Το μυστήριο της ανθρωποκτονίας που έγινε δίπλα στη ΓΑΔΑ αλλά δεν εξιχνιάστηκε ποτέ

Στις 21 Δεκεμβρίου, η Ελλάδα καταδικάστηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για την δολοφονία του Luan Berdellima. Κάποιοι επιμένουν ότι ο δράστης ήταν
αστυνομικός.
Το απόγευμα της 11ης Αυγούστου του 2004, λίγα μέτρα μακριά από τη ΓΑΔΑ, μια παρέα τριών Αλβανών κάθεται σε ένα τραπεζάκι πιτσαρίας στους Αμπελόκηπους. Ένα νεαρό ζευγάρι βγαίνει από παρακείμενη πολυκατοικία και περνάει από μπροστά τους. Εκείνη την ώρα, ο άνδρας Ι.Λ. θεωρεί ότι η παρέα κοίταξε περίεργα την κοπέλα του και τους ζητά τον λόγο, όπως θα πει αργότερα στην κατάθεσή του ένας από τους Αλβανούς. Οι δύο πλευρές λογομαχούν και τελικά ο Έλληνας αποχωρεί, φερόμενος να λέει στους Αλβανούς ότι θα μετανιώσουν που πάτησαν το πόδι τους στην Ελλάδα. Μετά από λίγο, εμφανίζονται μπροστά στον Luan Berdellima, έναν από τα μέλη της παρέας, δύο άνδρες: ο Ι.Λ. με τον οποίο τσακώθηκε και ένας ακόμη, γυμνασμένος, με μηχανή μεγάλου κυβισμού. Ο τελευταίος φέρεται να φορά αλεξίσφαιρο γιλέκο, όπου αναγράφεται η λέξη «Police» και μπλε μπλούζα, όμοια με εκείνη των αστυνομικών, η οποία φέρει σήμα παρόμοιο με αυτό της Αστυνομίας. Αφού κατεβαίνει από τη μηχανή, ο άγνωστος άνδρας χτυπά τον Αλβανό στο κεφάλι, την ώρα που ο Ι.Λ. τον βρίζει με χυδαίο τρόπο. Το θύμα σωριάζεται στο έδαφος, χάνει τις αισθήσεις του και μεταφέρεται στο νοσοκομείο, όπου θα υποκύψει στα τραύματά του λίγες μέρες αργότερα, στις 25 Αυγούστου 2004.
Ο άγνωστος άνδρας που χτύπησε τον Luan δεν βρέθηκε ποτέ. Η υπόθεση έφτασε στα δικαστήρια το 2005, ενώπιον των οποίων βρέθηκε μόνο ο Ι.Λ., με την κατηγορία της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και της ηθικής αυτουργίας στην παραπάνω πράξη. Μετά από πέντε χρόνια, ο κατηγορούμενος κρίθηκε αθώος. Σχεδόν οκτώ χρόνια μετά από την αθωωτική απόφαση, η παραπάνω υπόθεση έχει αποκτήσει νέο ενδιαφέρον, καθώς πριν από λίγες ημέρες η Ελλάδα καταδικάστηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) για την πλημμελή διεξαγωγή αυτής της δίκης. Σύμφωνα με τον Παναγιώτη Δημητρά, εκπρόσωπο του Ελληνικού Παρατηρητηρίου των Συμφωνιών για το Ελσίνκι (ΕΠΣΕ), η πλημμελής διεξαγωγή της δίκης «συνδέεται με προσπάθειες να μη διαλευκανθεί η υπόθεση, όχι μόνο επειδή το θύμα είναι Αλβανός, αλλά κυρίως επειδή ο δράστης, σύμφωνα με καταγγελίες, φέρεται να είναι αστυνομικός».
Το χρονικό της υπόθεσης
Λίγες ημέρες μετά τη δολοφονική επίθεση στους Αμπελόκηπους, η ιατρική γνωμάτευση ανέφερε ότι ο Luan Berdellima «εισήχθη στη Νευροχειρουργική Κλινική στις 11 Αυγούστου, πάσχων από κρανιοεγκεφαλική κάκωση συνεπεία αναφερόμενου ξυλοδαρμού». Στις 24 Αυγούστου, μία ημέρα προτού εκπνεύσει, οι γιατροί επιβεβαίωσαν τον ξυλοδαρμό ως αιτία εισαγωγής στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ), λέγοντας ότι ο ασθενής «παραμένει σε βαριά κατάσταση, διασωληνωμένος σε καταστολή και μηχανική υποστήριξη της αναπνοής».
Παρά τις παραπάνω αναφορές, κατά τη διάρκεια των δύο εβδομάδων που μεσολάβησαν μεταξύ της επίθεσης και του θανάτου του θύματος, η Αστυνομία δεν άνοιξε δικογραφία, για να διερευνηθεί η υπόθεση και να αναζητηθούν τυχόν ποινικές ευθύνες, «όπως όφειλε», αναφέρει ο κ. Δημητράς. Στη συνέχεια, οι Αρχές του νοσοκομείου ζήτησαν την πραγματοποίηση νεκροψίας, η οποία απέδωσε την αιτία θανάτου σε «βαριές κρανιοεγκεφαλικές θλαστικές κακώσεις». Στη σχετική έκθεσή του, ο ιατροδικαστής ανέφερε ότι «φέρεται ως ανθρωποκτονία». Καθώς η Αστυνομία δεν κίνησε καμία διαδικασία αυτεπάγγελτα, ο V.D., ένας από τους φίλους του Luan και αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων, έκανε μήνυση τόσο κατά του Ι.Λ., όσο και κατά του άγνωστου ατόμου που φέρεται να εμφανίστηκε αργότερα και να χτύπησε τον Αλβανό υπήκοο. Μόνο μετά από τη μήνυση, κινητοποιήθηκε η Αστυνομία, για να εντοπιστούν οι δράστες.
Τι δεν έκανε η αστυνομία
Η καθυστέρηση της έναρξης των αστυνομικών ερευνών συνοδεύτηκε από καθυστερήσεις σε όλη τη δικαστική διαδικασία, σύμφωνα με το ΕΔΔΑ. Το ευρωπαϊκό δικαστήριο ανέφερε ότι στα σχεδόν πέντε χρόνια που διήρκησε η προανάκριση, για πάνω από έναν χρόνο (Φεβρουαρίος 2005-Μαρτίος 2006) «οι εισαγγελικές Αρχές δεν είχαν κάνει καμία ανακριτική πράξη», ενώ «ο μόνος ύποπτος που ταυτοποιήθηκε (Ι.Λ.) δεν είχε ανακριθεί μέχρι τον Ιούλιο 2006, δηλαδή σχεδόν δύο χρόνια μετά τα γεγονότα». Σύμφωνα με το ΕΔΔΑ, «η διάρκεια της προανάκρισης η οποία περιελάμβανε και μια περίοδο αδράνειας ενός έτους, πιθανότατα έθεσε σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα της ανάκρισης».
Ακόμη, το ΕΔΔΑ αναφέρει ότι οι συγγενείς του Berdellima δεν κλήθηκαν με τη σωστή διαδικασία στο δικαστήριο, παρότι είχαν ενημερώσει τις δικαστικές Αρχές ότι θέλουν να καταθέσουν και να συμμετάσχουν ως πολιτική αγωγή στη δίκη, κάτι που ήταν σε ευθεία αντίθεση με την υποχρέωση των Αρχών να κρατούν τους προσφεύγοντες ενήμερους για την εξέλιξη της έρευνας. «Οι προσφεύγοντες δεν είχαν λάβει αντίγραφα πολλών εγγράφων και αποδεικτικών στοιχείων που συγκεντρώθηκαν κατά τη διάρκεια της ανάκρισης, η οποία ξεκίνησε στις 17 Νοεμβρίου 2004, σχετικά με τη συμμετοχή αστυνομικού», συμπληρώνει το δικαστήριο.
Σημαντική είναι η αναφορά του ευρωπαϊκού δικαστηρίου σχετικά με την ύπαρξη τυχόν ρατσιστικού κινήτρου, καθώς «οι δικαστικές Αρχές είχαν ειδοποιηθεί για τη δυνατότητα ύπαρξης ρατσιστικού κινήτρου […] Ωστόσο, δεν αναλήφθηκε καμία ενέργεια για διερεύνηση της ύπαρξής του […] Ο Ι.Λ. δεν είχε ποτέ ερωτηθεί σχετικά με τη γενική στάση του απέναντι στην εθνο-πολιτιστική ομάδα του θύματος, ούτε οι Αρχές προσπάθησαν να εξακριβώσουν αν κατά το παρελθόν είχε εμπλακεί σε βίαιες πράξεις με ρατσιστικές διαστάσεις ή αν είχε συμπάθειες προς εξτρεμιστικές ή ρατσιστικές ιδεολογίες».
«Ο αστυνομικός που χτύπησε τον Luan ήταν στο αυτοκίνητο της Αστυνομίας»
Για τη διερεύνηση της υπόθεσης έδωσαν μαρτυρία και αστυνομικοί, όμως ποτέ δεν βρέθηκε η ταυτότητα του άγνωστου δράστη, αφού γρήγορα αποκαλύφθηκε ότι ο αριθμός κυκλοφορίας της μοτοσικλέτας που σημείωσε ένας από τους αστυνομικούς και έδωσε στις Αρχές ήταν λανθασμένος.
Όσο η δίκη καθυστερούσε, οι δύο φίλοι του Berdellima δήλωναν στις μαρτυρικές καταθέσεις τους ότι δέχονταν απειλές για τη ζωή τους, λίγες ημέρες μετά τον θάνατο του φίλου τους. Σύμφωνα με τους ίδιους, τα άτομα που τους απείλησαν εμφανίστηκαν ως αστυνομικοί. Οι απειλές ανάγκασαν και τους δύο να εγκαταλείψουν την Ελλάδα και να επιστρέψουν στην Αλβανία, παίρνοντας αποστάσεις από τη δίκη. Σε κατοπινή δήλωση που συνυπέγραψαν, απέδωσαν τη δολοφονία σε αστυνομικό, λέγοντας ότι «ενώ περιμέναμε το ασθενοφόρο (σ.σ.: μετά την επίθεση), ένα αυτοκίνητο της Αστυνομίας πέρασε και έριξε μια ματιά. Ο αστυνομικός που χτύπησε τον Luan ήταν μέσα σ’ αυτό και κοιτούσε σε ποια κατάσταση βρισκόταν ο Luan».
«Άνωθεν παρέμβαση»
Όπως αναφέρεται σε άρθρο του «Ιού» της Ελευθεροτυπίας, κατά τη διάρκεια της ανακριτικής και δικαστικής διερεύνησης της υπόθεσης, «ο καιρός περνούσε και κομβικά σημεία παρέμεναν αδιερεύνητα: σημαντικοί μάρτυρες δεν είχαν αναζητηθεί, οι τηλεφωνικές επαφές του Ι.Λ. την ημέρα της δολοφονίας δεν είχαν ελεγχθεί, ακόμη και η κοπέλα που τον συνόδευε και προκάλεσε, υποτίθεται, τα σχόλια της παρέας των μεταναστών δεν είχε ακόμη εντοπιστεί».
Έτσι διαμορφώνεται η μεγάλη εικόνα της υπόθεσης: αστυνομικοί καταθέτουν στις Αρχές ότι ήταν μάρτυρες των όσων έγιναν στην πιτσαρία -ακριβώς δίπλα στη ΓΑΔΑ, την εποχή των Ολυμπιακών Αγώνων, όταν όλη η ΕΛ.ΑΣ. ήταν στο πόδι- και οι γιατροί λένε ότι τα θανατηφόρα τραύματα είναι αποτέλεσμα «ξυλοδαρμού», το ίδιο και οι μάρτυρες, που μάλιστα υποστηρίζουν ότι ο Ι.Λ. είχε δημιουργήσει ξανά προβλήματα στην περιοχή, «με το παραμικρό». Για πολλές μέρες, αυτά αφήνουν αδιάφορες τις διωκτικές Αρχές, που τελικά κινητοποιούνται –υποχρεωτικά- μετά τη μήνυση του V.D. και την έκθεση του ιατροδικαστή, για να ακολουθήσει μια δικαστική διαδικασία την οποία το ΕΔΔΑ έκρινε μη συμμορφούμενη στο ευρωπαϊκό δίκαιο, με αποτέλεσμα σήμερα ο δράστης να μην έχει εντοπιστεί. Όλα αυτά ενισχύουν τη θέση ότι ίσως κάτι δεν πήγε τόσο καλά στις έρευνες της ΕΛ.ΑΣ.
Σε δύο εκτενή ρεπορτάζ του στο Βήμα (δημοσιευμένα 24 και 30.7.2005), ο δημοσιογράφος Κώστας Χατζίδης έγραψε ότι οι παραλείψεις και η περιορισμένη ενασχόληση της ΕΛ.ΑΣ. με την υπόθεση οφειλόταν, σύμφωνα με αστυνομικούς, σε «άνωθεν παρέμβαση». Τη συμμετοχή αστυνομικού στην υπόθεση απέκλεισε στο δεύτερο από αυτά τα ρεπορτάζ ο τότε αρχηγός της ΕΛ.ΑΣ., Γιώργος Αγγελάκος: «Δεν προκύπτει καμία συμμετοχή αστυνομικού. Προφανώς υπήρξε παρανόηση, καθώς στο σημείο της συμπλοκής λίγο μετά έσπευσε ειδικός φρουρός, ο οποίος εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στο κτίριο της ΓΑΔΑ». Ο Παναγιώτης Δημητράς λέει σχετικά: «Κατά τη διάρκεια της δίκης, είχα επικοινωνήσει με τον Κώστα Χατζίδη, που μου είπε ότι σύμφωνα με το ρεπορτάζ, στην υπόθεση φέρεται να είναι εμπλεκόμενος ένας αστυνομικός που ήταν στην ασφάλεια ενός υψηλά ιστάμενου στα θέματα δημόσιας τάξης».



_