν ένοχος και αποφυλακίστηκε. Είχε αποφασίσει να δραπετεύσει.
Ο Μαχμούτ άρχισε να διερευνά τις επιλογές του, περιέργως η πιο τρελή από αυτές έμοιαζε να έχει τις περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας. Αφού δεν είχε χρήματα για διακινητές, θα κολυμπούσε. Η θάλασσα πάγος. Αγόρασε μια στολή δύτη και πήγε στο Τσανάκαλε, το κοντινότερο σημείο στη Λέσβο. Ξεκίνησε Πρωταπριλιά, νύχτα για να μην γίνει αντιληπτός. Αρχικά κολυμπούσε γρήγορα, αργότερα έκοψε ταχύτητα γιατί στα ανοιχτά είχε κύμα. Φοβήθηκε πολύ τα μεγάλα διερχόμενα πλοία. Η εκπαίδευσή του στις ειδικές δυνάμεις απέδωσε. Διένυσε περίπου επτά μίλια, σε τέσσερις ώρες. Δεν εντοπίστηκε από το λιμενικό.
Βγήκε στην παραλία της Εφταλούς τουρτουρίζοντας. Εβγαλε τη στολή και έτρεξε να κρυφτεί στο δάσος. Πονούσε, είχε τραυματιστεί στα πόδια. Το πρωί περπάτησε ώς τη Μήθυμνα, όπου έφαγε κάτι. «Κοίταξα την Τουρκία απέναντι. Ενιωσα συγκίνηση. Τα πράγματά μου, η κόρη μου, όλη μου η ζωή είχε μείνει πίσω». Προσπάθησε να πάρει καράβι για Πειραιά αλλά δεν γινόταν, η αστυνομία ήταν παντού. Πήγε στη Μόρια και είπε στις Αρχές την ιστορία του. Προσήχθη στο τμήμα. «Μου έλεγαν ότι είμαι πράκτορας. Δεν πίστευαν ότι κάποιος μπορεί να έρθει κολυμπώντας».
Κάποια στιγμή, του έφτιαξαν προσωρινά χαρτιά και τον έβαλαν στο καράβι για Αθήνα. Από εκεί, στις 9 Ιουνίου πήρε το τρένο για Κιλκίς, τη Δοϊράνη. Πάλι νύχτα, πέρασε με τα πόδια τα σύνορα με την ΠΓΔΜ. Ηταν πιο εύκολο από ό,τι νόμιζε. Περπάτησε ώς την πόλη Νοβ Ντόιραν, όπου για πρώτη φορά συνάντησε αστυνομία, αλλά «δεν κατάλαβαν ότι είμαι πρόσφυγας». Στη Βογδάντσα έφαγε κάτι και άλλαξε τα λίγα ευρώ που είχε σε δηνάρια. Με λεωφορείο και τρένο έφτασε στην πόλη των Σκοπίων, από εκεί Κουμάνοβο και μετά ταξί για τα σύνορα. Περπάτησε όλη τη νύχτα και έφτασε στο χωριό Μιράτοβατς της Σερβίας. «Ενιωθα τόσο πόνο που έκλαιγα». Πήρε το τρένο για Βελιγράδι όπου έμεινε έξι μέρες. Επειτα έφτασε στα σύνορα με Κροατία. Στην προσπάθεια να τα διασχίσει, έχασε τα υπάρχοντά του. «Ηταν πολύ δύσκολες οι συνθήκες. Το δάσος ήταν κατασκότεινο».
Χαμένος στην ύπαιθρο
Κάποια στιγμή εντοπίστηκε από την αστυνομία. «Με χτύπησαν πολύ, με γύρισαν στη Σερβία αλλά με παράτησαν στο δάσος. Κοιμήθηκα τρεις μέρες στην ύπαιθρο». Επιχείρησε να περάσει στην Ουγγαρία αλλά ήταν αδύνατο, είχε δύο φράκτες. Τελικά περπάτησε 30 χλμ. και πέρασε Κροατία. Από το Ζάγκρεμπ έφτασε στα σύνορα με Σλοβενία.
«Εκεί υπάρχει ένα χωριό που το μισό ανήκει στη μία χώρα και το άλλο μισό στην άλλη. Απλά πέρασα μια γέφυρα και βρισκόμουν στη Σλοβενία». Περπάτησε κάμποσο ακόμα και χρησιμοποιώντας google maps (είχε πάρει μια κάρτα sim σε κάποιον από τους σταθμούς), πέρασε και τα σύνορα μέσα από το δάσος με την Αυστρία. Ηταν Ιούλιος του ’17, ακριβώς ένας χρόνος από την απόλυσή του από το Ναυτικό.
Σήμερα, ο Μαχμούτ περιμένει την έγκριση της αίτησης ασύλου στη χώρα όπου κατέληξε. «Ούτε εγώ δεν μπορώ να πιστέψω ότι τα κατάφερα».
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
_