Ατακτη υποχώρηση της υπεράσπισης των νεοναζιστών

Στο προηγούμενο ρεπορτάζ μας για τα τεκταινόμενα στη δίκη της ΧΑ (δείτε εδώ) είχαμε αποτυπώσει την ανοιχτή αμφισβήτηση από τους συνηγόρους των νεοναζιστών, τόσο των δικαστών της έδρας όσο και της εισαγγελέα και της πταισματοδίκη που παρευρίσκονται στην αίθουσα που εξετάζονται οι «προστατευόμενοι» μάρτυρες, αλλά και τις συνεχείς κωλοτούμπες τους κατά τη διάρκεια της εξέτασης του «προστατευόμενου» μάρτυρα Α. Επισημάναμε την έντονη αγωνία τους για την καταδίκη των βουλευτών της ΧΑ (τους  άλλους κατηγορούμενους νεοναζιστές τους έχουν πετάξει στα αζήτητα) και κλείσαμε το ρεπορτάζ με το ερώτημα μήπως προετοιμάζουν το έδαφος για να αποχωρήσουν από τη δίκη, επειδή έχουν χάσει κάθε ελπίδα και θεωρούν σίγουρη την καταδίκη των πελατών τους.

Στη συνεδρίαση της Τετάρτης 8 Νοέμβρη, το υπερασπιστικό «τιμ» των νεοναζιστών πραγματοποίησε άτακτη υποχώρηση και από την άγρια επίθεση στο δικαστήριο, με την ανοιχτή αμφισβήτησή του, πέρασε στην τακτική του απροκάλυπτου γλειψίματος. Η μπλόφα δεν έπιασε και πλέον αναζητούν άλλο τρόπο για να παίξουν τα ρέστα τους μπας και καταφέρουν να διασώσουν, αν όχι όλους τους βουλευτές της ΧΑ, τουλάχιστον κάποιους απ’ αυτούς και κυρίως τον Αρχηγό (φίρερ) της ΧΑ.

Την Παρασκευή 3 Νοέμβρη, όταν έγινε η επίθεση στο δικαστήριο και στους δικαστικούς που παρίστανται στην αίθουσα εξέτασης των «προστατευόμενων» μαρτύρων, απουσίαζε ο συνήγορος Π. Μιχαλόλιας και την υπόθεση, όπως γράψαμε, χειρίστηκε ο συνήγορος Γ. Μιχαλόλιας (γιος του). Δεν υποστηρίζουμε ότι αυτός λειτούργησε πρωτοβουλιακά, όμως ο ίδιος και οι υπόλοιποι συνήγοροι υπεράσπισης που είχαν αμφισβητήσει το δικαστήριο (κατά τη γνώμη μας, σε συνεννόηση με τον Π. Μιχαλόλια και εκτελώντας εντολές του Μιχαλολιάκου) δεν ήταν «πρέπον» να κάνουν αυτοί την άτακτη υποχώρηση λέγοντας στους δικαστές ότι «ήρθαμε σε εσάς σαν το τελευταίο μας καταφύγιο»! Ετσι, ανέλαβε προσωπικά ο Π. Μιχαλόλιας να χειριστεί τη «λεπτή» υπόθεση της άτακτης υποχώρησης, επιδιώκοντας τον εξευμενισμό του δικαστηρίου. Με την παρουσία του και μόνο, έστειλε εμμέσως πλην σαφώς το μήνυμα στους δικαστές, ότι οι «πιτσιρικάδες» είναι μερικές φορές «οξείς» και «παρεκτρέπονται». Δεν πρέπει, λοιπόν, να πάρουν οι δικαστές τοις μετρητοίς όσα ειπώθηκαν στην προηγούμενη συνεδρίαση. Τώρα βρίσκεται μπροστά τους αυτός, για να βάλει τα πράγματα σε μια τάξη. Η παρουσία του Π. Μιχαλόλια σ’ αυτή τη συνεδρίαση κράτησε ως το τέλος, ενώ όλο το προηγούμενο διάστημα η παρουσία του στο δικαστήριο ήταν συνήθως περαστική και ολιγόωρη.

Μετά την ολοκλήρωση της καθιερωμένης ανάγνωσης από την πρόεδρο της παρουσίας των συνηγόρων υπεράσπισης, που είναι εξουσιοδοτημένοι να εκπροσωπούν τους 69 απόντες νεοναζιστές-κατηγορούμενους, πήρε το λόγο ο Π. Μιχαλόλιας και ανέπτυξε προφορικά το σκεπτικό του για την επανυποβολή αιτήματος βιντεοσκόπησης της αίθουσας στην οποία βρίσκεται ο «προστατευόμενος» μάρτυρας, χωρίς να απεικονίζεται το πρόσωπό του. Ζήτησε, ακόμα, τη μεταφορά του Α και των υπόλοιπων «προστατευόμενων» μαρτύρων σε μια από τις αίθουσες των φυλακών Κορυδαλλού, για να καταθέτουν από εκεί. Μίλησαν δύο ακόμα συνήγοροι των νεοναζιστών και έγινε διακοπή προκειμένου να συνταχθεί η νέα δήλωσή τους με τα δύο αιτήματα.

Με την ανάγνωση της δήλωσης διαπιστώσαμε ότι οι συνήγοροι υπέβαλαν και αίτημα μαγνητοφώνησης της δίκης από το δικαστήριο. Μιλάμε για επίσημη μαγνητοφώνηση και όχι για την ανεπίσημη μαγνητοφώνηση από παράγοντες της δίκης και δημοσιογράφους, που γίνεται εδώ και χρόνια σε όλα τα τρομοδικεία, αρχής γενομένης από την πρώτη τρομοδίκη του ΕΛΑ, τονΦλεβάρη του 2004. Για την ανεπίσημη ιδιωτική μαγνητοφώνηση των πρακτικών των δικών αυτών δημιουργήθηκε ισχυρή νομολογία και κανένα δικαστήριο δεν μπορεί να την απαγορέψει.

Κατά την προφορική ανάπτυξης της δήλωσης για την υποβολή των δύο αιτημάτων, απευθυνόμενος στο δικαστήριο ο Π. Μιχαλόλιας είπε: «Η πλευρά μας, η υπεράσπιση, έχει πολλές τραυματικές εμπειρίες υπερβάσεων δικονομικής τάξεως στην προδικασία. Ηρθαμε σε εσάς σαν τελευταίο καταφύγιο και μέχρι τώρα δεν έχουμε να παρατηρήσουμε κάτι επ’ αυτού». Με την τοποθέτησή του αυτή, ο έμπειρος ποινικολόγος ήρθε να διασκεδάσει την άγρια αμφισβήτηση της αξιοπιστίας του δικαστηρίου από τους «πιτσιρικάδες» συναδέλφους του, που σίγουρα δεν λειτούργησαν πρωτοβουλιακά. Στην προσπάθειά του δε να ενισχύσει το αίτημα της μεταφοράς των «προστατευόμενων» μαρτύρων σε αίθουσα του Κορυδαλλού, ισχυρίστηκε: «όπως έγινε  με την 17 Νοέμβρη». Στη δίκη της 17 Νοέμβρη, όμως, υπήρχαν δύο «προστατευόμενοι» μάρτυρες, οι οποίοι κατέθεσαν αυτοπροσώπως, καθώς τα ονόματά τους ήταν γνωστά (στην προδικασία δεν είχαν καταθέσει ανώνυμα αλλά επώνυμα), ενώ ο ένας απ’ αυτούς, ήταν μέσα στην αίθουσα και φώναξε «παρών» όταν διαβάστηκαν τα ονόματα των μαρτύρων του κατηγορητηρίου. Επομένως, ο Π. Μιχαλόλιας ή δεν ξέρει τι έγινε σε εκείνη τη δίκη (δεν ήταν ανάμεσα στους συνηγόρους πολιτικής αγωγής) ή απλώς μπλοφάρισε.

Σε μια λογική παζαριού, ο Π. Μιχαλόλιας ζήτησε από το δικαστήριο να κάνει δεκτό έστω ένα από τα δύο αιτήματα: «Παρακαλούμε λοιπόν, ένα από τα δύο μας αιτήματα να γίνει δεκτό, ώστε να μπορούμε και εμείς, να διαλυθεί κάθε υποψία για την παραγωγή του αποδεικτικού υλικού, το οποίο είναι τόσο κρίσιμο για τους κατηγορούμενους βουλευτές».

Εκτός από το δικονομικό παζάρι (ικανοποιήστε τουλάχιστον ένα αίτημα, για να αισθανόμαστε κι εμείς ότι κάτι κερδίσαμε), μέσω του οποίου ο Π. Μιχαλόλιας διεξήγαγε μια μάχη οπισθοφυλακών, αξιοπρόσεκτο είναι το γεγονός ότι αναφέρθηκε μόνο στους βουλευτές! Δηλαδή, μόνο στους 18 από τους 69 κατηγορούμενους νεοναζιστές. Για τους άλλους δε δίνουν δεκάρα. Θεωρούν ότι θα καταδικαστούν σίγουρα και τους πετάνε από τώρα στην πυρά. Κι αυτό δεν είναι πρωτοβουλία του συνηγόρου Π. Μιχαλόλια. Τη «γραμμή» έχει δώσει πριν από πολύ καιρό ο ίδιος ο φίρερ του νεοναζιστικού μορφώματος, ισχυριζόμενος σε συνεντεύξεις του ότι στην ακροαματική διαδικασία δεν προέκυψαν στοιχεία σε βάρος βουλευτών.

Η εισαγγελέας Αδ. Οικονόμου πρότεινε την απόρριψη όλων των αιτημάτων και ο Π. Μιχαλόλιας ξαναπήρε τον λόγο για να κάνει τη μεγάλη κωλοτούμπα: η υπεράσπιση, είπε, δεν προβάλλει καμία αμφισβήτηση για την εισαγγελέα και την πταισματοδίκη που παρίστανται στην αίθουσα κατά την εξέταση του προστατευόμενου μάρτυρα Α! Λίγο ακόμα και θα έλεγε, «ό,τι ειπώθηκε στην προηγούμενη συνεδρίαση, νερό κι αλάτι»… Για να μη φανεί η κωλοτούμπα, αλλά να τηρηθούν κάποια προσχήματα, ο Π. Μιχαλόλιας έστρεψε τα πυρά του κατά της ΓΑΔΑ: «Φαίνεται, ότι μέσα στη ΓΑΔΑ υπάρχουν και άλλοι τρόποι με τους οποίους μπορεί να ενημερώνεται ο κύριος καταθέτων μάρτυρας. Και ερωτήσαμε ηλεκτρονικούς ειδικούς  και μας είπαν ότι υπάρχει και η διαδικασία σε εισαγωγικά, οι λεγόμενες ψείρες, που μπορεί να υποβάλλονται οι απαντήσεις»! Δηλαδή, η εισαγγελέας και η πταισματοδίκης που παρίστανται στην αίθουσα κατάθεσης των «προστατευόμενων» μαρτύρων δεν είναι κουφές (γι’ αυτό και δεν άκουσαν καμιά υποβολή απάντησης στον μάρτυρα), σίγουρα δεν είναι τυφλές (γι’ αυτό βεβαίωσαν ότι δεν υπάρχει κανένας άλλος στην αίθουσα), πάσχουν όμως από σοβαρή πάθηση της όρασης (γι’ αυτό δεν είδαν τις ασύρματες «ψείρες» στ’ αυτιά του μάρτυρα)!

Προσπαθώντας να κάνει όσο γίνεται πιο ανώδυνη την άτακτη υποχώρηση των υπερασπιστών των νεοναζί, ο Π. Μιχαλόλιας μίλησε λες και απευθυνόταν σε Λωτοφάγους ή Χαχόλους. Ξέχασε, όμως, ότι αυτές οι τακτικές γίνονται μπούμερανγκ…

Το δικαστήριο απέρριψε και τα τρία αιτήματα της υπεράσπισης των νεοναζιστών και στη συνέχεια πέντε απ’ αυτούς εξέτασαν τον «προστατευόμενο» μάρτυρα Α. Αυτή τη φορά δεν μίλησαν για «υποβολέα», αλλά ακολούθησαν την κλασική τακτική των επαναλαμβανόμενων και επιθετικών ερωτήσεων για ζητήματα που είχαν ήδη ερωτηθεί (από την πρόεδρο και τον αναπληρωτή εισαγγελέα, αλλά και από συναδέλφους τους που είχαν προηγηθεί) με σκοπό να τρομοκρατήσουν και να αποσυντονίσουν τον μάρτυρα. Δεν κατάφεραν όμως να αποδυναμώσουν όσα αυτός έχει καταθέσει τόσο στην προδικασία όσο και κατά τη διάρκεια της εξέτασής του από την πρόεδρο Μ. Λεπενιώτη.

Κλείνοντας, θέλουμε να σημειώσουμε ότι η πρόεδρος υπήρξε κάπως «χαλαρή» κατά την εξέταση του μάρτυρα από τους συνηγόρους υπεράσπισης των νεοναζιστών, με την έννοια ότι τους επέτρεπε να υποβάλλουν ερωτήσεις που είχαν απαντηθεί, ενώ είχε γίνει φανερό ότι οι συνήγοροι  υπεράσπισης ήθελαν μόνο να αποσυντονίσουν τον μάρτυρα, για να αμφισβητήσουν –αν όχι να ακυρώσουν- την κατάθεσή του.
_