«Ταΐζοντας» την εμμονή μας για το έγκλημα

Σε μια περίοδο που το «Ιt», η νέα κινηματογραφική διασκευή στο best seller του Στίβεν Κινγκ, «σπάει» τα ταμεία και τηλεοπτικές σειρές όπως το «Making a Murderer», το «Αmerican Horror
Story» ή το «How to Get Away with Murder» αποκτούν ολοένα και περισσότερους φανατικούς θαυμαστές, θα ήταν μάλλον περιττό να αναφέρει κανείς ότι το έγκλημα ήταν, είναι και θα είναι κάτι που ιντριγκάρει την ανθρώπινη περιέργεια και τροφοδοτεί την φαντασία των καλλιτεχνών.
Πέρα όμως από τη μυθοπλασία, σχεδόν καθημερινά τα μέσα μαζικής ενημέρωσης μας «βομβαρδίζουν» με αληθινές ιστορίες εγκλήματος, τις οποίες αρκετά συχνά- αν όχι πάντα- φροντίζουν να παρουσιάζουν με κινηματογραφικό τρόπο. «Τρόμος», «φρίκη», «σοκ» είναι μερικές μόνο από τις λέξεις που επιλέγουν οι περισσότεροι δημοσιογράφοι για να μεταδώσουν τα αστυνομικά νέα.
Πάρτε για παράδειγμα την πρόσφατη οικογενειακή τραγωδία στο Μαρκόπουλο. Ο θανάσιμος τραυματισμός μιας 17χρονης κοπέλας, από την μετέπειτα αυτόχειρα μητέρα της, ήταν η κατάλληλη ευκαιρία για να βγει στην επιφάνεια η «ανθρωποφαγική» πένα ορισμένων. Η πλειοψηφία των αστυνομικών συντακτών εστίασε στο οικογενειακό δράμα, άλλοτε τονίζοντας ανούσιες λεπτομέρειες για την προσωπική ζωή των μελών της οικογένειας (όπως την προσωπική κατάσταση και τις φιλοδοξίες της άτυχης νεαρής) και άλλοτε δίνοντας έμφαση στη ψυχολογική κατάσταση της μητέρας.
Αναμφίβολα, η αφαίρεση της ζωής είναι κάτι που «πουλάει». Οι δημοσιογράφοι το ξέρουν πολύ καλά αυτό. Γι' αυτό και προσπαθούν να κερδίσουν το ενδιαφέρον του κοινού μέσα από μεμονωμένες προσωπικές ιστορίες που προβάλλονται επιφανειακά και παραπέμπουν όσο το δυνατό περισσότερο σε σαπουνόπερες ή στην καλύτερη σε ταινίες τρόμου και μυστηρίου.
Γιατί όμως έχουμε εμμονή με το «αληθινό» έγκλημα; Μήπως είμαστε και οι ίδιοι εγκληματίες; Ακόμα και αν αυτός ο ισχυρισμός είναι σωστός- όσο τρομακτικός και αν ακούγεται- και πάλι δεν αρκεί για να εξηγήσει επαρκώς τη φύση αυτής της περίεργης έλξης. Μία πιθανή εξήγηση είναι ότι το έγκλημα συναρπάζει το κοινό επειδή «ξυπνάει» ένα από τα πιο βασικά και ισχυρά συναισθήματά μας- τον φόβο. Ενδεχομένως να μας αρέσει να ενημερωνόμαστε για εγκληματικές πράξεις για τον ίδιο λόγο που επιλέγουμε να βλέπουμε ταινίες τρόμου ή να διαβάζουμε αστυνομικά μυθιστορήματα: για να πάρουμε μια δόση αδρεναλίνης παρακολουθώντας μία επικίνδυνη κατάσταση, γνωρίζοντας, ωστόσο, ότι δεν διατρέχουμε αληθινό κίνδυνο.
Μία άλλη, εξίσου πιθανή, εξήγηση είναι ότι, κρατώντας επαφή με την επικαιρότητα και δη με τα αστυνομικά νέα, «ικανοποιούμε» κατά κάποιον τρόπο το άγχος που νιώθουμε στην ιδέα ότι κάποια ημέρα θα μπορούσαμε και οι ίδιοι να πέσουμε θύματα μιας εγκληματικής ενέργειας. Συνεπώς, το εύκολο για τον αστυνομικό συντάκτη είναι να παραμένει πιστός στη τρομολαγνεία, να αναζητάει διακαώς τις λεπτομέρειες πίσω από την τέλεση ενός εγκλήματος και στη συνέχεια να τις προσφέρει απλόχερα στο «διψασμένο» για σασπένς κοινό. Το δύσκολο είναι να μπορέσει να εμβαθύνει και να μιλήσει με τρόπο ολοκληρωμένο, τεκμηριωμένο και δεοντολογικό για το φαινόμενο της εγκληματικότητας.
Με αφορμή λοιπόν την τραγική εξέλιξη στο Μαρκόπουλο αξίζει να αναρωτηθούμε: 1) Έγιναν οι σωστές συνδέσεις και οι συσχετισμοί ώστε να γίνουν κατανοητά τα κίνητρα της αυτόχειρος; 2) Αναφέρθηκαν οι λόγοι και οι παράγοντες οι οποίοι μπορούν να οδηγήσουν μια μητέρα να αφαιρέσει τη ζωή του παιδιού της και στη συνέχεια τη δική της; 3) Πού εξυπηρετούσε η δημοσιοποίηση των φωτογραφιών της άτυχης ανήλικης; 4) Γιατί κάθε φορά που διαπράττεται ένα έγκλημα, οι δημοσιογράφοι εμμένουν στην ψυχική υγεία του δράστη; 5) Κάθε άνθρωπος με πνευματική διαταραχή είναι εν δυνάμει εγκληματίας; Kαι αν ναι, (κάτι το οποίο η επιστημονική κοινότητα δεν έχει αποδείξει ακόμα) ποια είναι τα μέτρα που έχει λάβει η ελληνική κοινωνία για να προστατέψει αυτούς τους ανθρώπους; Σε κάθε περίπτωση το συλλογικό όργανο των δημοσιογράφων οφείλει να θέτει σαφή όρια και να επεμβαίνει. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια άλλωστε αξίζει πολλά παραπάνω από μερικά «κλικ».
Κέλλυ Ιωάννου Δημοσιογράφος, μεταπτυχιακή φοιτήτρια MSc Crime, Psychology & Justice, University of Leicester
huffingtonpost.gr
_