Ο δικός του Παράδεισος (Στους νεκρούς του ’40) Του Κων/νου Τζέκη

Σήκωσε το κεφάλι του. Τα μάτια του θολά από τη σκόνη και τον κουρνιαχτό. Η οβίδα που έσκασε πριν λίγο ακριβώς έξω από το χαράκωμα, που ήταν κρυμμένος μαζί με τους συμπολεμιστές
του, σκέπασε το λαγούμι του, από χώματα και μυρωδιές από καμένο σίδερο.
Πόσο καιρό πολεμούσε;  Πριν λίγες μέρες έσπαγε μια χτένα και γνώριζε πόσες μέρες βρίσκονταν εδώ στην πρώτη γραμμή. Εδώ και τόσες μέρες δεν έχει κουράγιο ούτε να την ψάξει μέσα στο σκονισμένο γυλιό του.
Βλέπει τους συντρόφους του και ξέρει την δική του κατάσταση. Αξύριστοι, αχτένιστοι, απεριποίητοι, νυσταγμένοι, με κόκκινα μάτια από την αϋπνία και τον κουρνιαχτό. Σαν και αυτούς θα είμαι σκέφθηκε και χάιδεψε τη δασιά του γενειάδα.
Από την πολεμίστρα κοίταξε το απέναντι ταμπούρι. Μέσα του άνθρωποι στοιβαγμένοι σαν και αυτόν με την ίδια θέληση να ζήσουν και να γυρίσουν στο ριζικό τους. Αλήθεια, τι τους έστειλε εδώ στα άγονα μέρη της Πίνδου και θέλουν να μας διώξουν για να κάνουν τι εδώ; Δεν απάντησε ποτέ του στην ερώτηση αυτή με λογικά επιχειρήματα.
Μήπως υπάρχουν από κάτω πολύτιμοι λίθοι, πολύτιμα πετράδια, πετρέλαιο; Ποτέ του δεν κατάλαβε γιατί αυτή η μανία να καταλάβουμε τα εδάφη του άλλου. Αν έρχονταν με την οικογένειά του και  κάθονταν σε ένα από τα χωριά αυτά εδώ που μοιάζουν με αετοφωλιές ποιος θα τον έδιωχνε; Κανένας. Τώρα γιατί έρχονται με αεροπλάνα, με τανκς, με κανόνια, με κίνδυνο να σκοτωθούν και να σκοτώσουν –το ίδιο κάνει στην Χριστιανοσύνη- για να πραγματοποιήσουν κάτι που κανείς δεν τους το απαγόρευσε; Να έρθουν ειρηνικά. Με την πραμάτεια τους. Με τα παιδιά τους. Με το σκύλο τους. Με τα έθιμά τους. Με τα όλα τους.
Γιατί άραγε; Μια σφαίρα που βούιξε σαν σφήκα έτοιμη να επιτεθεί στην αθώα μέλισσα τον συνέφερε. Έχουμε πόλεμο, ακούσθηκε ο Λοχαγός τους. Μην αφαιρείσθε, μην εκτίθεστε, μην  λυπάστε. Είναι εχθροί, τρισκατάρατοι και αιματοβαμμένοι. Θέλουν τις γυναίκες μας, τα παιδιά μας, τις περιουσίες μας, τον αφανισμό του έθνους μας, το κακό μας.
Αυτό ακριβώς ψάχνει να βρει. Γιατί να τα θέλουν όλα αυτά; Τι να τα κάνουν τα σκελετωμένα κορίτσια μας; Τις αδύνατες χωρίς καν στήθη γυναίκες μα;, Τα πεινασμένα και ξυπόλητα παιδιά μας; Τα άγονα χωράφια μας;
Δεν μπορεί, κάτι βαθύτερο θα θέλουν.
Ο Μουσολίνι ζήλεψε τις δόξες του συμμάχου του Χίτλερ. Ζήλεψε τις επιτυχίες του. Τη μέθη  του από το αίμα εκατομμυρίων αθώων. Τις ισοπεδώσεις πόλεων και χωριών. Τον αφανισμό αθώων κατοίκων.
Σαν παράφρονας και αυτός αποφάσισε να δοκιμάσει την γεύση του ανθρώπου που δοξάζεται καταστρέφοντας. Να γίνει διπλά παράφρονας. Μα μήπως δεν ήταν; Γιατί αυτοί οι απέναντί του δεν στρέφουν τα όπλα εναντίον του; Με ποιο ηθικό έρεισμα πολεμούν εναντίον μας; Γιατί μετατράπηκαν σε αγέλη προβάτων, αμνών απερίσκεπτων; Θα το βρουν άραγε οι μελλοντικοί ιστορικοί και ψυχολόγοι; Θα ασχοληθούν με το πρόβλημα ατό, ή θα πέσουν με τα μούτρα στο κέρδος και στις ευκαιρίες που θα παρουσιασθούν μετά τον πόλεμο;
Πόλεμος πάντων πατήρ, αναφωνούσε αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος. Λέτε γι’ αυτό να πολεμάμε; Να γίνουμε τα παιδιά του πατέρα πολέμου;
Μια λάμψη, ένας κρότος ακολούθησε τη σκέψη του και σιγή. Απόλυτο σκοτάδι. Ένα φως στην ομίχλη στο βάθος του τούνελ και μια μελωδία συνεπήρε το νου του.

Στο ταξίδι του ένας άγγελος τον οδηγούσε εκεί ψηλά στα δικά του λημέρια. Δεν νοιάσθηκε πλέον για τίποτα. Είχε κερδίσει έναν Παράδεισο. Τον δικό του Παράδεισο.
_