«To αίμα φέρνει κι άλλο αίμα»


Ήταν  Κυριακή 3 Δεκεμβρίου του 1944 και τα Δεκεμβριανά ξεκινούν. Μια σειρά γεγονότων  με ένοπλη σύγκρουση που διαδραματίστηκαν στην Αθήνα μεταξύ του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και των
κυβερνητικών και βρετανικών δυνάμεων  και την αιματηρή κατάληξη ενός συλλαλητηρίου στην Πλατεία Συντάγματος . Θα τελειώσουν τον Ιανουάριο του 1945.
Στις 3 Δεκεμβρίου λοιπόν μπροστά στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη ξεσπούν πυροβολισμοί ενάντια στη διαδήλωση του ΕΑΜ που είχε οργανωθεί ως απάντηση στο τελεσίγραφο της κυβέρνησης εθνικής ενώσεως (1-12-1944) για τον αφοπλισμό όλων των αντάρτικων ομάδων. Το  αποτέλεσμα είναι  ο θάνατος  28 διαδηλωτών και ο τραυματισμός άλλων 148.
Έχει προηγηθεί το τηλεγράφημα του Τσώρτσιλ στον αρχηγό των βρετανικών δυνάμεων στην Ελλάδα στρατηγό Σκόμπυ : « Μην διστάσετε να ενεργήσετε σα να βρισκόσαστε σε μια κατεχόμενη πόλη που έχει επαναστατήσει». Λίγο αργότερα ο ίδιος ο Τσώρτσιλ θα έρθει στην Αθήνα …
«To αίμα φέρνει κι άλλο αίμα» …θα πει ο Γιώργος Σεφέρης με ένα στίχο  του για την κατάσταση που επικρατεί στην Αθήνα εκείνον το Δεκέμβρη…
Πως ξεκίνησαν όμως όλα αυτά; Η βαθύτερη αιτία ήταν η διαμάχη ανάμεσα στις δυνάμεις που διεκδικούσαν την εξουσία της μεταπολεμικής Ελλάδας: Από τη μια το ΕΑΜ, το οποίο ελεγχόταν από το ΚΚΕ αλλά είχε ευρύτερη απήχηση, ιδιαίτερα στα λαϊκά στρώματα και τις τάξεις των διανοουμένων. Το ΕΑΜ, που είχε καταστεί ισχυρότατος πολιτικός και στρατιωτικός μηχανισμός όντας η σημαντικότερη αντιστασιακή δύναμη στην κατεχόμενη Ελλάδα, είχε στις περισσότερες περιοχές της χώρας de facto την εξουσία στα χέρια του (εκτός κάποιων νήσων, της Ηπείρου και της Αττικής) μετά το τέλος του πολέμου και ήθελε να αποτρέψει την επάνοδο του βασιλιά καθώς και την τυχόν ανασύσταση δικτατορικού καθεστώτος όπως αυτό της μεταξικής περιόδου. Από την άλλη πλευρά είχαν συνασπιστεί το σύνολο των αντικομουνιστικών ένοπλων δυνάμεων, φιλελεύθεροι και φιλοβασιλικοί. Σε αντίθεση με τις μαζικές αντεκδικήσεις σε Ευρωπαϊκές χώρες όπως η Γαλλία και η Ιταλία που έγιναν εις βάρος των συνεργαζόμενων με τις Κατοχικές δυνάμεις ελάχιστες ώρες μετά την Απελευθέρωση τους όπου έγινε λουτρό αίματος με 9.000 και 12.000-20.000 νεκρούς αντίστοιχα, στην Αθήνα αντίθετα δίδεται από τον ΕΛΑΣ Αθηνών εντολή να μη υπάρξουν βίαια έκτροπα.
Η ειρηνική διάθεση του ΕΛΑΣ επιβεβαιώνεται από κυβερνητικές και από Βρετανικές πηγές που αναφέρουν ότι επικρατεί ησυχία. Ήδη από το 1943 η Βρετανική πλευρά είχε προσανατολιστεί στην αποστολή στρατευμάτων μετά την Απελευθέρωση ώστε να μην πληγούν τα συμφέροντα της Αυτοκρατορίας στην Ελλάδα. Σε σημείωμα στον Ήντεν ο Τσώρτσιλ έγραψε στις 6 Αυγούστου 1944 : « ...Είτε θα υποστηρίξουμε τον Παπανδρέου, αν χρειαστεί και με τη βία όπως έχουμε συμφωνήσει, είτε θα πάψουμε να έχουμε τις οποιεσδήποτε βλέψεις στην Ελλάδα…»
Άλλωστε και ο ίδιος ο διορισμένος από τους Βρετανούς πρωθυπουργός της Ελλάδας Παπανδρέου σε επιστολές προς τον Τσώρτσιλ ζήταγε στις 21 Αυγούστου του 1944 Για τον σκοπό αυτό ήταν απαραίτητο να δημιουργήσει έναν Εθνικό Στρατό και Αστυνομία, και για να επιτύχει αυτόν τον στόχο θα ήταν απαραίτητη η βρετανική ένοπλη βοήθεια. Η ταξιαρχία είχε λάβει μέρος στη Μάχη του Ρίμινι. Μάλιστα είχε αποσταλεί από τον ίδιο τον Τσώρτσιλ ώστε να αποκτήσει πολεμικές δάφνες. Στη διατήρηση ή διάλυση της, όπως και του ΕΛΑΣ, θα επικεντρωθεί η κρίση που θα οδηγήσει στη δεκεμβριανή σύγκρουση. Αμέσως μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από τους Γερμανούς κατακτητές, η κυβέρνηση εθνικής ενότητας του Γεωργίου Παπανδρέου ανέλαβε το δύσκολο έργο της ανόρθωσης της χώρας. Ταυτόχρονα είχε τεθεί αφ' ενός μεν το ζήτημα της τιμωρίας των συνεργατών του κατακτητή, αφ' ετέρου δε η μεθόδευση του αφοπλισμού των ανταρτών. Οι βάσεις πάνω στις οποίες κινούνταν η πολιτική του Παπανδρέου ήταν η συμφωνία της Καζέρτα, η οποία υπέτασσε όλες τις ελληνικές δυνάμεις (εθνικό στρατό και ανταρτικές ομάδες) υπό συμμαχική διοίκηση και συγκεκριμένα τον στρατηγό Σκόμπυ.
Το σημείο που τελικά οδήγησε στην κρίση ήταν ο αφοπλισμός των αντάρτικων ομάδων. Το θέμα αυτό θα μπορούσε να καθορίσει αποφασιστικά την κατανομή της εξουσίας μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων. Στις 5 Νοεμβρίου ο Παπανδρέου ανακοίνωσε, σε συμφωνία με το στρατηγό Σκόμπυ, ότι ο ΕΛΑΣ και ο ΕΔΕΣ θα αποστρατευθούν ως τις 10 Δεκεμβρίου.
Όμως, η απόφαση αυτή δεν άρεσε στο ΚΚΕ, καθώς μία ενδεχόμενη αποστράτευση του ΕΛΑΣ θα του αφαιρούσε ένα ισχυρό χαρτί στην πρόθεσή του να επιβάλει στην Ελλάδα ένα κομμουνιστικό καθεστώς σοβιετικού τύπου. Στις 20 Νοεμβρίου το Πολιτικό Γραφείο πήρε την απόφαση να αντιπαρατεθεί με τις αστικές δυνάμεις και τους Άγγλους. Οι διαπραγματεύσεις για την αποστράτευση του ΕΛΑΣ ναυάγησαν στις 28 Νοεμβρίου και την 1η Δεκεμβρίου οι Υπουργοί του ΕΛΑΣ αποχώρησαν από την κυβέρνηση Παπανδρέου.
Σε μια επίδειξη ισχύος, το ΕΑΜ διοργανώνει την Κυριακή 3 Δεκεμβρίου ένα μεγάλο παναθηναϊκό συλλαλητήριο στην Πλατεία Συντάγματος, παρά την κυβερνητική απαγόρευση. Υπολογίζεται ότι πήραν μέρος πάνω από 100.000 άνθρωποι, ενώ κάποιοι ιστορικοί τους ανεβάζουν και στις 500.000. Το συλλαλητήριο βάφτηκε στο αίμα, καθώς οι διαδηλωτές δέχθηκαν καταιγισμό πυρών από την πλευρά των δυνάμεων ασφαλείας, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 30 άτομα και να τραυματισθούν 148.
Για το ποιος «ήρξατο χειρών αδίκων» υπάρχουν τρεις εκδοχές :
α) ότι πυροβόλησε κάποιος από το πλήθος, με αποτέλεσμα να απαντήσουν οι αστυνομικές δυνάμεις,
 β) ότι πυροβόλησε απρόκλητα η αστυνομία και
γ) ότι τα πυρά ήταν βρετανικά για τη δημιουργία προβοκάτσιας.
Την επόμενη ημέρα τα ξημερώματα, στην περιοχή του Θησείου διεξήχθη η πρώτη μάχη ανάμεσα σε μονάδα του ΕΛΑΣ και μέλη της Οργάνωσης Χ που έδρευαν στην περιοχή. Η μάχη διήρκεσε αρκετές ώρες άλλα προς το μεσημέρι ο ΕΛΑΣ ήρθε σε συμφωνία με τους Βρετανούς να διακόψει την επίθεση και να επιτρέψει σε βρετανικά οχήματα να μεταφέρουν τα μέλη της οργάνωσης Χ στο κέντρο της Αθήνας. Την ίδια ημέρα οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ προχώρησαν σε κατάληψη πολλών αστυνομικών τμημάτων στον Πειραιά και σε περιοχές περιμετρικά του κέντρου της Αθήνας, όπως στην Κυψέλη, στον Νέο Κόσμο, στους Αμπελόκηπους, στον Κολωνό, στα Πατήσια και αλλού. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας δυνάμεις του ΕΛΑΣ επιτέθηκαν στις φυλακές Βουλιαγμένης τις οποίες κατέλαβαν. Τα γεγονότα προκάλεσαν κυβερνητική κρίση με τον πρωθυπουργό της κυβέρνησης Γεώργιο Παπανδρέου να εκδηλώνει το βράδυ της ίδιας ημέρας την πρόθεση του να παραιτηθεί. Η Βρετανική πλευρά αντέδρασε άμεσα και απαίτησε να παραμείνει στη θέση του. Όπως διέρρευσε από τα αρχεία του Φόρεϊν Όφις το 1974, ο Τσώρτσιλ σε συνομιλία του με τον Βρετανό πρέσβη στην Αθήνα Ρέτζιναλντ Λίπερ ανέφερε «Πρέπει να υποχρεώσετε τον Παπανδρέου. Αν παραιτηθεί, φυλακίστε τον έως ότου συνέλθει, όταν πια θα έχουν τελειώσει οι μάχες. Θα μπορούσε το ίδιο καλά, να αρρωστήσει και να μην μπορεί να τον πλησιάσει κανείς.…»
Τη νύχτα της 4ης προς 5η Δεκεμβρίου οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ επιχείρησαν την κατάληψη των φυλακών Συγγρού. Η επίθεση ανακόπηκε μετά από παρέμβαση των Βρετανών που χρησιμοποίησαν τεθωρακισμένα οχήματα. Παρόμοια εξέλιξη είχε η επίθεση στις φυλακές Χατζηκώστα που έληξε με παρέμβαση των Βρετανών. Τα ξημερώματα της 6ης Δεκεμβρίου δυνάμεις του ΕΛΑΣ εξαπέλυσαν επίθεση στο σύνταγμα χωροφυλακής Μακρυγιάννη. Μετά από τετραήμερη σκληρή μάχη οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ αποκρούστηκαν με αποτέλεσμα να καθηλωθούν γύρω από το στρατόπεδο. Παρόμοια εξέλιξη είχε και η επίθεση των δυνάμεων του ΕΛΑΣ στους στρατώνες του Γουδή όπου έδρευε η 3η Ελληνική Ορεινή Ταξιαρχία. Στις 9 Δεκεμβρίου ο ΕΛΑΣ πραγματοποίησε επίθεση στη σχολή Ευελπίδων, στον χώρο της οποίας βρίσκονταν 23 αξιωματικοί και 183 ευέλπιδες. Η πολιορκία λύθηκε με παρέμβαση των Βρετανών που μετέφεραν το προσωπικό της σχολής στα ανάκτορα.
Στις 9 Δεκεμβρίου ο Τσώρτσιλ διέταξε αποστολή νέων ενισχύσεων στην Ελλάδα. Την επόμενη μέρα οι Βρετανοί ξεκίνησαν επιχείρηση για την ανακατάληψη του Πειραιά. Στην επιχείρηση για την κατάληψη του λόφου της Καστέλλας χρησιμοποιήθηκε η 5η Ινδική Μεραρχία. Οι Ινδοί στρατιώτες (γνωστοί ως Γκούρκας), έπειτα από σκληρή μάχη, στην οποία είχαν σημαντικές απώλειες, κατέλαβαν την Καστέλλα στις 14 Δεκεμβρίου. Στις 16 Δεκεμβρίου αποβιβάστηκαν στο Φάληρο νέες Βρετανικές ενισχύσεις και ξεκίνησαν επιχειρήσεις για την ανακατάληψη των περιοχών της Αθήνας που βρίσκονταν στον έλεγχο του ΕΛΑΣ. Αφού εξασφάλισαν τον έλεγχο της Λεωφόρου Συγγρού που τους επέτρεπε την μεταφορά στρατιωτών από το Φάληρο στο κέντρο της Αθήνας, κατέλαβαν στις 18 Δεκεμβρίου τον Λυκαβηττό από τον οποίο έλεγξαν με τα πυροβόλα που τοποθέτησαν τους σημαντικότερους δρόμους της Αθήνας. Τη νύχτα της 17ης προς 18η Δεκεμβρίου οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ πραγματοποίησαν μία επιτυχημένη επιχείρηση καταλαμβάνοντας τα ξενοδοχεία της Κηφισιάς Σεσίλ, Απέργη και Πεντελικόν, στα οποία διέμενε το προσωπικό της RAF. Συνολικά 50 αξιωματικοί και 500 σμηνίτες της RAF αιχμαλωτίστηκαν.
Τη νύχτα της 23ης προς 24η Δεκεμβρίου δυνάμεις του ΕΛΑΣ προχώρησαν στην υλοποίηση σχεδίου που στόχευε στην ανατίναξη του ξενοδοχείου Μεγάλη Βρετανία όπου διέμεναν η ελληνική κυβέρνηση και το βρετανικό επιτελείο. Για τον σκοπό αυτό παγιδεύτηκε με εκρηκτικά υπόνομος που κατέληγε δίπλα στα θεμέλια του κτιρίου. Η έκρηξη αναβλήθηκε προσωρινά λόγω της άφιξης του Τσόρτσιλ στην Ελλάδα και στο διάστημα αυτό Άγγλοι εντόπισαν και απενεργοποίησαν τα εκρηκτικά.
Ο πρωθυπουργός της Βρετανίας Ουίνστον Τσώρτσιλ έφτασε στην Ελλάδα το μεσημέρι της 25ης Δεκεμβρίου, συνοδευόμενος από τον υπουργό Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας Άντονι Ίντεν. Την πρώτη ημέρα διέμεινε στο Φάληρο στο θωρηκτό Ajax και την επόμενη πήγε στο ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία όπου συμμετείχε σε σύσκεψη στο υπουργείο εξωτερικών. Στην σύσκεψη πήρε μέρος και αντιπροσωπεία του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Λίγες ημέρες αργότερα τοποθετήθηκε στη θέση του αντιβασιλέα ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός και πρωθυπουργός ο Νικόλαος Πλαστήρας.

Στις 5 Ιανουαρίου 1945 οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Αθήνα, υπό την πίεση των υπέρτερων κυβερνητικών και βρετανικών δυνάμεων. Στις 11 Ιανουαρίου ο ΕΛΑΣ υπέγραψε ανακωχή με τους Βρετανούς και στις 12 Φεβρουαρίου 1945 έληξαν και τυπικά τα «Δεκεμβριανά», με τη Συμφωνία της Βάρκιζας. Το ΕΑΜ είχε ηττηθεί στρατιωτικά και πολιτικά.
  

«To αίμα φέρνει κι άλλο αίμα»!
ΠΗΓΕΣ :
Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ
Wikipedia.org
Cretalive.gr
Sansimera.gr
Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού
_