Μάθιου Μπογδάνος: Ο Έλληνας Ιντιάνα Τζόουνς

Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι πρωταγωνιστής σε ταινία, αν και όλα όσα έχει πετύχει ο ελληνικής



 καταγωγής Αμερικανός Μάθιου Μπογδάνος ξεπερνάνε κάθε σενάριο: εκτός από τις χιλιάδες αρχαιότητες που έχει εντοπίσει από την Ελλάδα, το Ιράκ, τη Συρία, την Αίγυπτο και την Ιταλία -έχει τιμηθεί μάλιστα με μετάλλιο από τον Αμερικανό πρόεδρο Τζορτζ Μπους-, έχει υπάρξει συνταγματάρχης του Σώματος Πεζοναυτών εν εφεδρεία, είναι κάτοχος πτυχίου Νομικής με μεταπτυχιακό στις Κλασικές Σπουδές από το Πανεπιστήμιο Κολούμπια και... δεινός μποξέρ.


Μόλις την περασμένη εβδομάδα ήρθε στο φως άλλο ένα κατόρθωμά του που αφορά την κατάσχεση κλεμμένων αρχαίων από την Ελλάδα και την Ιταλία τα οποία βρέθηκαν στο σπίτι του γνωστού δισεκατομμυριούχου στο Μανχάταν Μάικλ Στάινχαρντ. Πρόκειται για άλλο ένα επίτευγμά του που προστίθεται στη μακρά λίστα, καθώς χάρη στον Μπογδάνο επέστρεψαν πρόσφατα στη χώρα μας μια μαρμάρινη σαρκοφάγος και πέντε νομίσματα της κλασικής περιόδου. «Αυτά δεν είναι τίποτα», μας λέει στο τηλέφωνο από το γραφείο της Εισαγγελίας στο Μανχάταν, «αφού υπάρχουν αμέτρητα άλλα που δεν έχουν εντοπιστεί και άλλα τόσα που δεν έχουν κατασχεθεί ακόμα». Πάντως, χάρη στον ίδιο και στη δική του πρωτοβουλία ιδρύθηκε για πρώτη φορά ειδικό τμήμα αρχαιοκαπηλίας στη νεοϋορκέζικη Εισαγγελία με σκοπό να αφοσιωθεί αποκλειστικά σε αυτό τον σκοπό συνεργαζόμενο με άλλα γραφεία σε όλο τον κόσμο καθώς και με τις μυστικές υπηρεσίες της Αμερικής και τη Σκότλαντ Γιάρντ, ένα δίκτυο το οποίο ελέγχει ο έμπειρος βοηθός (deputy) εισαγγελέα Μάθιου Μπογδάνος: «Είναι πολύ δύσκολο να εντοπίζεις τις κλεμμένες αρχαιότητες σε σχέση με παλαιότερα γιατί οι κλέφτες ξέρουν να προστατεύονται. Είναι πολύ πιο εκλεπτυσμένοι πια. 


Ανάμεσα στα ευρήματα που εντοπίστηκαν από τον Μάθιου Μπογδάνο στο πολυτελές σπίτι του πολυεκατομμυριούχου συλλέκτη Μάικλ Στάινχαρντ ξεχωρίζουν ένα κορινθιακό αγγείο σε σχήμα πάπιας, ένα ιωνικό μαρμάρινο κεφάλι κριαριού, ένα αττικό δοχείο λαδιού σε σχήμα αφρικανικού κεφαλιού και κορινθιακά αγγεία με τις μορφές διαφόρων ζώων 



Φροντίζουν να ενημερώνονται για τις λίστες που μπορεί να έχουμε στην κατοχή μας, ξέρουν τα πάντα για τις δημοσιευμένες εργασίες που υπάρχουν γύρω από το θέμα. Εννοείται ότι έχει χρειαστεί να στείλουμε δήθεν ενδιαφερόμενους για αγορά σε μεγάλους οίκους δημοπρασίας όπως οι Christie’s και Sotheby’s για να εντοπίσουν αρχαιότητες που έχουν καταλήξει εκεί ύστερα από ύποπτη διαδρομή». Του ζητάμε να μιλήσει για την υπόθεση Μάικλ Στάινχαρντ που είδε πρόσφατα το φως της δημοσιότητας: «Παρότι η έρευνα μόλις ξεκίνησε και η υπόθεση είναι στην αρχή, έχουμε να ακούσουμε σημαντικά νέα αφού η λίστα είναι ατελείωτη». Σύμφωνα με το δημοσίευμα των «New York Times», που έκανε αίσθηση σε ολόκληρο τον πλανήτη, αφού ο Στάινχαρντ είναι ένα αξιοσέβαστο πρόσωπο με την πιο μεγάλη ιδιωτική συλλογή αρχαίων και το όνομά του στολίζει μία από τις αίθουσες του Μητροπολιτικού Μουσείου της Νέας Υόρκης, «τα αντικείμενα που εντοπίστηκαν στο πολυτελές διαμέρισμά του στο Μανχάταν ξεπερνούν σε αξία τα 1,1 εκατ. δολάρια».

Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν ένα κορινθιακό αγγείο σε σχήμα πάπιας, ένα ιωνικό μαρμάρινο κεφάλι κριαριού, ένα αττικό δοχείο λαδιού σε σχήμα αφρικανικού κεφαλιού και κορινθιακά αγγεία με τις μορφές διαφόρων ζώων. Επίσης, μετά την παρέμβαση της Εισαγγελίας της Νέας Υόρκης εντοπίστηκαν, μεταξύ άλλων, ένα ροδιακό γλυπτό με τη μορφή πιθήκου, αγγεία και ένα κορινθιακό γλυπτό. Αυτό όμως που έκλεψε τις εντυπώσεις ήταν η λευκή αττική λήκυθος με την ταφική παράσταση - «ένα πανέμορφο έργο τέχνης, για το οποίο δεν μπορώ να κρύψω ότι συγκινήθηκα όταν το είδα», αποκαλύπτει ο Μπογδάνος, προσθέτοντας ότι όντως δεν μπορεί να μείνει ουδέτερος ή ασυγκίνητος σε τέτοιες περιπτώσεις.

Για την προσφορά του στην ανθρωπότητα ο Μάθιου Μπογδάνος έχει τιμηθεί με μετάλλιο από τον Αμερικανό πρόεδρο Μπους


Η στενή συνεργασία του με τον αρχαιολόγο του Κέιμπριτζ Χρήστο Τσιρογιάννη 


Του λέμε ότι πρέπει να έχει κότσια για να μπορεί να βγάλει ένταλμα εναντίον του Μητροπολιτικού Μουσείου της Νέας Υόρκης, όπως έκανε μόλις πριν από λίγους μήνες αναγκάζοντάς το να αφαιρέσει από τη συλλογή του και να επιστρέψει ένα από τα πιο όμορφα εκθέματά του: τον πανέμορφο κρατήρα του Πύθωνα, ο οποίος θεωρείται από τους σημαντικότερους ζωγράφους αγγείων του 4ου αιώνα π.Χ. Παρότι ο ίδιος ο Μπογδάνος δεν θέλει να αποκαλύψει τις πηγές του, παραδέχτηκε ότι στην υπόθεση αυτή -όπως και σε πολλές άλλες- συνεργάστηκε στενά με τον Ελληνα αρχαιολόγο και ερευνητή του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ Χρήστο Τσιρογιάννη, ο οποίος επίσης έχει αφοσιωθεί στο κυνήγι χαμένων αρχαιοτήτων από ολόκληρο τον κόσμο.

Παρότι ο τελευταίος είχε γράψει σχετικό επιστημονικό άρθρο στο έγκυρο «The Journal of Crime Art» στέλνοντας παράλληλα αποδεικτικά στοιχεία στο ΜΕΤ για το ότι ο κρατήρας ήταν κλεμμένος, κανείς δεν αντέδρασε. Χρειάστηκε λοιπόν να παρέμβει ο Μάθιου Μπογδάνος, ο οποίος ανέλαβε προσωπικά την υπόθεση ξέροντας καλά και τον «Φάκελο Σάιμς - Μιχαηλίδη» και τον ντίλερ με τον οποίο συνεργάζονταν, με αποτέλεσμα να υποχρεώσει εν τέλει το μουσείο να επιστρέψει το πολύτιμο έργο τέχνης! «Επειδή είναι πολύπλοκη η υπόθεση εντοπισμού με πλοκάμια σε ολόκληρο τον κόσμο, είναι πολύ σημαντικό να εντοπίζεις τον ντίλερ και να περιμένεις», υποστηρίζει ο Μάθιου Μπογδάνος.

Οι συγκεκριμένες φωτογραφίες Polaroid που τραβήχτηκαν μεταξύ 1972 και 1995 ήταν από τις αποθήκες του Μέντιτσι, του ντίλερ που διακινούσε τις χαμένες αρχαιότητες οι οποίες προέρχονταν από τις συλλογές των Σάιμς - Μιχαηλίδη στη γνωστή υπόθεση της Σχοινούσας.
«Η διαδικασία ευτυχώς στη Νέα Υόρκη είναι πιο απλή και όχι τόσο πολύπλοκη όσο σε άλλες χώρες. Από τη στιγμή που εντοπίζουμε μια αρχαιότητα που είναι προϊόν παράνομης διακίνησης προειδοποιούμε τον κάτοχο να μας δηλώσει την προέλευσή της και του δίνουμε συγκεκριμένες ημέρες περιθώριο για να κάνει τη δήλωση. Από εκεί και πέρα, όπως συμβαίνει και με τα αντικείμενα που έχουν, εν προκειμένω, προέλευση από την Ελλάδα, ειδοποιούνται οι επιμέρους αρχές, οι οποίες με τη σειρά τους, άπαξ και εξακριβωθεί η προέλευση, μπορούν να διεκδικήσουν τον επαναπατρισμό σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Ευτυχώς μπορούμε να προσφύγουμε σε έναν νόμο που μας δίνει το δικαίωμα επαναπατρισμού, ακόμα κι αν δεν έχουν απαγγελθεί κατηγορίες, αρκεί να έχει αποδειχθεί ότι είναι κλεμμένο, όπως ήδη συνέβη με τη σαρκοφάγο στην Ελλάδα», μας τονίζει ο Μπογδάνος. Χάρη λοιπόν στις ενέργειες του δυναμικού -και ρομαντικού- Ελληνοαμερικανού βοηθού εισαγγελέα έχουν επιστρέψει, εκτός από τα πολύτιμα ελληνικά αντικείμενα, τρία αρχαία αγάλματα στον Λίβανο, ένα μαρμάρινο μωσαϊκό που βρισκόταν στο πλοίο του αυτοκράτορα Καλιγούλα και ένα αγαλματίδιο Βούδα του 2ου αιώνα στο Πακιστάν. Ας μην ξεχνάμε ότι το μετάλλιο που κοσμεί το γραφείο του τού απονεμήθηκε για τον εντοπισμό και τη διάσωση του περίφημου Ιερού Αμφορέα του Βάρκα, που θεωρείται ο παλαιότερος πέτρινος σφυρηλατημένος αμφορέας στον κόσμο. Δεν το λες και λίγο.

«Εξαιρετική η συνεργασία μου με την Ελενα Κόρκα»


Ο ίδιος, όμως, παραμένει σεμνός και ταπεινός. «Ολα αυτά που έχω καταφέρει δεν είναι τίποτα μπροστά στη λίστα με τις παράνομες αρχαιότητες που βρίσκονται παντού. Ξέρω ότι όταν εντοπίζεται ένα κλεμμένο υπάρχουν άλλα τόσα που δεν έχουν εντοπιστεί. Δυστυχώς, πρέπει να περιμένουμε μέχρι να εμφανιστεί η εκάστοτε κλεμμένη αρχαιότητα στη Νέα Υόρκη για να μπορέσουμε να παρέμβουμε, έχοντας ωστόσο ακολουθήσει τη διαδρομή της σε διάφορες χώρες του κόσμου». Συμφωνεί μαζί μας ότι το ξέπλυμα γίνεται ως επί το πλείστον στις αποθήκες της Γενεύης όπου δεν έχει δικαίωμα να παρέμβει κανείς εισαγγελέας και οι παράνομα διακινημένες αρχαιότητες παραμένουν εκεί για καιρό -ακόμα και για χρόνια- προκειμένου να «ξεπλυθούν». «Αν μείνουμε στο τι προβλέπει ο νόμος σε κάθε χώρο και στη διεθνή συνθήκη, είμαστε χαμένοι. Μια κυβερνητική συνθήκη είναι χρονοβόρα και έχει να κάνει με απίστευτη γραφειοκρατία: μπορεί να χρειαστούν πάρα πολλοί μήνες για να ικανοποιηθεί απλώς το αίτημα».

Γι’ αυτό και στο διάσημο μπεστ σέλερ βιβλίο του «Οι κλέφτες της Βαγδάτης», ο Μπογδάνος επιμένει ότι δεν έχει καμία εμπιστοσύνη ή μάλλον ότι είναι απόλυτα «δυσαρεστημένος με την προβλεπόμενη διεθνή νομολογία σε σχέση με τις αρχαιότητες». Το ίδιο πιστεύει ακόμα και τώρα: «Αν δεν υπήρχαν οι ατομικές πρωτοβουλίες, δεν θα λειτουργούσε τίποτα. Κυριολεκτικά. Αν δεν σήκωνα το τηλέφωνο να πάρω έναν έμπιστό μου στη Σκότλαντ Γιαρντ, στην ιταλική Εισαγγελία, στο ελληνικό ή ιταλικό υπουργείο Πολιτισμού, θα περιμέναμε για χρόνια. Ολη η ιστορία έχει να κάνει με την πίστη, την επιμονή και την πρωτοβουλία συγκεκριμένων ατόμων και ό,τι έχει επιτευχθεί μέχρι τώρα οφείλεται σε αυτούς τους τρελούς ονειροπόλους». Γι’ αυτό και όταν τον ρωτάω για τη συνεργασία του με το ελληνικό υπουργείο Πολιτισμού, το οποίο στο παρελθόν ήταν πολύ δυναμικό όσον αφορά το ζήτημα της διεκδίκησης των αρχαιοτήτων -όλοι θυμόμαστε το χρυσό στεφάνι-, ωστόσο τα τελευταία χρόνια το Τμήμα Δίωξης Αρχαιοκαπηλίας φαίνεται να υπολειτουργεί, αναφέρεται σε συγκεκριμένο άτομο: «Δεν έχω παράπονο με την Ελλάδα. Εχω εξαιρετική επαφή και άψογη συνεργασία με την Ελένη Κόρκα».

Η τελευταία είναι μια έμπειρη αρχαιολόγος, προϊσταμένη της Γενικής Διεύθυνσης Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς, η οποία εργάζεται πολλά χρόνια στο υπουργείο στον τομέα της διεκδίκησης αγαθών και γνωρίζει τις περισσότερες υποθέσεις από πρώτο χέρι. «Είναι τρομερό πάντως αυτό που συμβαίνει με την παράνομη διακίνηση αρχαιοτήτων στην Ελλάδα αφού παντού υπάρχει και κάποια παράνομη ανασκαφή. Εχει ρημαχτεί η χώρα», ομολογεί με μεγάλο πόνο, αφού πάντα πονάει όταν ακούει το όνομα «Ελλάδα»: «Πρέπει να καταλάβουμε όλοι μας ότι όταν διακινείς παράνομα αρχαιότητες είναι σαν να καταφέρεις πλήγμα ενάντια στην ίδια σου την κληρονομιά. Δεν έχει να κάνει με παράνομη διακίνηση, αλλά με καταστροφή της ελληνικής ταυτότητας. Τι άλλο σημαίνει το να είσαι Ελληνας από το να καταλαβαίνεις ότι είσαι τμήμα αυτής της πλούσιας κοινότητας γεμάτης τέτοιους θησαυρούς; Είμαστε όλοι υπεύθυνοι όταν δεν δηλώνουμε κάτι που μπορεί να υποπέσει στην αντίληψή μας αφού είμαστε όλοι μέρος του ίδιου πολιτισμού».

 Ο ίδιος έχει διαβάσει από πολύ μικρός την «Ιλιάδα» και θαυμάζει βαθιά το αρχαιοελληνικό σθένος του Ομήρου και την ουσιαστική σοφία του Σοφοκλή, ενώ δεν σταματά να επισκέπτεται την Ελλάδα όποτε μπορεί. Εχει συγγενείς στα Χανιά και τη Λήμνο, από όπου κατάγεται ο πατέρας του, ο οποίος κατέληξε στην Αμερική ακολουθώντας το όνειρό του και ανοίγοντας εστιατόριο στο Κάτω Μανχάταν. Εκεί, επομένως, έμαθε ο μικρός Μάθιου τι σημαίνει να εργάζεσαι σκληρά, να είσαι τίμιος και απόλυτα αφοσιωμένος: «Η αποφασιστικότητα και η πίστη στον σκοπό, στην αποστολή, στο ταξίδι είναι εντελώς ελληνικά», μας εξηγεί, επιμένοντας ότι «πρέπει να είσαι αισιόδοξος γιατί δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς. Πρέπει να γίνει η δουλειά. Δεν μπορείς να μην πιστεύεις σε αυτό απόλυτα». Ετσι λοιπόν υπόσχεται ότι όχι μόνο θα συνεχίσει τον αγώνα του, αλλά και «σύντομα θα ακούσουμε και άλλα ευχάριστα νέα όσον αφορά τις κλεμμένες αρχαιότητες». Επιτέλους, ένας θετικός και αισιόδοξος Ελληνας! 


Πώς έφθασαν τα αρχαία στη Νέα Υόρκη

Τα ευρήματα φέρουν τη σφραγίδα του ζεύγους των αρχαιοπωλών Χρήστου Μιχαηλίδη
και Ρόμπιν Σάιμς - Ο γοητευτικός Eλληνας από την Αλεξάνδρεια και ο φλεγματικός Βρετανός έζησαν μια μυθική ζωή που διαλύθηκε ένα βράδυ στο Τέρνι της Ιταλίας


Σκηνή 1η: Τα μάτια του Μάθιου Μπογδάνος καρφώθηκαν στην εκπληκτικής ομορφιάς αρχαιοελληνική λήκυθο που αναπαυόταν στην προθήκη της. Ηταν μία μόνο από τις πολλές αρχαιότητες ελληνικής κυρίως προέλευσης που βρέθηκαν μέσα στην εξαιρετικής αισθητικής τριώροφη κατοικία του δισεκατομμυριούχου συλλέκτη Μάικλ Στάινχαρντ στο Μανχάταν.


Η λήκυθος ήταν του 5ου π.Χ. αιώνα, άλλα αντικείμενα του 2ου π.Χ., ενώ ανάμεσά τους υπήρχε και μια κεφαλή ταύρου ιδιαίτερου κάλλους. Ο επιχειρηματίας την είχε αγοράσει από το ζεύγος Μπέιεργουολτς, στο οποίο την είχε πουλήσει ο Ρόμπιν Σάιμς, σύντροφος του Χρήστου Μιχαηλίδη. Το μοιραίο δίδυμο αρχαιοπωλών πρωταγωνίστησε σε μία από τις συγκλονιστικότερες υποθέσεις αρχαιοκαπηλίας των τελευταίων δεκαετιών, με μια διαδρομή που ξεκίνησε το 1967 στο βροχερό Λονδίνο. Τότε που ο ωραίος Αλεξανδρινός Χρήστος Μιχαηλίδης αντίκρισε για πρώτη φορά τον φλεγματικό Βρετανό Ρόμπιν Σάιμς.

Ο διάσημος έμπορος έργων τέχνης Τζιάκομο Μέντιτσι ήταν αυτός που διακινούσε τα λαθραία αντικείμενα της συλλογής Σάιμς - Μιχαηλίδη

Σκηνή 2η: Καλοκαίρι του 1999 στο Μόντε Κάρλο. Οι «The Symes», όπως αποκαλούν το ζευγάρι Μιχαηλίδη - Σάιμς οι φίλοι τους ανά τον κόσμο, δίνουν το «παρών» στις 3 Ιουλίου σε λαμπερό κάλεσμα. Ο φωτογράφος τούς αποτυπώνει να εισέρχονται χαμογελαστοί στη βραδιά, γεμάτοι από την αυτοπεποίθηση και τη σιγουριά που τους χαρίζει η δύναμη που έχουν στην αγορά και πώληση αρχαιοτήτων. Νιώθουν άτρωτοι όπως οι αρχαίοι θεοί, ωστόσο το βράδυ της επομένης θα αποδειχθεί το αντίθετο, όταν έχοντας αφήσει το Μόντε Κάρλο, φιλοξενούνται στην έπαυλη του Λέον Λεβί και της Σέλμπι Γουάιτ, γνωστών συλλεκτών και προσωπικών τους φίλων. Η νύχτα στο Τέρνι είναι γλυκιά, η παρέα ευθυμεί και κάποια στιγμή ο Μιχαηλίδης σηκώνεται να πάει να φέρει τα τσιγάρα του, αλλά δεν επιστρέφει ποτέ. Οι φωνές μιας καλεσμένης που τον βρήκε πεσμένο και αναίσθητο στο πάτωμα ξεσηκώνουν τους πάντες στην έπαυλη και τελικά μεταφέρεται επειγόντως στο νοσοκομείο. Την επόμενη μέρα πεθαίνει αφήνοντας τον επί 32 χρόνια σύντροφό του μόνο στη ζωή, ο οποίος, αφού τον θρηνεί, επιλέγει να συγκρουστεί μέχρι τέλους με τους συγγενείς του, οι οποίοι τον θεωρούσαν μέλος της οικογένειάς τους. Και θα το πληρώσει πολύ ακριβά...

Η ισχύς εν τη ενώσει

Δεν είναι πάρα πολλοί οι άνθρωποι που έγιναν γνώστες του θλιβερού τέλους της σχέσης Μιχαηλίδη - Σάιμς, η οποία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κατά κάποιον τρόπο αρχαία τραγωδία στη σύγχρονη εποχή. Μια τραγωδία που τα είχε κυριολεκτικά όλα: μια δυνατή σχέση, μια επαγγελματική ενασχόληση που τους έκανε εκατομμυριούχους, μια μυθική ζωή με ταξίδια σε όλο τον κόσμο και ισχυρές γνωριμίες με μαικήνες της τέχνης και πάμπλουτους συλλέκτες.


Ο εβραϊκής καταγωγής πολυεκατομμυριούχος Μάικλ Στάινχαρντ στο διαμέρισμα του οποίου, στο Μανχάταν, βρέθηκαν οι πολύτιμοι θησαυροί

Ολα αυτά βέβαια δεν τα φαντάζονταν ο Χρήστος Μιχαηλίδης και ο Ρόμπιν Σάιμς όταν διασταύρωσαν για πρώτη φορά τα βλέμματά τους, το 1967, στην γκαλερί που διατηρούσε ο δεύτερος στην King’s Road του Λονδίνου. Ο Μιχαηλίδης είναι ένας γοητευτικός 20χρονος φοιτητής με πολύ μεγάλη οικονομική άνεση, ως γόνος εφοπλιστικής οικογένειας, μιλάει άπταιστα έξι γλώσσες και καίει γυναικείες καρδιές.

Η αδερφή του Δέσποινα, παντρεμένη με τον εφοπλιστή Νίκο Παπαδημητρίου, τον λατρεύει παθολογικά και μιλάνε καθημερινά τρεις φορές στο τηλέφωνο. Ο Σάιμς, που είναι παντρεμένος με δύο παιδιά, γοητεύεται αυτόματα από τον ωραίο Ελληνα με καταγωγή από την Αλεξάνδρεια που έχει το ίδιο πάθος για τις αρχαιότητες. Με ευρύ κύκλο γνωριμιών στο Λονδίνο, στο Παρίσι, στη Γενεύη και τη Νέα Υόρκη, ο Μιχαηλίδης κινείται πολύ άνετα στους υψηλούς κύκλους και λίγους μήνες μετά την πρώτη επαφή τους ο Σάιμς χωρίζει από τη σύζυγό του, με την οποία είχε αποκτήσει δύο γιους, και ο Μιχαηλίδης τερματίζει τη σχέση του με μια νεαρή κοπέλα.

Μια εγκεφαλική αιμορραγία του Βρετανού θα φέρει τους δύο άνδρες πολύ κοντά, ενώ το δίδυμο συζητιέται έντονα στον χώρο των συλλεκτών μετά από μια μεγάλη πώληση αρχαίων αιγυπτιακών νομισμάτων η οποία τους αποφέρει εξαιρετικά κέρδη. Σε έναν χώρο όπου οι συναλλαγές απαιτούν εξαιρετικά λεπτούς χειρισμούς και τα λάθη πολύ σπάνια συγχωρούνται, οι «Symes» προσέχουν τις κινήσεις τους, αλλά ανοίγουν παρτίδες αρχικά με τον Νίνο Σαβόκα, έμπορο τέχνης, και αργότερα με τον Τζιάκομο Μέντιτσι, δύο από τους πρωταγωνιστές, όπως αποδείχθηκε, στο εμπόριο κλεμμένων αρχαιοτήτων.

Τα επόμενα χρόνια το δίδυμο Σάιμς - Μιχαηλίδη θα αγοράσει από τους δύο Ιταλούς χιλιάδες κομμάτια αρχαιοτήτων, το σύνολο των οποίων όμως ήταν προϊόν λαθρανασκαφής από χώρες όπως η Ιταλία και η Ελλάδα. Η ζωή τους είναι παραμυθένια: η κατοικία τους στις παρυφές του Τσέλσι, στην οδό Σέιμουρ Γουόκ, διέθετε εσωτερική υπόγεια πισίνα διακοσμημένη περιμετρικά με αρχαία αγάλματα. Εκτός από την εξαιρετική διακόσμηση και τα δεκάδες αρχαία αντικείμενα για ντεκόρ, υπήρχε ένα δωμάτιο αρ ντεκό, γεμάτο με έπιπλα της Αϊλίν Γκρέι, η αξία των οποίων ήταν 20 εκατ. δολάρια. Στις μικρές Κυκλάδες αγοράζουν μια μεγάλη έκταση στη Σχοινούσα, μέσα στον κλειστό κόλπο του Αγίου Αθανασίου, και ανεγείρουν μια καταπληκτική βίλα απρόσιτη από τα αδιάκριτα βλέμματα των ντόπιων. Διαθέτουν, επίσης, διαμέρισμα στη Νέα Υόρκη, ενώ από το 1980 κάνουν ακριβώς ό,τι και οι εκατομμυριούχοι της εποχής: Χριστούγεννα στο Γκστάαντ, τον Μάρτιο βουτιές στις Μπαχάμες, στα τέλη Μαΐου επισκέπτονται την κλινική της La Prairie στο Μοντρέ για να αναζωογονηθούν, τον Ιούνιο επιστρέφουν στο Λονδίνο και το καλοκαίρι το περνούν στην Ελλάδα.

Οταν «απασφάλισε» ο Παπαδημητρίου


Μόνο που το καλοκαίρι του 1999 θα είναι τελείως διαφορετικό από τα προηγούμενα, τότε που φιλοξενούσαν φίλους και οι βραδιές αργούσαν να ξημερώσουν. Η οικογένεια Παπαδημητρίου θρηνεί την απώλεια του Χρήστου μαζί με τον Σάιμς στη Σχοινούσα, όπου ο εφοπλιστής Δημήτρης Παπαδημητρίου θα συζητήσει για πρώτη φορά με τον Βρετανό για την κοινή περιουσία των δύο συντρόφων. Του προτείνει, παρά το γεγονός ότι η περιουσία θα έπρεπε να μοιραστεί στα δύο, να κρατήσει το μερίδιο της οικογένειας και να το πουλήσει τα επόμενα πέντε χρόνια. Του ξεκαθάρισε ότι θα μπορούσε να μείνει για πάντα στο σπίτι του Λονδίνου και ότι θα ήταν πάντα ευπρόσδεκτος στη Σχοινούσα, αλλά ο Σάιμς, όπως φάνηκε, δεν είχε την ίδια άποψη. Πίστευε ότι αυτός είχε στήσει την εταιρεία Robyn Symes Limited και ότι είχε την ικανότητα να διακρίνει τα καλύτερα κομμάτια παρόλο που είχε δηλώσει ότι ο Χρήστος ήταν το «μάτι». Ο Παπαδημητρίου διαισθάνθηκε ότι θα έμπαινε σε πόλεμο όταν τον Μάιο του 2000 γευμάτισε με τον Ελβετό δικηγόρο του Σάιμς, Εντμοντ Ταβερνιέ.

Το ζεύγος Μιχαηλίδη - Σάιμς στις 3 Ιουλίου 1999 σε δεξίωση στο Μόντε Κάρλο.
Την επόμενη μέρα ο Μιχαηλίδης σκοτώθηκε όταν γλίστρησε στις σκάλες
εξοχικής κατοικίας στο Τέρνι της Ιταλίας και χτύπησε σε θερμαντικό σώμα


Κάποια στιγμή ο δικηγόρος τού είπε ότι αν υπήρχε συνεταιρισμός, αυτός ήταν 70-30 προς όφελος του πελάτη του - και σε μια κίνηση επίδειξης έγειρε προς το μέρος του εφοπλιστή και έσπασε ένα κριτσίνι κάτω από τη μύτη του σε αυτές τις αναλογίες. Δύο μήνες μετά ο Σάιμς ταξιδεύει στην Αθήνα για το ετήσιο μνημόσυνο του Μιχαηλίδη και ο εφοπλιστής μετά το τέλος της τελετής του λέει ότι δεν έχει γίνει ακόμη η απογραφή της επιχείρησης. Ταυτόχρονα του παραδίδει και ένα γράμμα της 84χρονης μητέρας του Χρήστου, Ειρήνης, με το οποίο τον παρακαλούσε να επιστρέψει τα προσωπικά αντικείμενα του γιου της. Επρόκειτο για αρκετά συλλεκτικά ρολόγια Cartier κατασκευασμένα πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αξίας 50-80.000 δολαρίων το καθένα, ένα χειροποίητο Rolex της δεκαετίας του ’50 και ένα ζευγάρι χειροποίητα μανικετόκουμπα Cartier με ζαφείρια και διαμάντια. Τον Νοέμβριο ο Σάιμς στέλνει στην οικογένεια έναν φθαρμένο χαρτοφύλακα που περιέχει ένα κερί, κάποια στιλό, έναν πλαστικό αναπτήρα, τον βαφτιστικό σταυρό του Χρήστου, μια τράπουλα και ένα πλαστικό ρολόι Swatch, με αποτέλεσμα η αδερφή του εκλιπόντος, Δέσποινα Παπαδημητρίου, που στήριζε οικονομικά την επιχείρηση βάζοντας συχνά εγγυήσεις για δάνεια εκατομμυρίων, να πάθει σοκ.

Ο γιος της Δημήτρης Παπαδημητρίου οργίζεται, αναλαμβάνει προσωπικά την υπόθεση του αδικοχαμένου θείου του και όταν ο Σάιμς αρνείται να συζητήσει για την κοινή τους περιουσία, ανοίγει ο ασκός του Αιόλου. Προσλαμβάνει τον Λουντοβίκ Ντε Βαλντέν, έναν εξαιρετικό δικηγόρο, αλλά προτού προλάβουν να συζητήσουν την υπόθεση ο Σάιμς οργανώνει τον Δεκέμβριο του 2000 μια έκθεση στη Νέα Υόρκη, όπου πούλησε 152 αντικείμενα αντί 42 εκατ. δολα­ρίων. Τον Φεβρουάριο του 2001, όμως, ο Σάιμς πράττει το αδιανόητο για τους Παπαδημητρίου, οι οποίοι δεν είχαν αποφασίσει οριστικά να κινηθούν δικαστικά εναντίον του. Μηνύει την αδερφή και τη μητέρα του Χρήστου, τον οποίο χαρακτηρίζει υπάλληλό του, αρνείται ότι ο σύντροφός του ή κάποιο μέλος της οικογένειάς του είχε συνεισφέρει οικονομικά στην εταιρεία και δηλώνει ότι δεν έχει την παραμικρή υποχρέωση να επιστρέψει τίποτε σε κανέναν.

«Εχουμε πόλεμο»


Εξαλλος με την κίνηση Σάιμς, ο Δ. Παπαδημητρίου τηλεφωνεί στον Ντε Βάλντεν και του λέει εφτά λέξεις: «Από εδώ και στο εξής έχουμε πόλεμο». Τα λεφτά δεν ήταν πρόβλημα. Προείχε η τιμή και η αξιοπρέπεια της οικογένειάς του και του αγαπημένου του θείου. Το κυνήγι δίχως έλεος του Σάιμς μόλις είχε αρχίσει και στα επόμενα χρόνια τον χτύπησε αλύπητα, προσλαμβάνοντας κορυφαίους ιδιωτικούς ερευνητές στην Αγγλία και αλλού.

Οι έρευνες αποκάλυψαν τουλάχιστον τριάντα αποθήκες του Σάιμς γεμάτες αρχαιότητες σε διάφορες χώρες -περίπου 17.000 κομμάτια αξίας 125 εκατ. δολαρίων- οι οποίες δεσμεύτηκαν, ενώ ο ίδιος οδηγήθηκε για εφτά μήνες στη φυλακή για ασέβεια κατά του δικαστηρίου. Το κόστος της συγκεκριμένης υπόθεσης έφτασε τα 16 εκατ. δολάρια, αλλά για τον Ελληνα εφοπλιστή αυτά τα λεφτά καλώς είχαν ξοδευτεί μέχρι και το τελευταίο δολάριο. Πάνω από 50 άτομα παρακολουθούσαν τον Σάιμς σε έξι χώρες όταν τις επισκεπτόταν, χρησιμοποιώντας ενίοτε και ανορθόδοξες μεθόδους. Το 2001 ήρθε η δικαίωση για την οικογένεια Παπαδημητρίου, αφού στη δίκη που έγινε κέρδισε μεγάλο μέρος της περιουσίας Σάιμς - Μιχαηλίδη και την εξοχική κατοικία στη Σχοινούσα. Το νησί όπου είχαν μεταφερθεί εκατοντάδες αρχαία αντικείμενα, άλλα σε κοινή θέα και άλλα σφραγισμένα στα κουτιά να περιμένουν πιθανούς αγοραστές, όταν οι «Symes» ζούσαν ημέρες δόξας στην Ελλάδα. Από τα δικόγραφα της υπόθεσης που έφτασαν στις διεθνείς διωκτικές αρχές οι αστυνομικοί ανακάλυψαν σταδιακά ένα τεράστιο δίκτυο διακίνησης αρχαιοτήτων, στο οποίο συμμετείχαν οι Μιχαηλίδης και Σάιμς.

Στην Ελλάδα η υπόθεση «άναψε» την άνοιξη του 2006, μετά από έφοδο των Αρχών στη βίλα της Δέσποινας Παπαδημητρίου στο Ψυχικό και στην κατοικία της Σχοινούσας, όπου βρέθηκαν πολλά αρχαία αντικείμενα. Εκείνη την ημέρα η αδερφή του Χρήστου Μιχαηλίδη και οι γιοι της Δημήτρης και Αλέξανδρος ήταν στο Λονδίνο, όπου ο δικός τους άνθρωπος σφράγισε κατά κάποιο τρόπο τη μοίρα του πριν από 50 χρόνια. Τα ευρήματα ήταν πολλά, αλλά σαφώς πολύ λιγότερα από τα χιλιάδες άλλα που ήταν προϊόν παράνομων ανασκαφών για να πουληθούν από ένα τεράστιο κύκλωμα. Θα μπορούσε να τα χαρακτηρίσει κάποιος απομεινάρια ενός τεράστιου κυκλώματος εμπόρων που έστησαν μια αυτοκρατορία αρχαιοκάπηλων. Μόνο που, όπως όλες οι αυτοκρατορίες, έπεσε και αυτή εν πολλοίς από τη μοιραία πτώση του Χρήστου Μιχαηλίδη στα σκαλιά που οδηγούσαν στο κελάρι κρασιών των Λεβί - Γουάιτ εκείνο το ζεστό βράδυ του Ιούλη του 1999. 


protothema.gr
_