Ντόρα Γιαννάκη: Τέσσερις προκλήσεις στον τομέα της Τρομοκρατίας

Διαβάστε αποσπάσματα από την εισήγηση της κ. ΝΤΟΡΑΣ ΓΙΑΝΝΑΚΗ, Πολιτικής Επιστήμονα – Εμπειρογνώμονα Πολιτικών Ασφάλειας & Δικαιοσύνης, στην 1η Περιφερειακή Συνδιάσκεψη των
Συνδέσμων – Ενώσεων Νοτίου Ελλάδος της Π.Ο.Α.Σ.Α, Ναύπλιο 4-5 Νοεμβρίου 2017, με θέμα «Νεολαία, Βίαιος Εξτρεμισμός και Τρομοκρατία»:
Βρισκόμαστε σήμερα εδώ στην σκιά ενός νέου τρομοκρατικού χτυπήματος στη Δύση. Και αναφέρομαι, φυσικά, στην πρόσφατη επίθεση στη Νέα Υόρκη, όπου με όπλο ένα φορτηγό εναντίον ποδηλατών και πεζών, ο ισλαμιστής Sayfullo Saipov, σκότωσε οκτώ άτομα και τραυμάτισε άλλα δώδεκα. Τέτοιου είδους επιθέσεις με οχήματα εναντίον ενός πλήθους έχουν πραγματοποιηθεί ήδη αρκετές και στην Ευρώπη, με πιο εμβληματική ίσως περίπτωση το χτύπημα στη Νίκαια της Γαλλίας, τον Ιούλιο του 2016, το οποίο είχε ως συνέπεια 86 νεκρούς και 458 τραυματίες. Μολονότι, οι επιθέσεις με οχήματα φαίνεται να αποτελούν μια «νέα μόδα» στον τρόπο δράσης των τρομοκρατών, στην πραγματικότητα πρόκειται για μια παλιά μέθοδο γνωστή στους τρομοκρατικούς κύκλους ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Οι τρομοκράτες την προτιμούν, αφενός διότι απαιτεί ελάχιστη επιχειρησιακή εμπειρία και προετοιμασία σε σύγκριση με άλλους τρόπους δράσης και, αφετέρου διότι κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες μπορεί να προκαλέσει μεγάλο αριθμό θυμάτων (τραυματιών ή και νεκρών). 

Χωρίς αμφιβολία, βρισκόμαστε μπροστά σε μια πύκνωση των τζιχαντιστικών επιθέσεων σε δυτικές χώρες, γεγονός το οποίο καθιστά την πρόληψη και την αντιμετώπιση της θρησκευτικά υποκινούμενης τρομοκρατίας ως μια από τις κεντρικές προτεραιότητες στην πολιτική ατζέντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και του υπόλοιπου δυτικού κόσμου. Και πώς να μην ανησυχούν οι υπηρεσίες ασφάλειας, σε εθνικό και Ευρωπαϊκό επίπεδο, όταν τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι ένας ιδιαίτερα σημαντικός αριθμός ευρωπαίων πολιτών, περίπου 5.000 με 6.000, έχει ενταχθεί στους κόλπους των μαχητών του Ισλαμικού Κράτους;  Ειδικότερα, σύμφωνα με διάφορες αναλύσεις, ο αριθμός των ξένων μαχητών στη Συρία και το Ιράκ υπολογίζεται μεταξύ 27.000 και 31.000 άτομα, εκ των οποίων οι περίπου 5.000 με 6.000 προέρχονται από χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και κυρίως από την Γαλλία, την Γερμανία και την Βρετανία (με το Βέλγιο, ωστόσο, να αποτελεί την ευρωπαϊκή χώρα με το υψηλότερο ποσοστό ξένων μαχητών αναλογικά με τον πληθυσμό του). Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι υπηρεσίες ασφάλειας έχουν να αντιμετωπίσουν σειρά σοβαρότατων προκλήσεων, ενώ δεν θα πρέπει να αγνοούμε και τον φόβο του κοινού για την τρομοκρατία που αν γιγαντωθεί μπορεί να έχει σημαντικές κοινωνικές επιπτώσεις. 

Θα ήθελα τώρα να σταθώ ειδικά σε τέσσερις προκλήσεις που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι υπηρεσίες ασφάλειας, αστυνομία και μυστικές υπηρεσίες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και άλλες: Πρώτον, όπως δείχνουν τα στοιχεία, αρκετοί από τους ευρωπαίους μαχητές του Ισλαμικού Κράτους βρίσκονται σήμερα σε διαδικασία επιστροφής από τα μέτωπα των συγκρούσεων. Το γεγονός αυτό αυξάνει δραματικά το επίπεδο απειλής για την ασφάλεια των ευρωπαϊκών χωρών, μιας και τα άτομα αυτά είναι πολύ πιθανό να συμμετάσχουν στην διοργάνωση και διενέργεια τρομοκρατικών επιθέσεων εντός του ευρωπαϊκού χώρου.  

Δεύτερον, ένα άλλο ζήτημα-πρόκληση είναι ο κίνδυνος ριζοσπαστικοποίησης των μεταναστών και προσφύγων, οι οποίοι λόγω της ευάλωτης θέσης στην οποία βρίσκονται ενδέχεται να αποτελέσουν στόχο στρατολόγησης των ισλαμιστών εξτρεμιστών. Χρειάζεται αυξημένη εγρήγορση, ιδίως σε χώρους που μπορεί να αποτελέσουν πρόσφορο περιβάλλον ριζοσπαστικοποίησης, όπως είναι για παράδειγμα οι μαζικοί χώροι φιλοξενίας και οι χώροι άσκησης λατρείας. Όμως, ακόμη μεγαλύτερη προσοχή θα πρέπει να δοθεί στους δεύτερης και τρίτης γενιάς μετανάστες που ζουν στην Ευρώπη, καθώς και στους Ευρωπαίους που αλλάζουν θρησκεία και ασπάζονται το Ισλάμ, μιας και απ’ ότι φαίνεται αποτελούν την βασική πηγή στρατολόγησης των τζιχαντιστών. Να προσέξουμε ωστόσο τον τρόπο χειρισμού αυτών των πληθυσμών διότι τακτικές στοχοποίησης και στιγματισμού μπορεί να έχουν ακριβώς τα αντίθετα αποτελέσματα από αυτά τα οποία επιδιώκουμε. 

Τρίτον, ένα άλλο ζήτημα στο οποίο αξίζει να σταθούμε λίγο παραπάνω αφορά στην περίπτωση των πράξεων αυτεπιχειρούμενης τρομοκρατίας από μεμονωμένους δράστες, στο φαινόμενο δηλαδή των «μοναχικών λύκων». Κι αυτό διότι αυτή η μορφή ριζοσπαστικοποίησης (ή αυτο-ριζοσπαστικοποίησης) παρουσιάζει τις μεγαλύτερες δυσκολίες ως προς την πρόληψη και την αντιμετώπισή της. Την τελευταία δεκαετία καταγράφεται μια σημαντική αύξηση των περιστατικών αυτεπιχειρούμενης δράσης στον δυτικό κόσμο, τα οποία συνδέονται άμεσα με τη τζιχαντιστική τρομοκρατία, αλλά και με άλλες μορφές εξτρεμισμού. Σύμφωνα με έκθεση του Ινστιτούτου Οικονομίας και Ειρήνης, η πλειοψηφία των τρομοκρατικών επιθέσεων στην Δύση δεν πραγματοποιείται από καλά οργανωμένες διεθνείς τρομοκρατικές ομάδες, αλλά από μοναχικούς λύκους ή πολύ μικρές ομάδες των 2-3 ατόμων. Αυτό που είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε εδώ είναι ότι οι περιπτώσεις αυτεπιχειρούμενης τρομοκρατίας κάθε άλλο παρά μοναχικές και απομονωμένες είναι, μιας και οι δράστες, συνομιλούν, δικτυώνονται και επικοινωνούν με ομοίους τους μέσω του Διαδικτύου. Γνωρίζουμε, για παράδειγμα, ότι οι αδελφοί Tsarnaev, οι δράστες της βομβιστικής επίθεσης του Μαραθωνίου της Βοστώνης τον Απρίλιο του 2013, είχαν έντονη δραστηριότητα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ενώ επιπλέον βρήκαν οδηγίες κατασκευής των βομβών που χρησιμοποίησαν σε παλαιότερα online τεύχη του τζιχαντιστικού περιοδικού Inspire. Αλλά και ο δράστης της πρόσφατης τρομοκρατικής επίθεσης στη Νέα Υόρκη, ο Saipov που αναφέραμε στην αρχή, φαίνεται ότι εμπνεύστηκε από προπαγανδιστικά βίντεο του ISIS στο διαδίκτυο · είναι χαρακτηριστικό ότι η αστυνομία της Νέας Υόρκης βρήκε στο φορτηγάκι του δράστη περίπου  90 βίντεο του ISIS στα οποία υπήρχαν σκηνές με εκτελέσεις, αποκεφαλισμούς, αλλά και οδηγίες για το πως να κατασκευάσει κανείς βόμβα.  Συνεπώς, θα πρέπει να διερευνηθεί περαιτέρω ο ρόλος του Διαδικτύου ως υποστηρικτικού περιβάλλοντος στην ριζοσπαστικοποίηση. 

Τέλος, μια τέταρτη πρόκληση που καλούνται να αντιμετωπίσουν όχι μόνον οι φορείς ασφάλειας αλλά και οι κοινωνίες μας συνολικά είναι η σύνδεση της ριζοσπαστικοποίησης με τη νεολαία. Παρότι δεν υπάρχει ένα σταθερό κοινωνικοδημογραφικό προφίλ για τα άτομα που ριζοσπαστικοποιούνται, μιας και τα χαρακτηριστικά τους ποικίλουν ως προς το φύλο, την ηλικία, το επίπεδο της εκπαίδευσης, τα επαγγελματικά προσόντα, την κοινωνικοοικονομική κατάσταση, κλπ., εντούτοις υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι οι νέοι κατέχουν την πρώτη θέση στην δεξαμενή των ριζοσπαστικοποιημένων ατόμων. Όπως έχει υποστηριχθεί από πολλούς μελετητές, η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων που έχουν ριζοσπαστικοποιηθεί στη Δύση είναι νέοι και άντρες, των οποίων η ηλικία κυμαίνεται από τα μέσα της εφηβείας έως τα μέσα της τρίτης δεκαετίας. Αν ανατρέξει κανείς στην ειδησεογραφία του τελευταίου έτους και αναζητήσει τις ηλικίες των δραστών των τρομοκρατικών επιθέσεων στην Ευρώπη και την Αμερική θα διαπιστώσει ότι σχεδόν όλοι είναι κάτω των 30 ετών. Σε ότι αφορά το θέμα της ηλικίας πάντως, υπάρχει και ένα άλλο στοιχείο ιδιαίτερα ανησυχητικό που πρέπει να αναφερθεί, και αφορά στο γεγονός ότι τόσο o ISIS, όσο και η Boko Haram στρατολογούν πλέον και παιδιά, ακόμη και ηλικίας 9 και 10 ετών. Ανησυχητικό είναι, επίσης, και το γεγονός ότι στην περίπτωση της Ισλαμιστικής τρομοκρατίας καταγράφεται μια σημαντική αύξηση της συμμετοχής των νέων γυναικών σε τρομοκρατικές οργανώσεις, ενώ επιπλέον αναβαθμίζεται και ο ρόλος τους που από υποστηρικτικός όπως ήταν παλαιότερα γίνεται πλέον περισσότερο επιχειρησιακός. 
_