Έχουν τη ζωή στη σέλλα τους γραμμένη... "Ένα μνημόσυνο στους νεκρούς μοτοσικλετιστές" Του Κων/νου Τζέκη

Στην αρχή, ήρθε σαν αλλόκοτος ήχος, που ξέσχισε την ηρεμία της φύσης. Μετά, όταν το λαγοκοιμισμένο αφτί, του κουρασμένου από το καθημερινό κυνηγητό του μεροκάματου,  έστησε
δόκανο να προσδιορίσει τον ήχο, φάνηκε ξεκάθαρα, ότι προέρχονταν από μια μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού. Όμως, αλίμονο, δεν ήταν ο μόνος ήχος. Σε κράματα δευτερολέπτου ακούστηκε και άλλος, όμοιος με τον προηγούμενο, αλλά σε λεπτότερο και πιο διαπεραστικό ήχο. Μετά και άλλος και άλλος.
  Σκέφθηκε ότι η σύναξη τις πρώτες πρωινές ώρες τόσων μοτοσικλετών στο νέο δρόμο  που μόλις ασφαλτοστρώθηκε και παραδόθηκε στη κυκλοφορία, είχε άλλο σκοπό, από την απλή διέλευση παρέας δικύκλων μοτοσικλετιστών.
  Σηκώθηκε, δύσθυμα, από το κρεβάτι του, έριξε κάτι πρόχειρο επάνω του  και βγήκε με προφύλαξη, από το σπίτι του, στο δρόμο. Πλησίασε στη παρέα, που στο μεταξύ είχε σταματήσει και σχεδίαζε τον τρόπο που θα εκμεταλλεύονταν τη νέα πίστα ταχύτητας, που ανέλπιστα «φύτρωσε» στη πόλη μας.
  Και πράγματι, το κομμάτι του δρόμου, που έγινε αναμόρφωση, πληρεί τις προϋποθέσεις ενός δρόμου που ξεπερνά τα όρια του επαρχιακού δρόμου. Φαρδύς και ευθύγραμμος, ασφαλής και με υποδομές στράγγισής του σε περίπτωση βροχοπτώσεων. Ουσιαστικά πολύτιμο έργο, αφού εκτιμάται, ότι δεν θα συμβεί ποτέ ατύχημα, αν εφαρμοσθούν οι κανόνες ασφαλούς οδήγησης.
  Όμως ήδη παρουσιάσθηκαν οι πρώτες παρενέργειες. Ορισμένοι νεαροί, νυκτερινοί αναβάτες, είδαν το δρόμο αυτόν σαν τόπο ανταγωνισμού. Σαν τόπο πρόσκαιρης αρματοδρομίας με έπαθλο τη μαγκιά του «μεγάλου» αλλά και καμιά φορά με έπαθλο τη ζωή του.
   Μελαγχόλησε, καθώς έλυσε το μυστήριο της ξαφνικής συγκέντρωσης των νεαρών σύγχρονων αρματηλατών. Σκέφθηκε να παρέμβει και να τους μιλήσει για τα πλεονεκτήματα του νέου αυτού και ασφαλούς δρόμου και γιατί όχι για την αποστολή του ανθρώπου, για τις αξίες της ζωής, για τον έρωτα, αλλά ο θόρυβος των αρμάτων που μούγκρισαν αφηνιασμένα καθώς ερεθίστηκαν από το γκάζι των αναβατών τους, τον έκαναν να παραμερίσει και να μείνει εκεί άφωνος με ανοιχτό το στόμα.
  Γύρισε στο σπίτι του στενοχωρημένος, πικραμένος, αγανακτισμένος.
  Θυμήθηκε  τις αλήθειες -ποιος τις ακούει άραγε- που περιείχε η ομιλία του Κύπριου Κλινικού Ψυχολόγου- Δραματοθεραπευτή Άθω Ερωτοκρίτου με τον τίτλο « Δυστυχήματα και ψυχολογικοί παράγοντες»
που έλεγε. « Ο άνθρωπος, ιδίως ο νέος, ψυχολογικά αρνείται το θάνατό του. Ο θάνατος αποκλείεται από το πεδίο της συνείδησής του. Με αυτό τον τρόπο αρνείται τη θνησιμότητά του και ότι είναι πεπερασμένος. Γι΄αυτό προσπαθούμε να κυριαρχήσουμε επάνω στο θάνατο, κάνοντας διάφορα επικίνδυνα πράγματα. Π.χ. επικίνδυνα σπορ, επικίνδυνη οδήγηση και ό,τι άλλες επικίνδυνες εμπειρίες. Εάν κάνω επικίνδυνους ελιγμούς με τη μοτοσικλέτα μου ή με το αυτοκίνητό μου και δεν πάθω κάτι σοβαρό, τότε νιώθω δυνατός. Στην πραγματικότητα όμως αυτό κρύβει βαθύ φόβο για τον θάνατο και με την προβολή των νηπιακών μου επιθυμιών για  παντοδυναμία και αθανασία, προκαλώ τον φόβο μου με πρόθεση να κυριαρχήσω σ΄αυτόν. Στο τέλος «πείθεται» ο νέος ότι είναι άτρωτος και ρισκάρει. Όσο πάει ρισκάρει και περισσότερο…»
  Άνοιξε το ραδιόφωνο, καθώς ο Μορφέας τον εγκατέλειψε για απόψε. 
  Ο εκφωνητής διαλαλούσε το επόμενο τραγούδι « Ο κουρσάρος», που θα έπαιζε ,από τον προφητικό παλιό δίσκο του Παπακωνσταντίνου……
«έχει τη ζωή στη σέλλα του γραμμένη». Ρίγη διαπέρασαν την κουρασμένη του πλάτη. Αυθόρμητα σιγοτραγούδησε, σαν μνημόσυνο στα ατυχήματα που θα έρχονταν, αν δεν γίνει έγκαιρα κάτι, το επόμενο κομμάτι του τραγουδιού  που το ανέσυρε από τα ερείπια της μνήμης  του… «κι ο κόσμος του όλος χίλια κυβικά……».


ΥΓ. Ο Κωνσταντίνος Τζέκης είναι Αντιστράτηγος εα. Πρώην Διευθυντής Τροχαίας Αττικής, Επίτιμος ΓΑΔ Θεσσαλονίκης.
_