Οι καταραμένοι - Του Κων/νου Τζέκη

Τέλος του Δεκέμβρη. Οι οικογένειες προετοιμάζονταν για τη γιορτή των Χριστουγέννων και την έλευση του νέου χρόνου. Καινούργια ρούχα, τουαλέτες, κομμωτήρια, πεντικιούρ, μανικιούρ,
γαλοπούλες, χοιρομέρια, σαμπάνιες, κρασιά, παιχνίδια για τα παιδιά που τα ονειρεύονταν εδώ και καιρό και έγραφαν γράμματα στον Άγιο Βασίλη με διάφορα αιτήματα και περίμεναν τον γενειοφόρο με τις κατακόκκινες φόρμες, να εισβάλει από την καμινάδα, σαν καλοδεχούμενος κλέφτης, αλλά όχι να κλέψει, αλλά να αφήσει πλάι στο δέντρο τα παιχνίδια τους.
Προσκλήσεις και συζητήσεις για τον τόπο υποδοχής του νέου χρόνου, με την παρέα που κάθε χρόνο βρισκόμαστε και γιορτάζουμε εκ περιτροπής, κάθε χρόνο σε άλλον με τυχαία σειρά και βέβαια το χαρτάκι, όχι να κερδίσουμε, αλλά να μάθουμε ποιό είναι το κορόιδο της νέας χρονιάς, έτσι για το καλό του χρόνου.
Η βασιλόπιττα και το πολυπόθητο φλουρί και ας ξέρουμε ότι το φλουρί η οικοδέσποινα γνωρίζει που το τοποθέτησε και το αφιερώνει τυχερό του στον Χριστό ή στον κανακάρη της, αφού αν δεν πέσει σ’ αυτόν θα κόψει πολλές βασιλόπιττες ώσπου να το πετύχει!!!
Φώτα στους  δρόμους του Δήμου, στολίδια στις κολώνες της ΔΕΗ και στα δέντρα που είναι όλο το χρόνο απότιστα και στην τύχη τους, πυροτεχνήματα και ευχές. Πολλές ευχές, αλλά με καβαλικεμένο το δάχτυλο πάνω στο άλλο ώστε να μην πιάσουν και μας κοκορεύεται η μισητή φίλη μας για την εξυπνάδα του δικού της  που ξινίζει από τη μυζήθρα που έφτιαχναν στο χωριό του.
Όλα έτοιμα για τις μεγάλες γιορτές της πόλης και το γουρουνόπουλο που κατέφθασε με το ΚΤΕΛ από το χωριό, που το μεγάλωνε  ο παππούς για τη μέρα αυτή και το έστελνε με αυγά, τυριά, ελιές και ότι άλλο εξοικονομούσε για τα εγγόνια, ενοχλούσε τη μύτη και αναστάτωνε το στομάχι. Όχι π[ως είναι το στομάχι άδειο αλλά βρε αδελφέ, άνθρωποι είμαστε, με αδυναμίες.  Μπορείς να πεις όχι στην πιτσιρίκα απέναντι που όλο χαμογελά κρυφά και σε ένα πιάτο λαχταριστό φαγητό; Αδύνατο. Τουλάχιστον για εμάς που είμαστε ειλικρινείς.
Όλα καλά και Άγια, αλλά σε κάθε Παράδεισο υπάρχει και ένας λάκκος που σε απειλεί να κατρακυλήσεις μέσα. Με φίδια. Με λιοντάρια, με νερά που βρωμάνε.
Έτσι και στον δικό μας. Απέναντι στο παλάτι μας εδώ και πολύ καιρό, εγκαταστάθηκε από κληρονομιά, τρομάρα του, ήταν και τυχερός ο βρωμιάρης, μια οικογένεια φτωχών ανθρώπων. Λέγονται βιοπαλαιστές. Στην αρχή νόμιζα πως πάλευαν σε κανένα ρινγκ, αλλά μετά ενημερώθηκα ότι έκαναν δουλειές του ποδαριού    και τα κατάφερναν δύσκολα.
Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί ζούσαν και ποιον προορισμό του ανθρώπου εξυπηρετούσαν. Ήταν σαν επί της γης απεσταλμένοι να σου χαλάνε το κέφι, να σου γυρίζουν το στομάχι, να σε προκαλούν με τις ελάχιστες ανάγκες τους.
Εξυπακούεται ότι προσπάθησα επανειλημμένα να αγοράσω το ακίνητο και γίνουν άφαντοι και να μπουν στις τρύπες που είχαν βγει στο φως, αλλά στάθηκε αδύνατο. Μου έλεγε να βάλω τα λεφτά μου εκεί που ξέρω. Εκεί τα βάζω, στην Τράπεζα, σε επενδύσεις, σε ευκαιρίες, στο εξωτερικό, αλλά ποτέ μου δεν μπόρεσα να βρω τον γρίφο γιατί με συμβούλευε τόσο επιτακτικά.
Τους ονομάζαμε καταραμένους, γιατί μας χαλούσαν το πρεστίζ και την κοινωνική μας αξιοπρέπεια. Είχαμε δίκιο, αφού όλοι οι φίλοι μας συμφωνούσαν με αυτό το προσωνύμιο.
Ξαφνικά την παραμονή του Χρόνου, ο δρόμος γέμισε με μαύρα αυτοκίνητα. Γραβατωμένοι με κουστουμιές, άρχισαν να κατεβαίνουν από τις λιμουζίνες. Θεέ μου, πάγωσα. Για μας έρχονταν και δεν είχα προλάβει ούτε στο πεντικιούρ να πάω.
Όμως οι κύριοι κατευθύνθηκαν στους καταραμένους. Η τηλεόραση μετέδιδε απ’ ευθείας την είδηση. Ο γιός τους που κάπου θα πρέπει να σπούδαζε και δούλευε ντελιβεράς, βραβεύθηκε λέει γιατί εφεύρε ένα νέο φάρμακο   για τον καρκίνο, ως φοιτητής της ιατρικής σχολής.
Εξυπακούεται ότι ζήλεψα. Θύμωσα. Είναι απαράδεκτο οι πολιτικοί που τους ταΐζουμε και τους ποτίζουμε να δίνουν βραβείο στους καταραμένους για να δείξουν ότι προσέχουν τους φτωχούς, Άγιες μέρες τώρα. Χάθηκε ο κόσμος να βραβεύσουν το γιο μας που εντάξει δεν είναι και άριστος, αλλά βρε αδελφέ να δείξει η τηλεόραση το σπίτι μας, μια αξιοπρεπή κατοικία, αντί για τα καλύβια;
Τι να πεις χάλασε ο κόσμος. 

 Χρόνια πολλά.
_