Μιχάλης Λώλης: Δεν οπλίζει η αστυνομία το χέρι του δολοφόνου

Το έγκλημα ως πράξη καθεαυτή, δεν είναι ευθύνη της Αστυνομίας. Δεν οπλίζει η Αστυνομία το χέρι του δολοφόνου, δε σηκώνει το χέρι αυτού που ασκεί βία, δεν γεμίζει το στόμα αυτού που απειλεί και
εξυβρίζει, δεν γεμίζει με συναισθήματα μίσους και απέχθειας τους δράστες, ούτε προκαλεί εγκληματικές συμπεριφορές  του όχλου σε συγκεντρώσεις, ούτε γεμίζει τις μολότοφ και ανάβει φωτιές που καταστρέφουν περιουσίες.

Το έγκλημα βαρύνει ποινικά και είναι υπόλογος για αυτό, μονάχα ο δράστης του.
Χθες δολοφονήθηκε ένας δικηγόρος, σήμερα κατηγορείται η Αστυνομία, λες και όπλισε το χέρι των δραστών ή όφειλε να είναι παρούσα να το αποτρέψει. Αλίμονο αν η Αστυνομία είναι παντού παρούσα, όποιος το θέτει ως ζήτημα επιθυμεί Αστυνομοκρατία, που παραπέμπει σε άλλα καθεστώτα.
Ο Δικηγορικός Σύλλογος ανακοίνωσε την 7ήμερη αποχή από τα καθήκοντα του σε ένδειξη πένθους. Είναι λυπηρό ο θεσμός της υπεράσπισης στην δικαιοσύνη να απαξιώνεται τόσο πολύ. Σκεφτείτε τι θα γινόταν, τηρουμένων των αναλογιών, αν στις αμέτρητες αναίτιες και ανήθικες δολοφονίες συναδέλφων εν ώρα Υπηρεσίας, οι Αστυνομικοί κηρύσσαμε όχι εφτά αλλά έστω και μία μέρα αποχής σε ένδειξή πένθους (πράγμα που απαγορεύεται). Τους νεκρούς συνάδελφους τους τιμάς με τη δουλείας σου και την συμβολή σου στην πάταξη της εγκληματικότητας, τόσο ως Αστυνομικοί , αλλά και ως δικηγόροι που συμβάλλουν θεσμικά στην απονομή της Δικαιοσύνης. Βέβαια οι αναλογίες δεν είναι οι ίδιες, αλλά ούτε και οι αμοιβές φυσικά.

Η Αστυνομία, ως θεσμός, ασκεί τις αρμοδιότητες της μέσω του προσωπικού της, προκείμενου να συμβάλει στην πρόληψη και καταστολή της εγκληματικότητας, ως κοινωνικού φαινομένου. Αυτός είναι ο θεσμικός και πολιτειακός της ρόλος. Σήμερα ειδικά παλεύει να το κάνει μέσα σε αντίξοες συνθήκες, χωρίς επαρκείς πόρους και μέσα, καθώς και ανθρώπινο δυναμικό και κυρίως χωρίς τη στήριξη μερίδας των πολιτών που λόγω στερεοτύπων και προκαταλήψεων (και όχι ρατσισμού φυσικά) την απαξιώνουν.

Για την εγκληματικότητα  λοιπόν, πρώτα φταίνε οι δράστες των εγκλημάτων και ύστερα μια σειρά δευτερευόντων στοιχείων που η επιστήμη της Κοινωνιολογίας έχει πολύ αναλυτικά διατυπώσει.
Σε κάθε περίπτωση καμία κυβερνητική εντολή, αν και απόλυτα θεμιτή και σεβαστή,  δεν επιβάλει ούτε προσθέτει κάτι πέρα από το αυτονόητο για την Αστυνομία, ότι εκ των ουκ άνευ και βάση του θεσμικού της ρόλου, που το αποδεικνύει καθημερινά, θα κάνει τα πάντα για να εξιχνιάσει το έγκλημα. Μια τέτοια εντολή, θα μπορούσε να εκληφθεί, ότι δε τιμά και δε σέβεται το θεσμό και κυρίως δίνει πάτημα για απαξίωση της Αστυνομίας.

Αν η όποια εκάστοτε Κυβέρνηση επιθυμεί μια αποτελεσματική Αστυνομία και επαγγελματίες Αστυνομικούς, η απολύτως θεμιτή απαίτηση για να κάνει το αυτονόητο, δυστυχώς δεν αρκεί.  Η μεγάλη πια σήμερα ανεπάρκεια σε πόρους και μέσα (δεν μου επιτρέπεται να αναφερθώ σε λεπτομέρειες), αλλά και η εισαγωγή και κυρίως η παραμονή στο Σώμα ατόμων, οι πεποιθήσεις, οι απόψεις, οι συμπεριφορές και η παράσταση των οποίων δεν τους επιτρέπει να εκτελούν σωστά τα καθήκοντα τους, είναι το πρόβλημα και το μερίδιο ευθύνης της Αστυνομίας στο φαινόμενο της Εγκληματικότητας. Μιας ευθύνης όμως που δεν οφείλεται  στα στελέχη και το προσωπικό της, όταν αυτά στερούνται μέσων ή απαξιώνονται εξαιτίας ορισμένων επίορκων, μίζερων, απαίδευτων και κακών αστυνομικών.

Η ευαισθητοποίηση και η συνεχής εκπαίδευση ενός επαγγελματία Αστυνομικού, μακριά από στρατιωτικά πρότυπα του μπάτσου, η διανοητική και σωματική επάρκειά του και ο εφοδιασμός με τα αναγκαία μέσα και πόρους είναι η λύση λοιπόν. Όχι οι εντολές και οι απαιτήσεις να κάνει αυτό που άλλωστε προσπαθεί να κάνει καλά.

Μιχάλης Λώλης
_