Κώστας Γουρνάς: «Στη φυλακή σκέφτεσαι διαρκώς σε χρόνο μέλλοντα»


Κώστας Γούρνας απάντησε και στις δύσκολες ερωτήσεις . Για τη σχέση του με τον Επαναστατικό Αγώνα, για τη σχέση με τον Δ. Κουφοντίνα, για την πολεμική εναντίον του από τον Μαζιώτη και τη
Ρούπα , για το αν θα λάμβανε μέρος σε έναν πόλεμο για να υπερασπιστεί την Ελλάδα, για το πως σκέφτεται σήμερα για το πως φαντάζεται τη ζωή μετά τη φυλακή.
Το 2010 συνελήφθη και ανέλαβε την πολιτική ευθύνη για τη συμμετοχή του στην πρώτη περίοδο δράσης του Επαναστατικού Αγώνα . Εκτίει ποινή φυλάκισης 25 ετών. Μέσα σε ένα χρόνο κυκλοφόρησαν δύο  μυθιστορήματα που έγραψε στις φυλακές Κορυδαλλού όπου κρατείται ,  «Η βαρύτητα στο ή» και «Ω γλυκύ μου έαρ» Και τα δύο σε μέλλοντα χρόνο. Τον ρωτάω γιατί . «Ποιος απ’ όσους είναι στη φυλακή δε σκέφτεται διαρκώς σε χρόνο μέλλοντα;» απαντάει. 
Και τα δύο έργα με κέντρο αναφοράς την κοινωνία και την πολιτική. Στο δεύτερο ωστόσο που κυκλοφόρησε πρόσφατα , από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων, ο Γούρνας εμφανίζεται με μια ιδιαίτερα μεστή λογοτεχνική γραφή, να ξεδιπλώνει υπαρξιακά και πολιτικά ερωτήματα , μέσα  από τη συγκινητική σχέση δύο συναγωνιστών διαφορετικών γενεών, οι οποίοι επιστρέφουν από έναν Ελληνοτουρκικό πόλεμο μεσαίας έντασης . Η ζωή , ο θάνατος, η ανδρική φιλία , η εναλλαγή των ρόλων, η δύναμη της εμπειρίας , η φλόγα της νεότητας, η σύγκρουση των γενεών, οι διαψεύσεις, η ουτοπία, όλα σε έναν διαρκή  εναγκαλισμό.
Ο αναγνώστης ακολουθεί τους δύο άνδρες, σε ένα road trip με εικόνες και μυρωδιές της Ελληνικής επαρχίας και σάουντρακ πότε τον Θανάση Παπακωνσταντίνου , πότε τον Μητροπάνο να τραγουδάει Άλκη Αλκαίο. Αλλάζουν ρόλους σε μία διαρκή προσπάθεια αλληλοαναγνώρισης. Συγκρούονται , υποχωρούν, αναγκάζει ο ένας τον άλλο σε μία διαρκή μετακίνηση διανοητική και συναισθηματική . Καθρεφτίζονται ο ένας στα μάτια του άλλου μέχρι εξαντλήσεως, ώσπου αναδύεται μέσα από τα καθρεφτίσματα  μια σχέση συγγένειας . Και να μια ευκαιρία ζωής και για τους  δύο να ζήσουν  τη λυτρωτική επανορθωτική  εμπειρία. Ένας γιος ξαναβρίσκει τον πατέρα του κι ένας πατέρας ανακαλύπτει τον γιο που πάντα ήθελε. Αν περιμένετε να διαβάσετε ένα πολιτικό μανιφέστο ενδεδυμένο τη λογοτεχνική γλώσσα, θα διαψευσθείτε. Ο Γούρνας και στα δύο μυθιστορήματα του, χωρίς να κρύβει την ιδεολογική του θέση , φωτίζει κυρίως τα ερωτήματα με την ανάγκη να εμβαθύνει στις λεπτομέρειές τους.
Η απόφασή σου να ασχοληθείς με τη συγγραφή όσο είσαι στη φυλακή έχει σχέση με μια βαθύτερη ανάγκη έκφρασης , ή αποτύπωσης ιδεών μέσω της λογοτεχνίας; Γιατί δεν είχες ασχοληθεί νωρίτερα;
Και τα δύο. Δεν είμαι από τους ανθρώπους που θα αρνηθώ τη φύση μου, τις ατομικές μου ανάγκες κι επιθυμίες, για να επικαλεστώ το «πολιτικά ορθό». Ο αγωνιστής δεν είναι επαγγελματίας πολιτικός ούτε ο απόλυτος στρατιώτης. Ωθείται από αξίες και ιδανικά για τη δημιουργία ενός δίκαιου κόσμου κι αυτό συνδέεται άμεσα με το ζήλο του να γίνει κι ο ίδιος πνευματικά και ηθικά αρτιότερος. Προφανώς και η στέρηση της ελευθερίας γεννά την ανάγκη για προσωπική έκφραση και πνευματική καλλιέργεια, ωστόσο το κυρίαρχο στοιχείο στην ενασχόληση μου με τη λογοτεχνία ήταν όντως η πολιτική αποτύπωση κάποιων ιδεών με ένα νέο τρόπο. Δυστυχώς η φυλακή σου παρέχει απεριόριστο χρόνο. Πραγματικά απεριόριστο. Πριν συλληφθώ δεν είχα χρόνο ούτε να κοιμηθώ, αλλά για να είμαι ειλικρινής ούτε και τις ικανότητες να γράψω λογοτεχνία.
Είναι αλήθεια ότι σε ενθάρρυνε ο Δημήτρης Κουφοντίνας;
Να γράψω ειδικά λογοτεχνία, δε θα το έλεγα. Με το Δημήτρη, ειδικά τα πρώτα δύο χρόνια που ζήσαμε μόνοι μας στο υπόγειο, περάσαμε πολύ δυνατές στιγμές. Αλλά και αργότερα έως σήμερα. Μεταγωγές στο Δομοκό, απεργίες πείνας, τη μία απόρριψη μετά την άλλη των αδειών μας. Είδαμε όμως και το φοβερό εκείνο χαμόγελο, ο ένας στο πρόσωπο του άλλου, την ώρα που ανοίγει η πόρτα της φυλακής για λίγες ώρες ελευθερίας μετά από τόσα χρόνια. Και άλλα πολλά φυσικά που είναι για να διαβάσετε εδώ μέσα στη φυλακή. Του οφείλω πολλά.
Τόσο στο πρώτο όσο και στο δεύτερο βιβλίο, ο αφηγητής μέσω των ηρώων κοιτάζει πολύπλευρα τον αναρχικό χώρο και καταπιάνεσαι με θέματα ταμπού για τον αναρχικό χώρο, όπως την έννοια του πατριωτισμού. Ταυτόχρονα αναρωτιέται διαρκώς, δεν φαίνεται να διαπνέεται από δογματισμούς . Δεν ήθελες να κάνεις μυθιστόρημα - μανιφέστο;
Ο Πλάτωνας υποστήριζε ότι η χρήση του μύθου στη φιλοσοφική αναζήτηση είναι συμπληρωματικό εργαλείο ως προς το βασικό που είναι η παράθεση επιχειρημάτων. Θεωρούσε ότι η επίκληση στην λογική είναι ανώτερη από την επίκληση στο συναίσθημα, όμως δεν την υποβίβαζε εντελώς όπως ο Σωκράτης. Τηρουμένων των αναλογιών, η σχέση μεταξύ ενός «μανιφέστου», ενός πολιτικού κειμένου και της πολιτικής λογοτεχνίας είναι όμοια. Και από τη δική μου μεριά τα μυθιστορήματα εξυπηρετούν έναν συμπληρωματικό σκοπό. Την αποτύπωση πολιτικών -και όχι μόνο- ιδεών που δοκιμάζονται στο «χώρο», στο κίνημα και την κοινωνία. Τα μυθιστορήματα, όπως και τα δοκίμια, έχουν από τη φύση τους ένα επιπλέον πλεονέκτημα. Τον άμεσο διάλογο του αναγνώστη με το συγγραφέα είτε μέσω των ηρώων είτε μέσω της αφήγησης. Στον αντίποδα, ένα πολιτικό κείμενο είναι λίγο πολύ take it or leave it. Το διαβάζεις, σε προβληματίζει, σε ξαναπροβληματίζει και μετά τέρμα. Το μυθιστόρημα όμως το έχεις κάνει εικόνα και συνειρμό. Δεν το ξεχνάς. Κυρίως βέβαια προσπάθησα να γράψω με έναν αδογμάτιστο τρόπο έτσι ώστε ο αναγνώστης να βγάλει ο ίδιος τα συμπεράσματα που ήθελα. Δουλεύοντας κι αυτός. Από «μανιφέστα», έτοιμες λύσεις και κούνημα του δαχτύλου νομίζω ότι ο κόσμος έχει χορτάσει. Η πολιτική λογοτεχνία είναι για μένα ένα πείραμα, όσον αφορά την κοινωνική απεύθυνση. Εξακολουθώ όμως να πιστεύω ότι η αμιγής πολιτική ανάλυση είναι το κατεξοχήν απαραίτητο εργαλείο για την ανάπτυξη του κινήματος.
Και τα δύο βιβλία τοποθετούνται σε μέλλοντα χρόνο γιατί;
Πράγματι. Αυτό μου είχε διαφύγει. Νομίζω ότι έχει να κάνει καθαρά με το υποσυνείδητο. Ίσως με κάποια ψυχική απώθηση του παρόντος ως απεχθές βίωμα. Πολύ απλά, ποιος απ’ όσους είναι στη φυλακή δε σκέφτεται διαρκώς σε χρόνο μέλλοντα;
Στο μυθιστόρημα «Ω γλυκύ μου έαρ», η γραφή σου είναι πολύ πιο μεστή αλλά εξίσου πιο πολυεπίπεδο και το περιεχόμενο της ιστορίας καθώς τα διλήμματα  των ηρώων επεκτείνονται από τα ιδεολογικά θέματα σε θέματα υπαρξιακά, επί της ουσίας . Σε θέματα  σχέσεων και της σχέσης του καθένα με τη ζωή και τον θάνατο.  Τι μεσολάβησε από το πρώτο στο δεύτερο βιβλίο;
Με τη «βαρύτητα» παιδεύτηκα πολύ σε προσωπικό επίπεδο. Σκέψεις και συναισθήματα χρόνων, δυσκολίες πολλές και βάσανα γράφτηκαν μέσα σε τρεις και κάτι μήνες. Μονομιάς. Σα να μου το υπαγόρευε κάποιος. Μου στοίχισε εκείνο το βιβλίο. Το έργο όμως αυτό είχε ένα σαφή πολιτικό προσανατολισμό. Με το δεύτερο βιβλίο δεν ήθελα να επαναληφθώ. Λίγο πολύ, οι θέσεις μου για την συγκυρία που ζούμε με την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση και τις αναδιατάξεις που έχει επιφέρει έχουν κατατεθεί. Πολύ περισσότερο η άποψή μου για τον αγώνα στην ουσία του κατατέθηκε στο πρώτο βιβλίο. Με το «Ω γλυκύ μου έαρ» θέλησα να μπω σε πιο υπαρξιακά νερά. Ήθελα μέσα σε μια αυστηρά λογοτεχνική φόρμα να συζητήσω για τον θάνατο από δυο διαφορετικές σκοπιές. Της νεότητας και του γήρατος. Αλλά βέβαια και για τις οικογενειακές σχέσεις, τη συντροφικότητα. Πολύπλοκα ζητήματα σαφώς μέσα στις διαφορετικές συνθήκες που τα βιώνει ο κάθε άνθρωπος, αλλά πάντοτε τόσα καταλυτικά στις ζωές μας. Αυτό το δεύτερο βιβλίο ήταν ένα στοίχημα. Ένα βήμα εμπρός. Δε μεσολάβησε κάτι ειδικά. Απλά ήταν στο πρόγραμμα, όπως πολλά άλλα που περιμένουν τη σειρά τους.
Ο Αλέξανδρος ένας από τους δύο κεντρικούς σου ήρωες, αν και αναρχικός - μηδενιστής, πηγαίνει να πολεμήσει όμως στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο για προσωπικούς λόγους. Θα το έκανες εσύ και για ποιον λόγο;
Έθεσες πριν το ζήτημα του πατριωτισμού ως θέμα ταμπού στον αναρχικό χώρο. Πριν μερικές ημέρες όλοι είδαμε την αναβίωση του εθνικισμού που εκφράστηκε στο συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης όπου και κάηκε ένας κοινωνικός χώρος από τους φασίστες. Είναι ιστορικά καταγεγραμμένη η συνθήκη ανάδυσης τέτοιων φαινομένων σε περιόδους κρίσης. Το βλέπουμε στις ΗΠΑ με τον Τραμπ, στην Ευρώπη με τα ακροδεξιά κόμματα που ανεβαίνουν, το βιώσαμε με τη ΧΑ στην αρχή της κρίσης, αλλά αντίστοιχα παραλλαγμένα φαινόμενα βλέπουμε και τώρα με αφορμή το θέμα της ονομασίας των Σκοπίων και της ένταξης της χώρας στο ΝΑΤΟ.  Φυσικά, ως αναρχικός είμαι διεθνιστής. Παλεύω για την παγκόσμια κοινωνική επανάσταση, την αρμονική συνύπαρξη των λαών. Είμαι όμως και αγωνιστής μέσα σε μια συγκεκριμένη περιοχή, αυτή των Βαλκανίων και της ΝΑ Μεσογείου, η οποία είναι το επίκεντρο σκληρών εθνικών και ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Μπορεί και πρέπει να προέχει, φυσικά, η εναντίωση στις κινήσεις της ελληνικής αστικής τάξης και του εθνικιστικού-φασιστικού μπλοκ που έχει διαμορφωθεί κοινωνικά, ωστόσο δε μπορώ να κλείνω τα μάτια στους εθνικισμούς που εκδηλώνονται στις γειτονικές χώρες και στρέφονται προς τη χώρα που ζω και συγκεκριμένα της εργατικής τάξης η οποία πλήττεται πρώτη απ’ όλες σε κάθε περίπτωση. Προσωπικά θεωρώ ότι το ζήτημα της ονομασίας των Σκοπίων, αναμφισβήτητα προϊόν εθνικιστικής έξαρσης της γειτονικής χώρας, είναι τόσο ήσσονος σημασίας για τον ελληνικό λαό που είναι γελοίο να διαμαρτύρεται τόσο έντονα, ενώ καταπίνει τα μνημόνια αμάσητα τόσα χρόνια. Από την άλλη, η επιθετικότητα ενός φασιστικού καθεστώτος που εκτρέφει τον ισλαμιστικό φονταμενταλισμό όπως η Τουρκία και το ενδεχόμενο μιας επίθεσης στην Ελλάδα με απασχολεί πολύ. Είτε λέγεται πατρίδα είτε όχι, μιλάμε για τον τόπο που ζούμε. Μιλάμε για τα παιδιά μας και τα αγαπημένα μας πρόσωπα. Αλλά και για τα συμφέροντα της τάξης μας που θα κινδυνεύσουν με τρομερή οπισθοχώρηση. Αυτά δεν είναι αφηρημένες ιδέες ή ψευδής συνείδηση. Είναι σκέτη ύλη και πολιτικός συσχετισμός. Θεωρώ την υπεράσπιση τους δεδομένη.
Στο βιβλίο ο αναγνώστης καλείται να επαναστοχαστεί πάνω σε όλα με αφορμή τον επερχόμενο θάνατο. Εσύ που στέκεσαι φιλοσοφικά σε σχέση με το θέμα μέσω των δικών σου εμπειριών;
Πριν από μερικά χρόνια διαγνώστηκα με ένα πρόβλημα υγείας που έχει σημαδέψει τη ζωή μου. Δεν είναι τόσο σοβαρό, ωστόσο καθορίζει πολλές πτυχές της καθημερινότητας μου. Τότε ήταν η πρώτη φορά που μπήκα σε μια διαδικασία υπαρξιακής αναζήτησης. Ο θάνατος, νομίζω οτι είναι το απλό μέρος αυτής της υπόθεσης. Μια απλή και μοναχική στιγμή. Ίσως η πιο μοναχική μας, αλλά εντελώς παροδική για εμάς. Το δύσκολο κομμάτι είναι αυτό του θρήνου. Αυτοί που μένουν πίσω. Για εκείνους είναι μια ιδιάζουσα μορφή προδοσίας. Γενικότερα η ζωή είναι πολύ πιο πολύπλοκη από το θάνατο, οπότε αναπόφευκτα όλη η κουβέντα γύρω από αυτόν είναι στην ουσία μία συζήτηση για την προετοιμασία υποδοχής του. Πράγματι, φοβερός ο θάνατος αλλά τόσο αναγκαίος μιας και η αναμέτρηση μαζί του διαμορφώνει τη βαρύτητα του κάθε ανθρώπου.
Στο πρώτο βιβλίο «Η βαρύτητα στο ή» μεταξύ άλλων μία ομάδα νεαρών ζωγράφιζαν δακρυσμένοι για να τιμήσουν τον Λάμπρο Φούντα, μέλος της οργάνωσης που σκοτώθηκε από αστυνομικούς. Έχεις συμπεριλάβει αυτοβιογραφικά στοιχεία με κάποιο τρόπο;
Η αλήθεια είναι ότι πριν την έκδοση της «βαρύτητας» με απασχόλησε πολύ το θέμα της «αποκρυπτογράφησης» του βιβλίου. Για παράδειγμα το να θεωρηθεί ότι μιλάω για τον Επαναστατικό Αγώνα ή κατά πόσο ορισμένες περιγραφές ή και ήρωες εντυπώνουν μέλη της οργάνωσης. Έχω πει ξανά ότι η «βαρύτητα» είναι ένα προϊόν μυθοπλασίας. Και οι τρεις ιστορίες του βιβλίου δεν έχουν σχέση με πραγματικά γεγονότα ούτε και οι ήρωες αντιστοιχούν σε υπαρκτά πρόσωπα. Δεν πρόκειται για αυτοβιογραφικό έργο. Ωστόσο, δε μπορώ να αρνηθώ ότι συγκεκριμένοι ήρωες ή απόψεις κάποιων άλλων δεν έχουν συγγένεια βιωματική και πολιτική μαζί μου. Δε νομίζω ότι μπορεί να υπάρξει ψυχική αποστασιοποίηση μεταξύ συγγραφέα και ηρώων και σίγουρα το βίωμα ακόμα και ασυνείδητα βρίσκει μονοπάτια να υπεισέρχεται στον μύθο. Όσο για το σύντροφο Λάμπρο, εκείνος είναι πανταχού παρών στη ζωή μου και φάρος στις δύσκολες στιγμές.
Είναι αλήθεια ότι θεωρήθηκε από την ομάδα Μαζιώτη πως έκανες αυτοκριτική μέσω του βιβλίου για την ένταξή σου στην οργάνωση και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να γίνουν οι σχέσεις σας ακόμα πιο εχθρικές;
Οι δημοσιογράφοι έχετε ένα καταπληκτικό ταλέντο. Αν θέλετε να θίξετε οπωσδήποτε ένα ζήτημα, θα βρείτε έναν τρόπο να το κάνετε. Όμως στην ερώτηση σου δε μπορώ να απαντήσω εγώ. Είναι αλήθεια βέβαια ότι μια τέτοια φιλολογία διακινείται τελευταία, όπως και πολλές άλλες στα πλαίσια του ευρύτερου κουτσομπολιού, αλλά και της πολεμικής που έχει αναπτυχθεί εναντίον μου. Στη «βαρύτητα», το στοιχείο μιας «ανασκόπησης», ενός προβληματισμού και μιας κριτικής διάθεσης στα άδυτα του αγώνα ευρύτερα είναι πράγματι πολύ έντονο. Αυτό φυσικά περιλαμβάνει και τον ένοπλο αγώνα ως κομμάτι των μέσων που διαθέτει ένα επαναστατικό κίνημα. Όλα αυτά τα παραπάνω στοιχεία είναι ένα απαραίτητο βήμα για την εξέλιξη του αγώνα. Όπως δηλαδή συμβαίνει και στη ζωή. Τίποτε δε γίνεται καλύτερο και πιο αποτελεσματικό αν βυθίζεται διαρκώς στο μονοδιάστατο, στο δογματικό, στην τυφλότητα και την αυτοεπιβεβαίωση. Αυτό, βέβαια, που εσύ ονομάζεις «αυτοκριτική» γίνεται συχνά εργαλείο ιδεολογικής προπαγάνδας στα χέρια των πολιτικών μας αντιπάλων -και όχι μόνο-, αυτών που πλήττονται από τον ένοπλο αγώνα, παρουσιάζοντας την ως μια συγγενή εκδοχή της μετάνοιας ή του αναθεωρητισμού. Σε αυτή την παγίδα όμως δεν πέφτω.
Είχες δηλώσει παλαιότερα αμετανόητος και περήφανος για τη δράση του ΕΑ και ότι «ο Επαναστατικός Αγώνας είναι ζωντανός». Ισχύουν αυτά σήμερα; 
Θα θεωρήσω την ερώτηση αυτή ως τυπική. Φυσικά και είμαι περήφανος για τις πολιτικές μου επιλογές, την ένταξή μου στον Επαναστατικό Αγώνα. Η οργάνωση είναι ζωντανή στην καρδιά πολλών νέων ανθρώπων και πολιτικά δικαιωμένη για τη δράση της. Μπορεί ορισμένες αρνητικές εξελίξεις να έχουν πλήξει το γόητρο της οργάνωσης και ευρύτερα το κύρος του ενόπλου χώρου, αλλά είμαι αισιόδοξος ότι μπορεί να αντιστραφεί σύντομα αυτό το κλίμα.
Μετά από το ρήγμα ανάμεσά σας και τη διεκδίκηση από κάποια μέλη της πατρότητάς της, που αισθάνεσαι ότι ανήκεις εσύ ;
Ανέλαβα την πολιτική ευθύνη για τη συμμετοχή μου στην οργάνωση εκείνη την πρώτη περίοδο της δράσης της. Αυτό μου αντιστοιχεί και τούτο υπερασπίζομαι ακόμα, όχι γιατί είμαι αντίθετος στην όποια συνέχειά της, αλλά γιατί αυτό είναι το ορθό ηθικά και πολιτικά για μένα εφόσον δεν επέλεξα να είμαι κομμάτι της λειτουργίας της κατά το χρόνο εκείνο.
Στο «Ω γλυκύ μου Έαρ, περιγράφεις έναν φανταστικό συσχετισμό δυνάμεων του μέλλοντος όπου ανάμεσα σε άλλα οι Κούρδοι έχουν πάει με τους Αμερικάνους, θέλοντας προφανώς να δείξεις τη ρευστότητα και τις ανίερες συμμαχίες. Τι θεωρείς επαναστατικό σήμερα μέσα σε ένα πλαίσιο ρευστότητας;
Ο χρόνος που διαδραματίζεται αυτή η ιστορία δεν απέχει και πολύ από τη σημερινή πραγματικότητα. Θεωρώ μάλιστα μια τέτοια έκβαση επέκτασης του μετώπου προς τα δυτικά πολύ πιθανή. Ο πόλεμος στη Συρία συγκεντρώνει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά ενός παγκοσμίου πολέμου, εκτός από την ανεξέλεγκτη επέκτασή του. Μια άλλη μορφή περιφερειακού πολέμου, ο οποίος όμως θα καθορίσει κατά πολύ τη νέα τάξη πραγμάτων μετά την κρίση. Στο κουβάρι αυτό των συμμαχιών που ξετυλίγεται στο έδαφος, δυνάμεις με επαναστατικό προσανατολισμό συμμαχούν με ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Δυστυχώς στον κόσμο που ζούμε και στην πολιτική δεν υπάρχει απόλυτη καθαρότητα. Το μόνο που μπορεί να υπάρξει είναι καθαρές γραμμές πίσω από τις οποίες στρατεύεται κανείς. Θα ήταν όλα πολύ πιο εύκολα αν ο ταξικός πόλεμος εκφραζόταν και στο πολιτικό και κοινωνικό τερραίν με την αναμέτρηση δύο καθαρών συμπαγών στρατών. Όμως τα πράγματα δεν είναι έτσι. Γι’ αυτό, επαναστατικό σήμερα είναι ό,τι συμβάλει στην υπόθεση της κοινωνικής απελευθέρωσης υπερασπίζοντας τα συμφέροντα του παγκόσμιου προλεταριάτου και των λαών, με μέσα και λόγο που έγκεινται στις πανανθρώπινες αξίες της αλληλεγγύης, της ισότητας και της συναδέλφωσης. Ή τέλος πάντων, ο,τι πιο κοντινό σε αυτό.
Τι θα απαντούσες σε κάποιον που τραυματίστηκε βαριά από δράση σας ενώ δεν ήταν στόχος σας;
Σπάνια συνθήκη αλλά υπαρκτή, για να μην υπεκφεύγω. Τις περισσότερες από τις ελάχιστες φορές που συνέβη κάποιος τραυματισμός σε ένοπλη επίθεση, ήταν ευθύνη της αστυνομίας λόγω πλημμελούς εκκένωσης των χώρων. Όπως και να ‘χει όμως θα του έλεγα να στρατευτεί μαζί με την ιδέα της κοινωνικής επανάστασης. Ότι τα συμφέροντα μας ταυτίζονται και ο εχθρός είναι κοινός. Εντάξει, κι ένα ειλικρινές συγγνώμη.
Διαφωνείς ότι τοποθετώντας έναν εκρηκτικό μηχανισμό σε μια γειτονιά κινητοποιείς αντανακλαστικά φόβου κι επομένως συντηρητικοποιείται αρκετός κόσμος;
Στη σημερινή εποχή των μνημονίων ο περισσότερος κόσμος πανηγυρίζει όταν χτυπιέται κάποιος λαομίσητος στόχος. Υπάρχουν και κάποιοι που απλά αδιαφορούν. Μέχρι εκεί. Δε βλέπω να υπάρχει συντηρητικοποίηση λόγω τής ένοπλης δράσης. Ίσα ίσα, μάλλον ανακούφιση και ευφορία προκαλεί που υπάρχει αντίσταση στον όλεθρο που ζούμε.
Πρόσφατα σε συνέντευξή του ο διευθυντής των Φυλακών Κορυδαλλού μίλησε για βελτίωση της ζωής στις φυλακές , για ανθρώπινες συνθήκες. Ο Λ. Γιωτόπουλος με επιστολή του διέψευσε. Ποια είναι η δική σου θέση; Πως είναι η δική σου ζωή εκεί;
Η κατάσταση στις ελληνικές φυλακές έχει αλλάξει λίγο τα τελευταία χρόνια. Το ερώτημα είναι όμως γιατί έγινε αυτό. Το ξέσπασμα της κρίσης και η σφιχτή δημοσιονομική πολιτική που ακολουθήθηκε με τα μνημόνια, όπως ήταν εύλογο, έπληξε και τις φυλακές. Τα κονδύλια για τη διαβίωση των κρατουμένων μειώθηκαν. Έτσι, από το μονοπώλιο της κρατικής διαχείρισης περάσαμε στο άνοιγμα στην «ιδιωτική πρωτοβουλία». Δηλαδή τους ίδιους τους κρατούμενους. Αυτό που συνέβη είναι ότι ο κρατούμενος σήμερα μπορεί να περάσει νόμιμα στη φυλακή περισσότερα αγαθά με δικά του έξοδα. Αυτό κάνει τη διαβίωση λίγο πιο αξιοπρεπή. Παράλληλα, την ίδια ακριβώς περίοδο μπήκε στη φυλακή ένας μεγάλος αριθμός πολιτικών κρατουμένων που η αγωνιστική τους συμβολή ήταν καθοριστική. Τα προβλήματα όμως εξακολουθούν να υπάρχουν. Σε πολλές περιπτώσεις οι συνθήκες είναι άθλιες. Επιπροσθέτως, η κυβέρνηση της Αριστεράς, που υποτίθεται ότι κόπτεται για τα ανθρώπινα δικαιώματα, καταθέτει έναν κατάπτυστο νέο σωφρονιστικό κώδικα χωρίς να μπαίνει καν σε διαβούλευση με τους άμεσα ενδιαφερόμενους, τους κρατούμενους και την Επιτροπή Αγώνα τους. Σίγουρα υπάρχει ένα βουνό από πράγματα που πρέπει να αλλάξουν, αλλά τόσο οι σημερινές όσο και οι αυριανές κυβερνητικές επιλογές θα κινηθούν προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Ποιο θα είναι το θέμα του επόμενου βιβλίου σου; Περιέγραψε μας πως προκύπτει η ιδέα κάθε φορά.
Ο επόμενος μου στόχος είναι η συγγραφή ενός καθαρά θεωρητικού βιβλίου. Μία προσπάθεια επικαιροποίησης της αναρχικής ιδεολογίας και η παράθεση θέσεων για την πολιτική τοποθέτηση της Αναρχίας στο σύγχρονο καπιταλιστικό κόσμο που αλλάζει με βίαιο τρόπο. Είναι κάτι που ασφαλώς θα αργήσει να εκδοθεί. Ίσως εμβόλιμα να σφηνωθεί και κάποια νέα ιδέα για μυθιστόρημα. Πριν ξεκινήσω να γράψω ένα βιβλίο, το αφήνω να πιάσει ρίζα στο μυαλό μου. Κι ύστερα το ποτίζω καθημερινά. Αρχικά βρίσκω τον σκοπό του κάθε έργου. Έπειτα μία κεντρική ιδέα και μερικές δευτερεύουσες. Η μορφή του σχηματίζεται κατά τη διάρκεια της γραφής.
Πως φαντάζεσαι τη ζωή σου μετά τη φυλακή;
Εντάξει κάπως τη φαντάζομαι κι εγώ αλλά δεν έχει και πολύ μεγάλη σημασία. Ζούμε στην εποχή της πιο βαθιάς κρίσης του καπιταλισμού και σίγουρα της χειρότερης κατάστασης στην οποία έχει βρεθεί αυτός ο λαός από τη μεταπολίτευση κι έπειτα. Δε γνωρίζω κανένα που να προγραμματίζει κάτι πέραν των δύο μηνών. Άλλωστε ανήκω στην κατηγορία των κρατουμένων που το κράτος έχει μόνιμα στο στόχαστρο. Σίγουρα δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια εφησυχασμού όταν είσαι πολιτικός κρατούμενος. Μέσα σε μια μόνο μέρα το άσπρο μπορεί να γίνει μαύρο. Το ευοίωνο δυσμενές. Έτσι έμαθα να επιβιώνω στη φυλακή και το κρατάω ακόμα. Όνειρα για το μέλλον όμως κάνω. Είναι ισχυρό κίνητρο άλλωστε αυτό. 
_