«Αν θελήσεις να φύγεις απ' τη Χ.Α., είσαι ή τρελός ή νεκρός»


Σε κατάθεση-ποταμό κατά ηγετικών στελεχών της ναζιστικής οργάνωσης εξελίχθηκε η χθεσινή μαρτυρία πρώην χρυσαυγίτισσας, της τελευταίας που καταθέτει υπό καθεστώς προστασίας. Οπως
υποστήριξε, η μάρτυρας εντάχθηκε στη Χ.Α. το 2004 σε νεαρή ηλικία μέσω ενός φίλου της, έλαβε ιδεολογικά μαθήματα από τους Κασιδιάρη, Μισιάκα (ο θεωρητικός της Χ.Α. με το ψευδώνυμο «Μάστορας»), Ζαφειρόπουλο και αφού απέδειξε την πίστη της στην οργάνωση, έγινε δόκιμο μέλος το 2005.
Πρόκειται για εγκληματική οργάνωση με την ποινική έννοια του όρου, με εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία και ιεραρχία που βασίζεται στην ενός ανδρός αρχή, κατέθεσε η πρώην χρυσαυγίτισσα και εξήγησε ότι τη γενική εντολή του αρχηγού μετέφερε στα χαμηλόβαθμα στελέχη ο Κασιδιάρης, για τον οποίο υπενθύμισε τη σβάστικα που έχει στο μπράτσο. 
Σκοπός της Χ.Α., σύμφωνα με την ίδια, είναι η κατάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος. «Το 2004 τους ρώτησα γιατί δεν κατεβαίνουν στις εκλογές. Μου απάντησαν “μόνο με τανκς μπορούμε να μπούμε στη Βουλή”», είπε. 
Η μάρτυρας δήλωσε παρούσα σε τηλεφώνημα κατά το οποίο ο Μίχος ακύρωσε τηλεφωνικά μάθημα σφαγής, όπως το χαρακτήρισε, και εξήγησε ότι σ' αυτό εκπαιδεύονται οι δόκιμοι να χειρίζονται το μαχαίρι. 
Ανάμεσα σε αυτούς που οπλοφορούσαν κατονόμασε δύο νυν ηγετικά στελέχη (Κασιδιάρης, Βουλδής) και ένα πρώην (Ζαφειρόπουλος), ενώ σύμφωνα με την ίδια, ο Μίχος επιχείρησε να της πουλήσει όπλο, «μου έδινε δώρο και ένα κουτί σφαίρες», με το πρόσχημα ότι ως χρυσαυγίτισσα κινδυνεύει. 

Πραγματική σφαγή 

Μια οποιαδήποτε συγκέντρωση μπορούσε να εξελιχθεί σε μάχη, είπε η μάρτυρας και αναφέρθηκε σε κάλεσμα για πορεία στην πλ. Ομόνοιας, «στο πλαίσιο μιας νέας μορφής κινητοποιήσεων που η Χ.Α. ονόμαζε “ομάδα αγανακτισμένων κατοίκων”», που μετατράπηκε σε πραγματική σφαγή υπό τις εντολές των Κασιδιάρη, Παναγιώταρου και Γερμενή. 
Η πρώην χρυσαυγίτισσα δήλωσε αυτόπτης μάρτυρας και περιέγραψε ότι «υπήρχε πολύ μεγάλη μανία, κλοτσούσαν όποιον αλλοδαπό έβλεπαν, έδερναν όποιον τραβούσε φωτογραφίες, ήταν οι πάντες εκεί: Παναγιώταρος, Λαγός, τα αδέλφια Κασιδιάρη, Γερμενής πατέρας και υιός, Μίχος, Ζέρβας». 
Αναφέρθηκε ακόμα σε επίθεση χρυσαυγιτών σε κοπέλα μέσα σε βαγόνι του ηλεκτρικού λόγω του αντιφασιστικού τατουάζ της. «Της έσπασαν τα δύο χέρια και τη μύτη, παρουσία πολύ κόσμου, άκουσα να το διηγούνται μετά και έτυχε να γνωρίσω και την ίδια», είπε.
Επίσης, κατέθεσε ότι συμμετείχε σε αντισυγκέντρωση της Χ.Α. στη βίλα Αμαλίας, στην οποία πήρε μέρος εξαναγκαστικά -όπως είπε- ύστερα από επιτακτικό τηλεφώνημα του Κασιδιάρη που την καλούσε σε «μάχη», αν και η ίδια δεν είχε λάβει τέτοια εκπαίδευση. 
Σχετικά με τις συνέπειες που έχει ένα μέλος αν αποφασίσει να αποχωρήσει από την οργάνωση, η μάρτυρας τόνισε χαρακτηριστικά ότι «αν θελήσεις να φύγεις απ' τη Χ.Α., είσαι ή τρελός ή νεκρός». 
Η ίδια κατέθεσε ότι προσπάθησε από το 2006 να απεγκλωβιστεί, αλλά αυτό ήταν πολύ δύσκολο, όπως περιέγραψε, καθώς βρισκόταν σε συνεχή επιτήρηση ακόμα και την περίοδο που ζούσε στην επαρχία. 
«Μου τηλεφωνούσαν συνέχεια ο Κασιδιάρης, ο Ζαφειρόπουλος, η Μπάρου (σ.σ. σύζυγος του Ν. Μίχου και πρώην μέλος της Κ.Ε. της Χ.Α.) για να με ελέγχουν», είπε και πρόσθεσε ότι η επιτηρήτριά της, Αλ. Μπάρου, είχε φροντίσει να της περάσει το μήνυμα ότι η Χ.Α. εποπτεύει τα πάντα μέσα από υπολογιστές όπου είναι όλοι καταχωρισμένοι. 
Η μάρτυρας υποστήριξε ότι το 2010 εξαφανίστηκε αλλάζοντας δουλειά και εγκαταλείποντας το ιδιόκτητο σπίτι της, αλλά ούτε αυτό ήταν αρκετό καθώς, όπως είπε, δέκα μέρες μετά τη δολοφονία Φύσσα άρχισε να βλέπει ξαφνικά μπροστά της πρόσωπα από το παρελθόν, ενώ δεχόταν περίεργα τηλεφωνήματα. Περίεργο χαρακτήρισε και το γεγονός ότι είδε, όπως είπε, τον αδελφό του Κασιδιάρη έξω από το σπίτι της να την περιμένει με σταυρωμένα χέρια. 
Ηξερε άλλωστε, όπως είπε, ότι είχε βγει εντολή εναντίον της. «Οποιος παλιός φεύγει, βγαίνει εντολή εναντίον του και αυτήν την ξέρουν ακόμα και οι πιο νέοι. Λέει “όποιος με βρει να μου σπάσει τα πόδια”». 
«Θα σας ρωτήσει και η υπεράσπιση... Πώς καταθέσατε ως μάρτυρας;». Σ' αυτή την ερώτηση της εισαγγελέως, χαρακτηριστική ήταν η απάντηση της μάρτυρα για τη σχέση της ναζιστικής οργάνωσης με αστυνομικούς: 
«Προσήλθα με τη θέλησή μου για να προστατεύσω τη ζωή μου. Μόλις είχαν σκοτώσει τον Φύσσα και με περιτριγύριζαν. Ημουν μόνη μου απέναντί τους. Πώς να απευθυνθώ νωρίτερα στην αστυνομία, όταν την έβλεπα δίπλα μου στις τάξεις της Χ.Α. και τότε δεν υπήρχε δίωξη εναντίον τους;» 
«Πάντα νιώθω κίνδυνο από αυτούς. Δεν με έχει ενημερώσει κανείς ότι έχει παύσει η εντολή εναντίον μου. Ανά πάσα στιγμή μπορεί να χτυπηθώ, τώρα πια μπορεί και να σκοτωθώ», κατέληξε. 
_