Οι ποινές του Εφετείου για τον Επαναστατικό Αγώνα και η δήλωση-απολογία της Πόλας Ρούπα

Ολοκληρώθηκε στις 24-10-2017 το Εφετείο της 1ης Δίκης του Επαναστατικού Αγώνα.
Οι ποινές που επεβλήθησαν είναι οι ακόλουθες: Πόλα Ρούπα 49 έτη, Νίκος Μαζιώτης & Κώστας

Γουρνάς 46 έτη, Χριστόφορος Κορτέσης & Βαγγέλης Σταθόπουλος θα εκτείσουν 4 & 5 μήνες αντίστοιχα υπολοιπόμενης ποινής καθώς τους επεβλήθη 5 & 6 χρόνια αντίστοιχα.

Ακολουθεί στο συνημμένο η

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗ (ΑΠΟΛΟΓΙΑ) ΤΗΣ ΠΟΛΑΣ ΡΟΥΠΑ, ΜΕΛΟΥΣ ΤΟΥ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ ΣΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΤHΣ 1ης ΔΙΚΗΣ ΤΟΥ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ .

Καταρχήν να πω ότι δεν είμαι κατ’ επιλογή εδώ, είχα επιλέξει τον δρόμο της ελευθερίας ή της ‘‘παρανομίας’’ προκειμένου να συνεχίσω να δρω για τον Επαναστατικό Αγώνα.
Συνελήφθην στις 5 Γενάρη (2012) και ήρθα σε αυτό το δικαστήριο γιατί όπως είπα και από την αρχή καμία διαδικασία που αφορά την οργάνωσή μου δεν μου είναι αδιάφορη: Θέλω να παρεμβαίνω και να παρίσταμαι σε οποιαδήποτε διαδικασία γιατί την θεωρώ σημαντική πολιτικά. Γι’ αυτό και έκανα εκπρόθεσμα την έφεση για να παραστώ.

Αυτό είναι πολιτικό δικαστήριο, θα το έχετε ακούσει πολλές φορές αυτό. Γίνεται μια πολιτική δίκη γιατί δικάζεται μια πολιτική οργάνωση. Μία οργάνωση που δεν έχει μόνο πολιτικό χαρακτήρα αλλά και πολιτικοστρατιωτικό χαρακτήρα. Δηλαδή, έχει κάνει μια επιλογή ένοπλης δράσης με ένα συγκεκριμένο στόχο, όμως. Ο συγκεκριμένος στόχος είναι η προώθηση της ανατροπής του καθεστώτος και της Κοινωνικής Επανάστασης στην κοινωνία.

Όταν ξεκίνησε την δράση του ο Επαναστατικός Αγώνας έβαλε κάποιες διαστάσεις μέσα στον ίδιο τον αγώνα και στην κοινωνία με την οποία κοινωνία είχε ως πρωτεύον ζήτημα την επικοινωνία. Να ‘‘σπείρει’’ να το πω έτσι, κάποιες αξίες, κάποια ιδανικά τα οποία θεωρούσαμε δεδομένο ότι είναι αναγκαία έτσι ώστε να ενισχυθεί η ταξική και κοινωνική σύγκρουση και να μπορέσουμε κάποια στιγμή να κάνουμε πραγματικότητα αυτό που έχουμε ως ιστορική αποστολή - τουλάχιστον εμείς έτσι το βλέπουμε – δηλαδή, να προωθήσουμε την ανατροπή ενός τυραννικού καθεστώτος – είναι  τυραννικό καθεστώς, δεν είναι απλώς άνισο ιδίως με τα χαρακτηριστικά που έχει πάρει σήμερα – να προωθήσουμε την κοινωνική απελευθέρωση. Η οποία κοινωνική απελευθέρωση δεν μπορεί να εννοηθεί με κανένα τρόπο ότι μπορεί να επιτευχθεί κάτω από ένα καθεστώς το οποίο προωθεί την κοινωνική ανισότητα και μάλιστα, στο βαθμό που αυτή συμβαίνει σήμερα. Συνεπώς η ελευθερία των ανθρώπων προϋποθέτει οικονομική ισότητα, η ελευθερία των ανθρώπων προϋποθέτει την πολιτική ελευθερία όλων. Η ελευθερία των ανθρώπων προϋποθέτει να πάρει νόημα και να γίνει έμπρακτη αξία μέσα στην καθημερινότητα των ανθρώπων η κοινωνική αλληλεγγύη η οποία είναι ανύπαρκτη αυτή τη στιγμή στην κοινωνία.

Η κοινωνική αλληλεγγύη είναι το υπέρτατο αγαθό για τον Επαναστατικό Αγώνα και για μένα προσωπικά. Και γι’ αυτό έχω ρισκάρει τη ζωή μου. Και το ξέρετε γιατί έχω κάνει και πράξεις οι οποίες προωθούν ακριβώς αυτήν την έννοια, της αλληλεγγύης.
Πήγα να σκοτωθώ γι’ αυτό. Δεν το έχω μετανιώσει. Αυτές οι αποφάσεις είναι ζητήματα αξιών. Δεν είναι ζητήματα απόψεων.
Επειδή και στο πρώτο δικαστήριο έχουμε μιλήσει πολύ για τις πολιτικές πεποιθήσεις μας και για το πολιτικό νόημα των πράξεων που έχουμε κάνει ως Επαναστατικός Αγώνας, δεν είναι ζήτημα απόψεων, είναι ζήτημα αξιών, είναι ζήτημα ιδανικών. Και τα ιδανικά δεν τα παζαρεύουμε.
Ούτε με βάση τις δεδομένες κοινωνικές και πολιτικές συγκυρίες, ούτε με βάση και την δυσμενή θέση στην οποία μπορεί να βρεθούμε κάποια στιγμή στη ζωή μας επιλέγοντας έναν συγκεκριμένο αγώνα. Δεν θα τις παζαρέψω ποτέ και δεν θα τις πουλήσω ποτέ. Δεν το έκανα ποτέ στη ζωή μου.
Αυτές οι αξίες και αυτά τα ιδανικά δεν είναι ατομικά. Ένας συνήγορος σε μια προηγούμενη διαδικασία ανέφερε μια υπερασπιστική θέση για μένα αναφέροντας ότι βάζω το προσωπικό μου συμφέρον πιο κάτω από το κοινωνικό.
Ναι, το έχω κάνει. Το έχω γράψει και δημόσια όταν επιχείρησα την μαζική απόδραση πολιτικών κρατουμένων από τις φυλακές Κορυδαλλού.
Παρ’ ολίγο να σκοτωθώ εκεί. Και έγραψα στο κείμενο με το οποίο ανέλαβα αυτήν την ενέργεια ‘‘αν όλοι μας βάζαμε το κοινωνικό συμφέρον, το συλλογικό συμφέρον πάνω από το ατομικό, ο κόσμος δεν θα ήταν τέτοιος, δεν θα ήταν ίδιος’’.

Αυτή είναι η αξία της κοινωνικής αλληλεγγύης, της πολιτικής αλληλεγγύης για την συγκεκριμένη πράξη που αναφέρω όπου επέλεξα να ρισκάρω τη ζωή μου. Ήταν μια συνειδητή επιλογή για την οποία δεν κάνω πίσω. Αυτός είναι ο λόγος ύπαρξή μας.
Ο Επαναστατικός Αγώνας όταν ξεκίνησε ήθελε να βάλει κάποιες διαστάσεις, στην αρχή με πιο ήπιο τρόπο δεδομένου ότι λαμβάνουμε υπ’ όψιν τις ευρύτερες συνθήκες της κοινωνικής και ταξικής σύγκρουσης το επίπεδο της οποίας τότε ήταν αρκετά χαμηλό. Ήταν χαμηλό γιατί τότε ίσχυε η νεοφιλελεύθερη συναίνεση σε κάποιο βαθμό όμως, όχι σε μεγάλο. Αυτό το είχαμε λάβει υπ’ όψιν μας ως Επαναστατικός Αγώνας.
Οπότε η αρχική δράση του Επαναστατικού Αγώνα στεκόταν απέναντι σε κάποια ζητήματα τα οποία έμπαιναν καταρχήν ως στόχος να αναδειχθούν και να πολεμηθούν. Όπως ήταν η συναίνεση στο καθεστώς, όπως ήταν η ηττοπάθεια σε σχέση με διεκδικήσεις που αφορούσαν εργασιακά, κοινωνικά, πολιτικά κεκτημένα καθώς δεν μπορούσε ο κόσμος μέσα από κινητοποιήσεις άλλου τύπου να βάλει φραγμό στην νεοφιλελεύθερη επίθεση.
Ήταν μια απάντηση στην γενικευμένη ηττοπάθεια που είχε να κάνει με μια γενικότερη στρατηγική του καθεστώτος διεθνώς με αιχμή τον πόλεμο κατά της ‘‘τρομοκρατίας’’, ο οποίος στην Ελλάδα είχε τον χαρακτήρα των κατασταλτικών χτυπημάτων απέναντι σε ένοπλες οργανώσεις που υπήρχαν τότε. Η ηττοπάθεια αυτή είχε μπει στο στόχαστρο του Επαναστατικού Αγώνα. Έπρεπε να ανατραπεί.
Το ‘‘τέλος της ιστορίας’’ του ένοπλου έτσι όπως ήθελαν να το προβάλλει τότε το κράτος, που στη προέκτασή του, ασχέτως τις πολιτικές διαφορές που μπορεί να υπάρχουν ανάμεσα σε ένοπλες οργανώσεις, το δια ταύτα είναι το τέλος της καθεστωτικής
ανατροπής. Το πώς ορίζει ο καθένας την επανάσταση, αυτό έγκειται στην πολιτική επι-
λογή της κάθε οργάνωσης.
Ο Επαναστατικός Αγώνας το έβαζε με έναν συγκεκριμένο τρόπο, αλλά παρ’ όλα αυτά, η στόχευση ενάντια στον ένοπλο αγώνα και η θέση ότι αυτές οι επιλογές έχουν τελειώσει, υπονόμευε και το ίδιο το πρόταγμα της επανάστασης συνολικά.
Για τον Επαναστατικό Αγώνα το όνομά του είναι η ψυχή του: Επανάσταση.
Ο Επαναστατικός Αγώνας προσβλέπει σε αυτό. Και για να φθάσει η κοινωνία σε αυτό περνάει μέσα από διάφορες μάχες.
Μία μάχη είναι αυτό που είχε επιλέξει ο Επαναστατικός Αγώνας να κάνει μέσα στην ελληνική πραγματικότητα. Ξεκίνησε σε ένα περιβάλλον πολύ αφιλόξενο και κόντρα στις όποιες καθιερωμένες αντιλήψεις για το τι μπορεί να κάνει ένας αγώνας και σε ποιο βαθμό μπορεί να εξελιχτεί. Και αυτές τις αντιλήψεις, αυτές τις αρνητικές συνθήκες οι οποίες δεν ήταν διόλου ευνοϊκές για να ξεκινήσει την δράση της μια τέτοια οργάνωση μέσα σε εκείνη την εποχή, τις είχε βάλει ο Επαναστατικός Αγώνας στο στόχαστρο.
Ως ένα βαθμό σε αυτό το επίπεδο τα είχε καταφέρει. Δηλαδή μπήκε στη συζήτηση, να το πω έτσι, στο εσωτερικό τουλάχιστον ενός χώρου αλλά και ευρύτερα, το ζήτημα της ανατροπής. Το ζήτημα ότι αυτό το καθεστώς δεν μπορεί να μεταρρυθμιστεί, ότι δεν μπορεί να εξωραϊστεί.
Κατέθεσε ο Επαναστατικός Αγώνας δημόσια κάποιες αναλύσεις, οι οποίες προέβλεπαν εξελίξεις ιδιαίτερα αρνητικές και για την ελληνική και για την διεθνή πραγματικότητα. Το ότι σε αυτές τις εξελίξεις επιβεβαιώνεται κάποιος δεν έχει να κάνει  ότι είναι προφήτης ή οτιδήποτε. Το πράγμα μιλάει από μόνο του. Δηλαδή, με μια καλή παρατήρηση της κοινωνικής πραγματικότητας, μπορεί κάποιος να βγάλει κάποια συμπεράσματα για το τι
μέλλει γενέσθαι. Ούτε χρειάζεται να έχει σπουδάσει κάποιος, ούτε τίποτα. Απλώς να τον ενδιαφέρει και να βλέπει χωρίς παρωπίδες τον κόσμο γύρω του.

Η θέση με την οποία διαβάζει ο Επαναστατικός Αγώνας την πραγματικότητα είναι μια θέση επαναστατική. Λέγαμε ότι η θέση του καθένα για την κρίση, η άποψη που βγάζει για το τι είναι κρίση  σήμερα εμπεριέχει και την θέση για το με ποιο τρόπο θα ξεπεραστεί αυτή.
Η θέση του Επαναστατικού Αγώνα όσον αφορά την κρίση – για την κρίση του συστήματος, μιλούσε από το 2005, δεν μιλούσε από το ’09 – είναι ότι δεν μπορεί να ξεπεραστεί αν δεν γίνει μια ανατροπή του υπάρχοντος καθεστώτος. Αν μπορούμε να πούμε ότι θα βγούμε από αυτό το στάδιο της κρίσης και ότι θα περάσουμε σε μια διαδικασία επιβίωσης του συστήματος για κάποιο διάστημα, η κρίση θα ξανάρθει και δριμύτερη. Αυτά τα λέει ο Επαναστατικός Αγώνας χρόνια τώρα.

Είμαι εδώ και πρέπει να τα επαναλάβω. Και μάλιστα να τα τεκμηριώσω κιόλας, γιατί υπάρχει μία πλασματική εικόνα ότι έχουμε ξεμπερδέψει από διάφορα προβλήματα, και πολλά είναι τα παραμύθια περί ξεπεράσματος της κρίσης, ότι θα βγούμε από τα μνημόνια, κλπ, κλπ.
Η σύγχρονη ελληνική ιστορία είναι η ιστορία ενός λαού ο οποίος βρίσκεται κάτω από ένα τυραννικό καθεστώς. Οι επαναστάτες όπως έλεγε και ο Αισχύλος είναι η αρμονία της οικουμένης. Σε ένα καθεστώς το οποίο γίνεται τυραννικό και η καταπίεση λαμβάνει ένα βαθμό στον οποίο δεν μπορεί πλέον να γίνει αποδεκτό από ένα μεγάλο κοινωνικό σύνολο, θα υπάρχουν πολιτικές – κοινωνικές δυνάμεις οι οποίες θα συγκρούονται μαζί του. Ο Αισχύλος στον Προμηθέα παρουσιάζει ακριβώς αυτό το πράγμα. Την αέναη, θα έλεγα, σύγκρουση της επανάστασης απέναντι στο καθεστώς, στο κατεστημένο.
Το κράτος που υπηρετείτε σε μια άλλη γλώσσα λέγεται status, δηλαδή ακινησία, κοινωνική ακινησία. Αυτή η κοινωνική ακινησία υπάρχει σε βάρος μιας κοινωνίας η οποία ασφυκτιά κάτω από αυτή την συνθήκη. Και το καθεστώς είναι ιδιαίτερα συγκεντρωτικό. Αυτό το κράτος που υπηρετείτε σήμερα δεν είναι ένα αυτόνομο κράτος, είναι ένα κράτος που υπηρετεί συγκεκριμένα συμφέροντα. Υπηρετεί συμφέροντα ολίγων. Ολίγων και ισχυρών εις βάρος μιας κοινωνικής πλειοψηφίας η οποία αργοπεθαίνει κάτω από την μπότα των πολιτικών, των μνημονίων, του κρατικού μηχανισμού και κυρίως της δικτατορίας των αγορών. Στο καθεστώς των αγορών δεν χωράει ούτε δημοκρατία, ακόμα και με την μορφή που υπάρχει σήμερα, ούτε τίποτα. Είναι ανεξέλεγκτο. Είναι ένα κτήνος ανεξέλεγκτο το οποίο θέλει να ισοπεδώσει τα πάντα προκειμένου να επιβιώσει.

Αυτό που ζούμε στην Ελλάδα είναι μια συνθήκη πολέμου.
Αυτόν τον πόλεμο τον ζούμε από τότε που ξεκίνησε ο Επαναστατικός Αγώνας, αλλά καθώς ξέσπασε η κρίση το 2008, αυτός ο πόλεμος έχει λάβει διαστάσεις πλέον που μπορούμε να χαρακτηρίσουμε – τώρα ακούω να χρησιμοποιούν αυτή τη λέξη και καθεστωτικοί πολιτικοί – κοινωνική γενοκτονία. Τα μέτρα είναι μέτρα κοινωνικής γενοκτονίας για να επιβιώσει το καθεστώς. Για τα συμφέροντα μια αισχράς μειοψηφίας.
Αυτό αποδεικνύεται με αριθμούς, δεν είναι δύσκολο. Δεν είναι μόνο το θέμα ότι βλέπουμε ανθρώπους οι οποίοι πετιούνται στο δρόμο, πεινάνε, λιμοκτονούν, αυτοκτο-νούν, αρρωσταίνουν, τρελαίνονται. Όλη αυτή η συνθήκη είναι μια συνθήκη που είναι απαραίτητη, είναι προϋπόθεση για να επιβιώσει αυτό το σύστημα.
Κανένας δεν έχει την διάθεση να αλλάξει κάτι από τα μέσα γιατί πολύ απλά δεν γίνεται. Και γιατί η παραμικρή προσπάθεια να αλλαχτεί κάτι σημαίνει σύγκρουση με όλους. Λέγοντας ‘‘με όλους’’, εννοώ με το σύστημα. Σημαίνει σύγκρουση με την οικονομική εξουσία. Σημαίνει σύγκρουση με τις αγορές. Ποιος θα συγκρουστεί μαζί τους;
Ο Γ. Παπανδρέου το 2010 θυμάστε που έλεγε πόσο άγριο πράγμα είναι οι αγορές;
Τι κάνανε το ’10 οι αγορές με την Ελλάδα; Την πέταξαν στον σκουπιδοτενεκέ των αγορών μαζί με τα ελληνικά ομόλογα. Και αυτό τώρα που υποτίθεται προβάλλεται τώρα ως ξεπέρασμα από την κρίση, είναι τρίχες, μια νέα φούσκα. Θα τα πούμε στη συνέχεια.
Όμως πριν περάσουμε σε αυτά, ήθελα να πω κάτι: Άκουσα και τον κ. πρόεδρο σε μια προηγούμενη συνεδρίαση – το  έχω κατανοήσει αυτό, νομίζω ότι το έχω συλλάβει –, ότι  το ποινικό δίκαιο ασχολείται με πράξεις οι οποίες δημιουργούν υλικές μεταβολές σε υλικά πράγματα, στα λεγόμενα έννομα αγαθά. Οπότε εσείς λέτε: ‘‘Δεν σας δικάζουμε για τις πολιτικές σας πεποιθήσεις, σας δικάζουμε γι’ αυτά που έχετε κάνει. Για αυτά που έχει κάνει ο Επαναστατικός Αγώνας. Ο Επαναστατικός Αγώνας έχει προβεί σε κάποιες ποινικές πράξεις οι οποίες ποινικές πράξεις – έτσι ισχυρίζεστε εσείς – έχουν δημιουργήσει κάποιες μεταβολές σε κάποια έννομα αγαθά για τις οποίες εσείς θα δικαστείτε, θα καταδικαστείτε και θα πάτε φυλακή για πολλά χρόνια’’.
Ποιά είναι αυτά τα έννομα αγαθά και πώς ορίζονται; Ο Μανωλεδάκης τα ορίζει ως μεταβολή έννομων αγαθών τα οποία αφορούν το κοινωνικό συμφέρον.
Διαβάζω ακριβώς για να μην τον παραφράζω: ‘‘Λέγοντας έννομα αγαθά εννοούμε αντικείμενα του εξωτερικού κόσμου αντιληπτά με τις αισθήσεις μας που ικανοποιούν αντίστοιχα βιοτικά συμφέροντα των μελών της κοινωνίας’’.
Ποιά είναι τα βιοτικά συμφέροντα των μελών της κοινωνίας που εξυπηρετούν αυτά τα ‘‘έννομα αγαθά’’ στα οποία η δράση του Επαναστατικού Αγώνα έφερε μεταβολές δρώντας πάνω τους και τα οποία αφορούν το κοινωνικό σύνολο, το συμφέρον του κοινωνικού συνόλου; Ποιά; Τα υπουργεία των Οικονομικών και Απασχόλησης; Είναι προς το συμφέρον του κοινωνικού συνόλου; Το χρηματιστήριο; Υπάρχουν προς το συμφέρον του κοινωνικού συνόλου; Τα δικαστήρια και τα αστυνομικά τμήματα; Υπάρχουν προς το συμφέρον του κοινωνικού συνόλου; Αυτό θέλει μια ιδιαίτερη εξέταση. Οι τράπεζες; Υπάρχουν προς το συμφέρον του κοινωνικού συνόλου;
Δεν υπάρχει άνθρωπος που να πάτε να του πείτε αυτά και να μην σκάσει στα γέλια.
Ότι όλα αυτά είναι έννομα αγαθά που υπάρχουν προς το συμφέρον του κοινωνικού συνόλου. Και μάλιστα, σε αυτή την διαδικασία το κατηγορητήριο μιλούσε για κοινωφελή ιδρύματα. Ότι ο Επαναστατικός Αγώνας έχει χτυπήσει κοινωφελή ιδρύματα.
Και αυτός ο ισχυρισμός υπάρχει για να εμπεριστατωθεί ότι όλα αυτά είναι έννομα αγαθά των οποίων η λειτουργία αποβλέπει προς το συμφέρον του κοινωνικού συνόλου,
Το ‘‘θεώρημα’’ περί κοινωφελών ιδρυμάτων έχει καταρρεύσει στο προηγούμενο δικα-στήριο όσον αφορά πολλούς από τους στόχους που είχε χτυπήσει ο Επαναστατικός Αγώνας με πρόταση του τότε εισαγγελέα και με την αποδοχή εν μέρει της πρότασής του από το δικαστήριο.
Η απόφαση αυτή, δηλαδή, το ότι βγήκε ο όρος κοινωφελής από μεγάλο μέρος του κατηγορητηρίου είναι δική μας δουλειά. Εμείς το καταφέραμε με τις τοποθετήσεις που είχαμε κάνει στο πρώτο δικαστήριο. Που μιλούσαμε για το πολιτικό περιεχόμενο και το ‘‘κοινωνικό’’ όφελος που έχουν οι στόχοι για τους οποίους κατηγορούμαστε σε αυτό το δικαστήριο.
Και δεν γινόταν να μην γίνει αποδεκτό αυτό. Γιατί  ποιος σώφρων άνθρωπος θα έλεγε ότι το χρηματιστήριο λειτουργεί προς το συμφέρον του κοινωνικού συνόλου; Ή ότι τα υπουργεία – και  ειδικά σήμερα, τα υπουργεία στην εποχή των μνημονίων – να  πει ότι υπάρχουν προς το συμφέρον του κοινωνικού συνόλου; Στο προηγούμενο δικαστήριο, αυτό είχε γίνει κατανοητό.
Η απόφαση τελικά συμπεριελάμβανε και τα υπουργεία. Ότι είναι κοινωφελείς οργανισμοί τα υπουργεία. Αν είναι δυνατόν!
Ένα επιχείρημα για τους ‘‘κοινωφελείς οργανισμούς’’ είναι ότι έχει πρόσβαση το κοινό. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου είχε αποφανθεί ότι π.χ οι τράπεζες δεν είναι κοινωφελείς οργανισμοί ενώ είναι τα υπουργεία. Με βάση τον παραπάνω συλλογισμό στις τράπεζες έχουν πρόσβαση όλοι οι άνθρωποι καθώς μέσω αυτών παίρνουν τους μισθούς τους και τις συντάξεις τους. Αυτό βέβαια, γίνεται για το κέρδος των τραπεζών, όχι για την εξυπηρέτηση των ανθρώπων. Πλην όμως το δικαστήριο εκείνο αποφάσισε ότι τα υπουργεία που οι πολίτες δεν έχουν καμία πρόσβαση είναι κοινωφελείς οργανισμοί, ενώ οι τράπεζες που έχουν πρόσβαση, όχι.
Και μάλιστα υπουργεία τα οποία θεσμοθετούν, νομοθετούν και εφαρμόζουν νόμους όχι προς το συμφέρον του κοινωνικού συνόλου αλλά είναι αυτά ακριβώς που εφαρμόζουν τις πολιτικές κοινωνικής γενοκτονίας ενάντια στην πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας.

Είναι εχθρικοί μηχανισμοί προς την κοινωνία, είναι αντικοινωνικοί οργανισμοί.
Αυτοί οι μηχανισμοί και οι οργανισμοί που χτυπούσε ο Επαναστατικός Αγώνας έγιναν με βάση την επιλογή ότι είχαν βαθιά αντικοινωνικό ρόλο.
Με βάση πάλι το δικό σας ποινικό δίκαιο, όταν δικάζετε πρέπει να συμπεριλάβετε την έννοια του αδίκου σε μια πράξη. Το άδικο μιας πράξης έχει να κάνει με το προσβαλλό-μενο ‘‘έννομο αγαθό’’.
Αν αυτό που πράττεις είναι άδικο για το συμφέρον του κοινωνικού συνόλου, είναι άδικη η δική σου πράξη. Είσαι άδικος και εσύ.
Αλλά είναι άδικο ποιό; Η ύπαρξή αυτών των ‘‘έννομων αγαθών’’ που έβλαψε ο Επανα-στατικός  Αγώνας είναι άδικη.
Όχι οι δικές μας πράξεις ενάντιά τους. Αυτή είναι η διαφορά.
Παρ’ όλο που δεν ομολογήθηκε στο πρώτο δικαστήριο έγινε κατανοητό ότι υπάρχει αδικία. Δεν το ομολόγησε το δικαστήριο γιατί έπρεπε να μείνει σε ένα πλαίσιο το οποίο έλεγε ότι ‘‘εδώ δικάζουμε πράξεις συγκεκριμένες, ποινικές’ ’κλπ, κλπ.
Αλλά με τον λόγο μας σε εκείνο το δικαστήριο και με τη μάχη που δώσαμε, έγινε κατανοητό ότι δεν μιλάμε πρώτον για κοινωφελείς οργανισμούς, - τουλάχιστον, όχι για όλους τους στόχους του Επαναστατικού Αγώνα - και δεύτερον, ότι υπάρχει αδικία.
Το δικαστήριο, φυσικά, δεν μπορούσε να ομολογήσει κάτι τέτοιο. Όμως αυτό αντανακλάται στις ποινές. Ενώ με τον Μαζιώτη λέγαμε ότι θα μας ρίξουν 300 – 500 χρόνια, γιατί έπρεπε το κράτος να εκδικηθεί τον Επαναστατικό Αγώνα, η τελική ποινή ήταν χαμηλότερη της αναμενόμενης. Και αυτό γιατί οι κατηγορίες που έπεσαν ήταν αποτέλεσμα της δικής μας πολιτικής πίεσης.
Τα όσα λέμε, έχουν γίνει κατανοητά, όμως τα ειδικά δικαστήρια έχετε μια συγκεκριμένη αποστολή. Η συγκεκριμένη αποστολή είναι ότι πρέπει να δικάσετε και να καταδικάσετε και εσείς και κάθε ειδικό δικαστήριο όπου γίνονται αυτές οι δίκες. Δεν μπορείτε να βγείτε από αυτό το στενό πλαίσιο, το οποίο στενό πλαίσιο έχει μια συγκεκριμένη αποστολή. Την ποινικοποίηση της δράσης μιας επαναστατικής οργάνωσης, την ποινικοποίηση των προσώπων, την εγκληματοποίησή τους. Τώρα αν το καταφέρνετε ή όχι, αυτό είναι μια άλλη κουβέντα. Εγώ δεν πιστεύω ότι έχει καταφέρει κανένας να ποινικοποιήσει και να εγκληματοποιήσει τη δράση του Επαναστατικού Αγώνα στις συνειδήσεις της κοινωνίας.
Και αυτό επιχειρείται με έναν συγκεκριμένο νόμο, τον 187Α, τον αντιτρομοκρατικό νόμο.
Δηλαδή ότι πρόκειται για πράξεις τρομοκρατικές.
Το μόνο που δεν είναι ο Επαναστατικός Αγώνας είναι τρομοκρατική οργάνωση. Το κράτος είναι τρομοκρατική οργάνωση.
Οι αγορές είναι τρομοκράτες και μάλιστα δρούνε με πολύ σκιώδη, αφανή και ανεξέλεγκτο τρόπο. Η οικονομική ελίτ είναι τρομοκράτες και εγκληματίες. Γιατί ξεζουμίζουν τον ελληνικό λαό και μάλιστα έχουν και κυβερνήσεις που δουλεύουν για αυτούς. Κατά την άποψή μου είναι εγκληματικές συμμορίες. Είναι συμμορίες οι οποίες δρουν προς ίδιον όφελος, εις βάρος ενός κοινωνικού συνόλου. Αυτοί είναι οι τρομοκράτες. Εμείς δεν έχουμε καμία σχέση με αυτή την κατηγορία.

Ο 187Α λέει ότι υπάρχουν κάποια αδικήματα, κάποιες κατηγορίες που κάνει μια ‘‘τρομοκρατική’’(σε εισαγωγικά) οργάνωση, σε έκταση και υπό συνθήκες που είναι δυνατό να βλάψουν σοβαρά μια χώρα ή έναν διεθνή οργανισμό, να βλάψουν σοβαρά μια χώρα.
Είναι μεγάλη συζήτηση σε σχέση με το ζήτημα ποιός βλάπτει ποιον.
Ο Επαναστατικός Αγώνας θέλει την ανατροπή αυτού του καθεστώτος ακριβώς γιατί είναι αυτό που βλάπτει τη χώρα. Το καθεστώς καταστρέφει την κοινωνία γιατί η κοινωνία σαπίζει αυτή την περίοδο. Και εσείς το ξέρετε αυτό. Η κοινωνία πεθαίνει.
Εσείς όμως όπως και διάφοροι άνθρωποι με καθεστωτικές αντιλήψεις λέτε: ότι ‘‘ναι, ωραία, και αν υποθέσουμε ότι κατάφερνε ο Επαναστατικός Αγώνας και κάποιοι άλλοι να αποσταθεροποιήσουν το καθεστώς δεν θα επακολουθούσε μετά ένα χάος; Τι θα γινόταν; Θα επικρατούσε ένας πόλεμος όλων εναντίον όλων’’; Καμία σχέση.
Αυτό ακριβώς που προσβλέπει μια επανάσταση είναι να καταργήσει τον πόλεμο όλων
εναντίον όλων, τη συνθήκη όπου δομούνται οι σύγχρονες κοινωνίες.
Η κοινωνική βάση έχει πήξει στο έγκλημα με την πραγματική έννοια του όρου. Άνθρωποι αλληλοσκοτώνονται και αλληλοσπαράζονται και το υπόβαθρο όλων αυτών είναι η φτώχεια που εντείνεται, η εξαθλίωση. Το γεγονός ότι δεν υπάρχει δυνατότητα επιβίωσης. Οπότε ο άνθρωπος παραβιάζει το νόμο για να επιβιώσει. Και το σημαντι-κότερο αποτέλεσμα είναι το σάπισμα των κοινωνικών αξιών. Πολύ σπουδαίο πράγμα.
Η κοινωνική αλληλεγγύη σαπίζει κάτω από την μπότα του δυνάστη ακριβώς επειδή αυτός επιβάλλει αυτή την εξόντωση. Οι φυλακές γεμίζουν και δεν χωράνε. Συνέχεια όλο και περισσότεροι άνθρωποι μπαίνουν στις φυλακές. Όλα αυτά είναι αποτέλεσμα μιας κοινωνικής συνθήκης.
Θα ξανάρθω στον Μανωλεδάκη.
Το σύγχρονο ποινικό δίκαιο που εσείς υπηρετείτε είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τον ίδιο τον καπιταλισμό, τον ελεύθερο ανταγωνισμό, την οικονομία της αγοράς – όχι της αγοράς  με τα χαρακτηριστικά που έχει σήμερα –,την ελεύθερης ανταλλαγή και την ιδιοκτησία. Μια σύγκρουση συμφερόντων κυριαρχεί όπου τα έννομα αγαθά, που λέτε και σεις, συγκρούονται μέσα στον κοινωνικό χώρο. Και μάλιστα, όπως λέει και ο Μανωλεδάκης, η ‘‘σύγκρουση αυτή και το ποινικό φαινόμενο που φέρνει ως αποτέ-λεσμα θα παρουσιάζεται όλο και σε μεγαλύτερη ένταση όσο περισσότερο γίνεται ανταγωνιστική η κοινωνία’’.
Δεν είναι ανταγωνιστική η κοινωνία από μόνη της. Ο ανταγωνισμός μέσα στην κοινωνία υπάρχει γιατί είναι τέτοιο το σύστημα, είναι τέτοια η δομή του.
Και λέει κατά λέξη:
‘‘Η παραδοχή του ποινικού φαινομένου ως απόρροια του ανταγωνιστικού χαρακτήρα της ανθρώπινης κοινωνίας’’ – καθολικοποιούμε τον ανταγωνιστικό χαρακτήρα των κοινωνιών γιατί πολύ απλά δεν μπορούμε να αποδεχτούμε ότι μπορεί να υπάρχει κοινωνία, η οποία μπορεί να μην βασίζεται στον ανταγωνισμό και στην αλληλο-εξόντωση – οδηγεί στο συμπέρασμα πως εφόσον διατηρείται αυτός ο ανταγωνιστικός χαρακτήρας της κοινωνίας, το έγκλημα δεν είναι δυνατόν να εξαφανιστεί. Γιατί μοιραία είναι συνυφασμένο με την δομή της κοινωνίας. Ο αγώνας κατά του εγκλήματος δεν μπορεί να οδηγήσει στον αφανισμό αλλά μόνο στον περιορισμό του εγκλήματος και αυτό φυσικά θα επιτυγχάνεται τόσο περισσότερο όσο περισσότερο μειώνεται η ανταγωνιστικότητα μέσα στους κόλπους της κοινωνίας’’.
Μειώνεται το έγκλημα ή αυξάνεται; Προφανώς και αυξάνεται. Αυξάνεται σε τέτοιο βαθμό που επικρατεί στο μέγιστο βαθμό στην εποχή μας αυτός ο πόλεμος όλων εναντίον όλων.
Και αυτό δεν είναι ευθύνη της κοινωνίας. Είναι ευθύνη του συστήματος, είναι ευθύνη του κράτους, είναι ευθύνη αυτών που έχουν δομήσει με αυτούς τους όρους μια κοινωνία τέτοια.
Το πρόταγμα λοιπόν του Επαναστατικού Αγώνα είναι η Κοινωνική Επανάσταση. Επειδή είμαστε και αναρχικοί, δεν προσβλέπουμε σε κάποιο νέο συγκεντρωτικό καθεστώς. Αντιθέτως μιλάμε για την δημιουργία μιας νέας κοινωνίας πάνω σε διαφορετικές βάσεις. Όχι στον ανταγωνισμό, όχι στη σύγκρουση συμφερόντων, αλλά σε μια κοινωνία κοινωνικής αλληλεγγύης την οποία όπως είπα και από την αρχή δεν μπορείς να καταφέρεις αν δεν διευθετήσεις το ζήτημα της οικονομικής ισότητας. Είναι αδύνατο.
Η οικονομική ισότητα ως προϋπόθεση ώστε να μην υπάρχει αδικία και σύγκρουση στους κόλπους της κοινωνίας και εγκλήματα, είναι κάτι το οποίο έχουν συλλάβει από
την αρχαία Αθήνα, δεν είναι κάτι που το λέω εγώ . Και μάλιστα το κρατικό μόρφωμα με την σύγχρονη μορφή του δεν είναι και πολύ παλιό, γύρω στα τελευταία 200 χρόνια υπάρχει σαν σύγχρονο κράτος.
Μετά τη διάλυση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας το ρωμαϊκό δίκαιο έγινε η βάση του σύγχρονου ποινικού δικαίου – νομίζω ότι αυτό το γνωρίζετε. Υπήρχε ένα διάστημα στην Ευρώπη όπου άνθιζαν ελεύθερες πόλεις. Οι οποίες ελεύθερες πόλεις είχαν το δικό τους δίκαιο, το οποίο μάλιστα ενσωμάτωνε και την δυνατότητα αντίδρασης σε οποιαδήποτε μορφή τυραννίας που επιχειρούσε να επιβληθεί πάνω σε αυτές τις ελεύθερες πόλεις.
Αυτή η ιστορία της Ευρώπης είναι λίγο άγνωστη και κράτησε πάρα πολλά χρόνια.
Ελεύθερες πόλεις υπήρχαν πολλές και μάλιστα, προήγαγαν έναν πολιτισμό που στην πραγματικότητα τα πολλά και σοβαρά πολιτιστικά επιτεύγματα η ανθρωπότητα σε αυτές τις πόλεις τα χρωστάει.
Γιατί ο καπιταλισμός υποτίθεται ότι εκφράζει την πρόοδο. Το σύγχρονο κράτος  αντα-νακλά την πρόοδο. Την πρόοδο του ανθρώπου. Αυτό δεν ισχύει. Έχουν υπάρξει και καλύτερες κοινωνίες από την σημερινή.
Βέβαια δεν είναι ακριβώς μέσα στο πρότυπο μιας αναρχικής οπτικής για την οργάνωση μιας κοινωνίας οι πόλεις που ανέφερα. Όμως αυτές οι πόλεις ήταν και πάρα πολλές και λειτουργούσαν με ομοσπονδιακό σύστημα. Παράδειγμα οι χανσεατικές πόλεις, που ήταν στη βόρεια και ανατολική Ευρώπη, διαπερνούσαν τα σύνορα και είχαν οργανωθεί σε ομοσπονδίες που μπορούσαν να διασφαλίσουν το μεταξύ τους εμπόριο και την ανάπτυξή τους. Δεν είχαν ιδιαίτερες ανισότητες στο εσωτερικό τους, δεν είχαν άρχοντες και βασιλιάδες. Όμως είχαν  να αντιμετωπίσουν την εξάπλωση του φεουδαρχισμού και την εξουσία της εκκλησίας. Εκκλησία, φεουδάρχες και βασιλείς ήταν αυτοί που πολεμούσαν αυτές τις πόλεις. Και κάποια στιγμή όλα αυτά εξαφανίστηκαν κάτω από την επέκταση της κρατικής κυριαρχίας. Η οποία επέκταση της κρατικής κυριαρχίας προϋπόθετε, για εκείνη την περίοδο τουλάχιστον, την συνδρομή της εκκλησίας.

Οπότε αυτό που προτείνει ο Επαναστατικός Αγώνας και πολλοί αναρχικοί ως απάντηση στην υπάρχουσα κοινωνική δομή, δεν είναι κάτι που είναι ουτοπικό.
Να αναφέρω τον εισαγγελέα από την προηγούμενη δίκη που έλεγε: Τι κάνετε, αγωνίζεστε για μια ουτοπία, για ένα μηδενικό, για ένα τίποτα, δεν υπάρχουν αυτά.
Έχουν υπάρξει κοινωνικές δομές χωρίς κρατική εξουσία στην ιστορία της ανθρωπό-τητας και μπορεί να υπάρξουν και στο μέλλον.
Σε αυτή την κατεύθυνση δούλευε ο Επαναστατικός Αγώνας και γι’ αυτό ρισκάραμε τη ζωή μας. Γι’ αυτό μπήκαμε στη φυλακή. Γιατί θεωρούμε άδικο πραγματικά, θεωρούμε ότι δεν αξίζει στους ανθρώπους να ζούμε υπό αυτές τις συνθήκες. Σε κανέναν άνθρωπο δεν του αξίζουν αυτοί οι όροι ζωής.
Διάβαζα πρόσφατα μια δημοσκόπηση για την ελληνική κοινωνική κατάσταση. Πρόκειται για το ευρωβαρόμετρο της άνοιξης.
Παρουσίαζε έναν λαό σε κατάθλιψη. Πραγματικά σε κατάθλιψη. Έναν λαό που δεν βλέπει κανένα φως στον ορίζοντα. Δεν βλέπει κανένα μέλλον.
Το 98% των Ελλήνων λέει ότι είναι άθλια η οικονομική κατάσταση της χώρας. Οι περισσότεροι βλέπουν επιδείνωση της δικής τους κατάστασης. Και προσέξτε ποσοστά εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση και στο εθνικό κοινοβούλιο: Μόλις το11% δηλώνει ότι εμπιστεύεται την κυβέρνηση και το 13% ότι εμπιστεύεται το εθνικό κοινοβούλιο. Ωραία δημοκρατία! Μια δημοσκόπηση είναι αυτή, αλλά δεν πιστεύω ότι θα πέφτουν και πολύ έξω. Το κοινοβούλιο, η αντιπροσωπευτική δημοκρατία είναι νομιμοποιημένη στο 13% της ελληνικής κοινωνίας. Μεγάλη επιτυχία!
Λένε για τον Επαναστατικό Αγώνα ότι δρα στο όνομα της κοινωνίας χωρίς να έχει εξουσιοδότηση. Στην δημοσκόπηση που είχε γίνει το ’09 – την ανέφερε και ο σύντροφος Μαζιώτης στην προηγούμενη συνεδρίαση σε ερώτηση ‘‘αν είναι αναγκαία η ένοπλη δράση’’, το 35% είχαν πει ναι, και μάλιστα το 2009. Άμα έκαναν την ίδια ερώτηση τώρα πού θα πήγαιναν τα ποσοστά;

Ότι δεν είναι και πολύ νομιμοποιημένο το καθεστώς δεν χρειάζεται και πολλές δημοσκοπήσεις για να το καταλάβεις. Γιατί δεν αντιδρά ο κόσμος; Αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Η ελληνική κοινωνία δεν σημαίνει ότι νομιμοποιεί με τη στάση της το υπάρχον σύστημα. Απλώς βρίσκεται σε αδιέξοδο. Ένας λαός ολόκληρος βρίσκεται σε κατάθλιψη.
Είναι ηττοπάθεια. Η ηττοπάθεια ήταν από τους πρώτους στόχους του Επαναστατικού Αγώνα απ’ όταν δημιουργήθηκε. Και είναι πολύ σημαντικό σήμερα να καταπολεμηθεί αυτή η ηττοπάθεια.
Ο Επαναστατικός Αγώνας δεν θα έπρεπε να είναι εδώ.
Θα έρεπε να είναι έξω να πολεμάει αυτές τις συνθήκες. Θεωρώ ότι άδικα είμαστε στη
φυλακή, πραγματικά.
Επειδή έχω κάνει κάποιες επιλογές στη ζωή μου έχω αποδεχτεί ναι μεν ότι μπορεί να
πάω φυλακή, μπορώ να σκοτωθώ – όπως    και πήγα να σκοτωθώ – αλλά  αυτό δεν
σημαίνει ότι θεωρώ δίκαιο να είμαι μέσα στη φυλακή. Κάθε άλλο.

Πιστεύω ότι ο Επαναστατικός Αγώνας είχε αποστολή να προσφέρει κάποιες υπηρεσίες προς την κοινωνία και προς την ιστορία. Τις υπηρεσίες αυτές εγώ τις υπηρέτησα μέχρι εκεί που δεν πήγαινε και θα συνεχίσω να το κάνω, δεν τα παρατάω.
Γιατί; Δεν βάλαμε ποτέ το ατομικό συμφέρον πάνω από το κοινωνικό, πάνω από το συλλογικό συμφέρον. Γιατί πολύ απλά η οπτική ενός αναρχικού,  ενός επαναστάτη είναι ότι κανένας δεν μπορεί να είναι ελεύθερος αν δεν είναι όλοι ελεύθεροι. Η ελευθερία πραγματώνεται μέσα στην κοινωνία, όχι ατομικά. Κανένας δεν μπορεί να κατακτήσει την ατομική του ελευθερία όταν ζει σε μια κοινωνία σκλάβων. Θα είναι και ο ίδιος σκλάβος και θα ζει με τις ψευδαισθήσεις μιας ελευθερίας η οποία είναι φανταστική, βρίσκεται στο φαντασιακό του.
Εγώ ζούσα στην παρανομία και να σας πω την αλήθεια, είχα γνωρίσει πολλούς ανθρώπους οι οποίοι ήταν δυστυχισμένοι όντας ευκατάστατοι. Δεν ήξεραν βέβαια ποια είμαι γιατί ζούσα κανονικά μια φυσιολογική ζωή, δεν κρυβόμουν σε κανένα ‘‘λαγούμι’’.
Οπότε είχα κοινωνικές επαφές με ανθρώπους οι οποίοι είχαν τις δουλειές τους. Δούλευαν σε καλές θέσεις, μέσα στον κρατικό μηχανισμό κάποιοι, κάποιοι άλλοι όχι. Άλλοι ήταν πιο φτωχοί, άλλοι πιο πλούσιοι. Διαφόρων ταξικών στρωμάτων. Μιζέρια, απογοήτευση όλοι! Άγχος! Το ’βλεπα πως το εξέφραζαν πάνω στα παιδιά τους.
Το παιδί μου ήταν πολύ πιο ήρεμο και λιγότερο αγχωμένο παρ’ όλο που ζούσε η μάνα του υπό τις συνθήκες που ζούσε και αυτό γιατί το προφύλασσα και γιατί δεν ένιωθα όπως ένιωθαν αυτοί. Ήμουν εντάξει με τον εαυτό μου. Δεν έκανα κάτι για το οποίο να νιώθω άσχημα. Δεν αγχωνόμουν, ήμουν ήρεμη, είχα κάνει τις επιλογές της ζωής μου. Αυτοί όμως οι άνθρωποι δεν είχαν κάνει τις επιλογές της ζωής τους, είχαν βρεθεί σε μια συνθήκη η οποία δεν ήταν επιλογή τους. Και αυτό το εισέπρατταν και τα παιδιά τους. Οπότε κατέληξα να βλέπω ανθρώπους ασχέτως ταξικής διαβάθμισης να ασκούν και βία στα παιδιά τους. Και εκεί ήταν που είχα πάθει πλάκα. Βία, άγχος, στρες, όλα πάνω στα μικρά.
Ο κόσμος δεν είναι καλά, πραγματικά η ελληνική κοινωνία δεν είναι καθόλου καλά.
Το έβλεπα γιατί παρ’ όλο που ήμουνα στην ‘‘παρανομία’’ είχα επαφές με πολύ κόσμο ο οποίος ήταν ενσωματωμένος, λειτουργούσε κανονικά και δεν ήξερε ποια είμαι.
Αυτό το ευρωβαρόμετρο τώρα που σας παρουσίασα δείχνει μια γενικευμένη κοινωνική κατάθλιψη.
Γιατί δεν προσπαθεί η κοινωνία να αλλάξει κάτι. Το προσπάθησε. Το προσπάθησε από το ’10 μέχρι το ’12, δεν κατάφερε απολύτως τίποτα. Ήταν τέτοια η λαίλαπα του συστήματος πάνω στην κοινωνία που δεν μπορούσε να αλλάξει ούτε ένα μέτρο. Αυτό που κατάφεραν αυτές οι κινητοποιήσεις ήταν να δημιουργούν μια πολιτική ανασφάλεια, να το πω έτσι, ευρύτερα στη χώρα η οποία ανασφάλεια έφερνε σε δεινή θέση τις κυβερνήσεις. Οπότε εναλλάσσονταν οι κυβερνήσεις γιατί δεν μπορούσαν να προχω-ρήσουν πολύ τα μέτρα. Έφταναν σε ένα σημείο, έπεφταν, ερχόταν η άλλη. Έπεφτε και αυτή. Και φτάνουμε στο οξύμωρο να έχουμε μια αριστερή κυβέρνηση η οποία δεν πέφτει με τίποτα.

Και δεν κινείται τίποτα. Όλα είναι νεκρά. Και υπάρχει μια αριστερή κυβέρνηση η οποία έχει χειραγωγήσει και χαλιναγωγήσει τα πάντα.
Όμως έχουν προηγηθεί προσπάθειες να μπει ένα φρένο σε όλα αυτά. Με τη μόνη διαφορά ότι δεν έχει γίνει κατανοητό - προφανώς έχουν και αυτοί που αντιστέκονται πολιτική ευθύνη σε αυτό -, ότι μια κυβέρνηση έστω και σε ένα μέτρο να επιμείνει να μην περάσει, σημαίνει πόλεμο με την ελίτ και με τις αγορές. Σημαίνει ρήξη.
Το είδαμε αυτό το 2015 με το δημοψήφισμα.
Το δημοψήφισμα έγινε με την πεποίθηση από την κυβέρνηση ότι δεν θα υπερισχύσει τελικά το ΟΧΙ που τελικά υπερίσχυσε με 62%. Αλλά η κυβέρνηση συνειδητοποίησε ότι η άρνησή της να δεχθεί την συγκεκριμένη δανειακή σύμβαση, σήμαινε ότι θα έπρεπε  να πολεμήσει με τους πάντες.
Και εννοείται ότι καμία κυβέρνηση και καμία πολιτική δύναμη αυτή τη στιγμή δεν έχει αυτή την διάθεση να έρθει σε σύγκρουση με το σύνολο της οικονομικής εξουσίας και της υπερεθνικής πολιτικής εξουσίας.

Ο Επαναστατικός Αγώνας έλεγε από την πρώτη στιγμή της κρίσης ότι η παραμικρή προσπάθεια σύγκρουσης πάνω σε συγκεκριμένα οικονομικά μέτρα σημαίνει ρήξη και ανατροπή. Και ανατροπή σημαίνει πόλεμος με την οικονομική εξουσία και με τις αγορές. Συνεπώς, καμία κυβέρνηση δεν έχει την δυνατότητα και την διάθεση να κάνει κάτι τέτοιο. Αυτό θα πρέπει να το κάνει η κοινωνία.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο δρούσε ο Επαναστατικός Αγώνας.
Πρότασσε την σύγκρουση της κοινωνικής βάσης με το καθεστώς καταρχήν μέσα από ζητήματα όπως είναι το χρέος, όπως είναι η έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση , η ρήξη με τις αγορές και τα μνημόνια. ‘‘Θα τα σκίσουμε τα μνημόνια’’ έλεγε ο ΣΥΡΙΖΑ όμως μόνο η κοινωνία μπορεί να σκίσει τα μνημόνια. Οι επαναστατημένες κοινωνίες διαγράφουν χρέη. Στις επαναστάσεις γίνονται μονομερείς διαγραφές χρεών. Καμία κυβέρνηση μέσα στις υπάρχουσες συνθήκες δεν είναι δυνατόν να προχωρήσει σε διαγραφή χρεών μονομερώς. Καμία κυβέρνηση δεν ήταν δυνατόν να σκίσει τα μνημόνια! Όλα αυτά έχουν τελειώσει.
Με δύο λόγια η αλλαγή του συστήματος μέσα από το σύστημα είναι αδύνατη.
Αυτό έλεγε ο Επαναστατικός Αγώνας από το 2003. Πρέπει να ρίξουμε το καθεστώς.  Γιατί θα φθάσουμε σε σημεία – έλεγε τότε ο Επαναστατικός Αγώνας – όπως είναι τα σημερινά. Τα οποία ανοίγουν την πόρτα για ακόμα χειρότερα.
Οδεύουμε σε μια συνθήκη στην οποία ο αφανισμός μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας είναι προϋπόθεση για να επιβιώνει το ίδιο το σύστημα. Οπότε η ανατροπή είναι μονόδρομος. Και είναι μονόδρομος για να επιβιώσουμε πλέον ως κοινωνία, όχι για μια καλύτερη ζωή. Όποιος θέλει να επιβιώσει πρέπει να αγωνιστεί για να ανατρέψει αυτό το καθεστώς.
Με τη μόνη διαφορά ότι η ανατροπή ενός καθεστώτος και οι επαναστάσεις δεν ξεκινούν από το σπίτι του καθένα. Χρειάζονται μία προεργασία.
Μέσα στα πλαίσια αυτής της πολιτικής προεργασίας μέσα στην κοινωνία δούλευε ο Επαναστατικός Αγώνας. Χρειάζονται και άλλοι όμως.

Αλλά έχει κυριαρχήσει η ηττοπάθεια η οποία έχει διαχυθεί και μέσα στο χώρο της λεγόμενης αντίστασης.
Λένε ορισμένοι: ‘‘Δεν κινείται η κοινωνία, θα κινηθούμε εμείς’’; Δεν πάει έτσι. Ναι, εσύ έχεις ευθύνη να κινηθείς. Όποιος βλέπει ως ιστορική του αποστολή να προωθήσει τον κοινωνικό και ταξικό πόλεμο θα πρέπει να ματώσει. Σε εισαγωγικά και κυριολεκτικά. Δεν γίνεται αλλιώς. Ή δίνεις το παράδειγμα στην κοινωνία, το παράδειγμα της ανιδιο-τέλειας, της κοινωνικής αλληλεγγύης, της προσφοράς για μια κοινωνική αλλαγή ή μένεις σε ευχολόγια. Και απλώς περιμένεις τους άλλους να μπουν μπροστά.
Όχι, ο Επαναστατικός Αγώνας δεν είχε αυτό το στόχο.
Και όταν ήρθε σε σύγκρουση με το καθεστώς και δέχθηκε τα κατασταλτικά χτυπήματα, συνέχισε. Γιατί πολύ απλά δεν μπορούσαμε να πουλήσουμε τις επιλογές μας και το ιστορικό μας χρέος. Αυτή ήταν η αποστολή μας.

Είναι μεγάλη κουβέντα το ζήτημα της κρίσης αλλά πρέπει να μιλήσω γι’ αυτό.
Για ποιο λόγο αυτή τη στιγμή μιλάμε για τυραννία. Δεν μιλάμε για δημοκρατία. Η δημο-κρατία, η πραγματική έννοια του όρου, ιστορικά αφορά την άμεση δημοκρατία.
Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία και ειδικά και έτσι όπως εξελίσσεται είναι μια ολι-γαρχία κάποιων επαγγελματιών πολιτικών που δρουν προς το συμφέρον μιας αισχράς
κοινωνικής μειοψηφίας που έχει την οικονομική εξουσία. Αυτό το καθεστώς δεν έχει καμία σχέση με τη δημοκρατία.
Μέσα στα προτάγματα του Επαναστατικού Αγώνα για την επανάσταση υπάρχει μια   συγκεκριμένη μορφή κοινωνικής οργάνωσης.
Η κοινωνική αυτή οργάνωση αφορά στον αμεσοδημοκρατικό τρόπο συζήτησεων και λήψης αποφάσεων. Ο Επαναστατικός Αγώνας προτάσσει την κοινωνική αυτοοργά-νωση στους χώρους δουλειάς, στις γειτονιές, στα χωριά, παντού.
Βέβαια όλα αυτά δεν μπορούν να γίνουν θεωρητικά, πρέπει να συγκρουστεί η κοινωνία και με την μεγάλη ιδιοκτησία. Πρέπει να συγκρουστεί με το ‘‘δικαίωμα’’ της μεγάλης ιδιοκτησίας. Πρέπει να προσβάλλει την μεγάλη ιδιοκτησία η οποία πρέπει να απαλλοτριωθεί.
Οπότε ένα ζήτημα είναι να ανατραπεί η αντίληψη ότι είναι άδικο να απαλλοτριώνεις μεγάλες ιδιοκτησίες γιατί δεν σου ανήκουν. Η μεγάλη ιδιοκτησία ανήκει στον λαό.
Και η κρατική ιδιοκτησία ανήκει στον λαό γιατί είναι κλεμμένος πλούτος και η εκκλη-σιαστική ιδιοκτησία ανήκει στον λαό γιατί και αυτός είναι κλεμμένος πλούτος. Η κοινω-νία πρέπει να πάρει πίσω ό, τι της ανήκει. Μια νέα κοινωνική οργάνωση προϋποθέτει την κατάλυση του κράτους, την κατάλυση κάθε μορφής συγκεντρωτικής εξουσίας, οικονομικής ή πολιτικής, την κοινωνικοποίηση της ιδιοκτησίας - όχι την κρατικοποίηση ή την εθνικοποίηση – προϋποθέτει την δημιουργία δομών όπου θα παίρνονται αποφάσεις και θα οργανώνονται τα πάντα, είτε αυτά αφορούν την οικονομική οργάνωση, είτε το τι θα παράγεται, από ποιόν θα παράγεται, από ποιους θα καταναλώνεται. Όλα αυτά τα ζητήματα που άπτονται της καθημερινής ζωής, θα αποφασίζονται από συνελεύσεις με αμεσοδημοκρατικούς τρόπους.
Και όλες αυτές οι δομές θα συνδέονται μέσω ομοσπονδιών. Οι οποίες ομοσπονδίες θα καταλήγουν σε μια εθνική συνομοσπονδία η οποία θα εκτελεί τις αποφάσεις των από κάτω και όχι το ανάποδο.
Μόνο με αυτούς τους όρους μπορούμε να διασφαλίσουμε την οικονομική ισότητα και την πολιτική ελευθερία των ανθρώπων για να μπορούμε να μιλάμε για ελευθερία.
Γιατί η δημοκρατία με την συγκεκριμένη μορφή μόνο την ελευθερία δεν διασφαλίζει.

Αυτό το καθεστώς είναι ένα τυραννικό καθεστώς και στην πραγματικότητα αυτό που κάνει είναι να διατηρεί ένα σύστημα με την οικονομική βία και με τα όπλα. Διατηρεί την καθυπόταξη μιας κοινωνίας προκειμένου να διαιωνίζεται ένα σύστημα το οποίο έχει αποκτήσει τόσο συγκεντρωτικά χαρακτηριστικά που δεν κατανοούμε καν πως λειτουργεί. Ένα μάθημα για το πώς λειτουργεί το σύστημα το πήραμε με την κρίση του 2008.

Πριν περάσω στην κρίση και επειδή ξεκίνησα με τον 187Α ήθελα να μιλήσω για το αν βλάπτει ο Επαναστατικός Αγώνας τη χώρα ή όχι και ποιος τη βλάπτει πραγματικά. Θέλω να συνεχίσω με τον 187Α για το αν είναι πολιτική η δίκη ή όχι.
Δικαζόμαστε εδώ γιατί ο Επαναστατικός Αγώνας στην προκειμένη περίπτωση έχει κάνει κάποιες πράξεις και δρα με τρόπο ή σε έκταση και υπό συνθήκες που είναι δυνατόν να βλάψουν σοβαρά μια χώρα ή έναν διεθνή οργανισμό, που είναι δυνατόν, και με σκοπό να εκφοβίσει σοβαρά έναν πληθυσμό. Ή να εξαναγκάσει παρανόμως δημόσια αρχή ή να καταστρέψει τις θεμελιώδεις συνταγματικές, πολιτικές και οικονομικές δομές μιας χώρας. Ενός καθεστώτος θα έλεγα εγώ. Μιας χώρας λέει εδώ.
Βασικά ο 187Α ομολογεί ότι πρόκειται για πολιτικές υποθέσεις. Και αυτό σε συνδυασμό με τις αποφάσεις που έχουν πάρει άλλα δικαστήρια σε σχέση με την δική σας  αντικειμενική θεωρία, της προσφορότητας της δράσης ως προς την δυνατότητα της ανατροπής ενός καθεστώτος.
Να το κάνω πιο σαφές: Λέει ο 187Α ότι δικάζονται αυτές οι οργανώσεις των οποίων η δράση έχει την δυνατότητα, είναι πρόσφορη με δυο λόγια να φέρει αυτό το αποτέλεσμα, δηλαδή, να καταστρέψει θεμελιώδεις συνταγματικές, πολιτικές και οικονομικές δομές μιας χώρας.
Ο Επαναστατικός Αγώνας ποτέ δεν αρνήθηκε την προσφορότητα της δράσης του.
Όμως γίνονται ενστάσεις περί της αρμοδιότητας του δικαστηρίου με βάση αν είναι πολι-
τική ή όχι η δίκη, αν είναι πολιτικά ή όχι τα αδικήματα.
Η απόφαση του Αρείου Πάγου για την υπόθεση της 17Ν έχει βγάλει ένα συμπέρασμα βάσει του οποίου κινήθηκαν και όλες οι μετέπειτα αποφάσεις. Με την απόφαση εκείνη ο Άρειος Πάγος αναιρούσε ακριβώς αυτό που λέει ο 187Α, ο οποίος μιλάει γι’ αυτές τις οργανώσεις που η δράση τους είναι πρόσφορη να επιφέρει το συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Αποφαίνεται ότι δεν είναι πρόσφορες αυτού του τύπου οι δράσεις να φέρουν αυτό το αποτέλεσμα, δεν το καταφέρνουν. Άρα δεν είναι πολιτικές.
Πολιτικό ‘‘έγκλημα’’ σύμφωνα με εκείνη την απόφαση θεωρείται μόνο η εσχάτη προδοσία με την έννοια ότι στοχεύει στην πολιτειακή αλλαγή και το καταφέρνει.
Προσέξτε τώρα: Ο 187Α όμως λέει ότι είναι πρόσφορες αυτές οι ενέργειες γι’ αυτό το αποτέλεσμα. Άμα δεν είναι πρόσφορες δεν θα πρέπει να δικάζονται με τον 187Α. Δηλαδή, ο ίδιος ο 187Α ομολογεί ότι πρόκειται για πολιτικό ‘‘έγκλημα’’(σε εισαγωγικά κατ’ εμέ).
Με βάση αυτό το σκεπτικό έκανα μία ένσταση σε άλλο δικαστήριο – δεν έχει βγει ακόμα η απόφαση – για  την αναρμοδιότητα του δικαστηρίου. Αλλά νομίζω ότι παίζουμε με τις λέξεις στα δικαστήρια. Κινούνται μέσα σε μια αντίφαση. Και είναι λογικό για μένα γιατί αφ’ ενός γνωρίζει το δικαστήριο ότι έχει πολιτικά υποκείμενα απέναντί του και δεν είναι μόνο ότι είναι πολιτικά υποκείμενα, έχουν πολιτικά κίνητρα και κάνουν συγκεκριμένες πολιτικές πράξεις, έχουν συγκεκριμένους πολιτικούς στόχους τους οποίους, χτυπάνε με συγκεκριμένο πολιτικό περιεχόμενο και έχουν και μακροπολιτικούς στόχους.
Τίποτα δεν είναι μη πολιτικό στη δράση του Επαναστατικού Αγώνα, ούτε στη δική μου παρουσία μέσα στα δικαστήρια.

Ο 187Α αναγνωρίζει ότι δικάζει οργανώσεις των οποίων οι πράξεις είναι πρόσφορες να ανατρέψουν ένα καθεστώς. Και οι αποφάσεις των δικαστηρίων λένε ότι δεν είναι πολιτικές οι πράξεις γιατί δεν είναι πρόσφορες για να ανατρέψουν ένα καθεστώς. Αυτό πρέπει να λυθεί. Γιατί είναι μια αντίφαση την οποία βλέπει ο καθένας.
Δεν ξέρω αν έχει ξαναγίνει μια τέτοια κουβέντα. Ναι, συνηθίζεται, επειδή θεωρείται ότι αυτό ευνοεί κατηγορούμενους, να μην μιλάνε για προσφορότητα της ένοπλης οργά-νωσης στην οποία κατηγορούνται ότι συμμετέχουν ή αναλαμβάνουν την ευθύνη γιατί θεωρούν ότι έτσι μπορεί να έχουν μια καλύτερη αντιμετώπιση.
Επειδή εγώ δεν έχω τέτοιο πρόβλημα και επειδή ο Επαναστατικός Αγώνας ουδέποτε αμφισβήτησε την προσφορότητα της ένοπλης δράσης, αντιθέτως την θεωρούσε αναγκαία προϋπόθεση να προχωρήσει ένας ανατρεπτικός, και επαναστατικός αγώνας μέσα στην κοινωνία, συμφωνούμε με αυτό που λέει ο 187Α περί προσφορότητας.
Τα δικαστήρια αναγνωρίζουν την μη προσφορότητα. Γιατί; Γιατί πολύ απλά δεν πρέπει να σε αναγνωρίσουν ως αυτό που είσαι, δηλαδή να αναγνωρίσουν ως πολιτικές τις πράξεις. Είναι αντιφατικό αυτό.
Αν ήμουν στη θέση σας θα έλεγα ότι κάπως θα έπρεπε να λυθεί αυτό. Γιατί πραγματικά αναιρεί ό ένας τον άλλον.
Ο Επαναστατικός Αγώνας είχε αυτό τον στόχο και δεν το έκρυψε ποτέ. Και εμείς δεν μασήσαμε τα λόγια μας ότι θέλαμε να ανατρέψουμε το καθεστώς μέσα από βίαιες ένοπλες ενέργειες οι οποίες πιστεύαμε και πιστεύουμε πως είναι ιδιαίτερα πρόσφορες μέσα στις υπάρχουσες συνθήκες. Αυτό έχει να κάνει με την δομή του σύγχρονου συστήματος.
Η προσφορότητα του ένοπλου αγώνα έχει να κάνει και με την σύγχρονη δομή του συστήματος ιδίως στην εποχή μας που παρουσιάζει μεγάλες αδυναμίες και μεγάλη σαθρότητα. Αυτές τις ευκαιρίες ήθελε να τις εκμεταλλευτεί ο Επαναστατικός Αγώνας. Και μάλιστα, πρόετρεπε και άλλους. Προπαγάνδιζε δηλαδή την ένοπλη επαναστατική δράση, προπαγάνδιζε την ίδια την επανάσταση γιατί αυτά είναι αδιαχώριστα πράγματα.
Το ζήτημα της ευμεταβλητότητας του συστήματος συνδέεται και με το ζήτημα της τυραννίας. Δηλαδή ότι είναι ένα τυραννικό και παράλληλα ανεξέλεγκτο καθεστώς που δεν υπόκειται σε κανένα κανόνα και που όμως είναι ιδιαίτερα ευμετάβλητο, ιδιαίτερα ευπαθές και ιδιαίτερα ευάλωτο σε τέτοιου είδους δράσεις.

Να μιλήσω για τον Επαναστατικό Αγώνα από τότε που ξεκίνησε. Καταρχήν να πω ότι
εκτός από τα ζητήματα για τα οποία υπήρχε η αναγκαιότητα να απαντηθούν από τον Επαναστατικό Αγώνα όπως είναι η ανάδειξη των νεοφιλελεύθερων εγκληματικών πολιτικών, και του πολέμου κατά της ‘‘τρομοκρατίας’’ το οποίο ήταν ένα δίπολο στην προώθηση της νέας παγκόσμιας νεοφιφιλελεύθερης τάξης με οικονομικά και στρατιω-τικά μέσα σε όλο τον κόσμο, υπήρχαν και κάποιες άλλες διαπιστώσεις που είχαν γίνει από την οργάνωση σχετικά με τις οικονομικές εξελίξεις στα τέλη της δεκαετίας του ’90 καθώς και για  τις αρχές του 2000 που αφορούσαν την κρίση του συστήματος.
Το ’98, χώρες της Ν.Α. Ασίας που υποτίθεται μέχρι εκείνη την χρονιά ανάγονταν ως οι ‘‘τίγρεις’’ του καπιταλισμού με μεγάλες αναπτυξιακές προδιαγραφές και προοπτικές, κάποια στιγμή κατέρρευσαν όλες μαζί. Σε εκείνες τις χώρες εκδηλώθηκαν εξεγέρσεις. Μετά από αυτό – επειδή  παρακολουθούσαμε από τότε τις εξελίξεις – βλέπαμε ότι υπήρχε στο σύστημα ένας εφησυχασμός. Ότι όλα αυτά εκδηλώνονταν στην καπιτα-λιστική περιφέρεια.
Το 2000 όμως παρουσιάστηκε μια κρίση στο κέντρο, στην καρδιά του καπιταλισμού, την Αμερική  με την κατάρρευση των μετοχών υψηλής τεχνολογίας, των λεγόμενων dot.com.
Αρχίσαμε να διαβλέπαμε από τις αρχές του 2000 ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο ρόδινα για το σύστημα. Παράλληλα το ελληνικό κράτος παρακολουθούσαμε ότι έμπαινε σε μια περίοδο κρίσης η οποία αποτυπωνόταν με τα τότε οικονομικά στοιχεία του ελληνικού κράτους, του υψηλού χρέους, και τα ελλείμματα.
Είχε ξεκινήσει από την δεκαετία του ’90 η νεοφιλελεύθερη επίθεση απέναντι σε εργασιακά δικαιώματα, σε μισθούς, σε συντάξεις. Αυτή η επίθεση θα εντεινόταν. Ήταν σαφές ότι θα γινόταν πιο άγρια, όλο και πιο άγρια και παράλληλα η μονοκρατορία τότε του καπιταλισμού από την δεκαετία του ’90 έκανε το σύστημα να πιστεύει ότι μπορεί να κάνει τα πάντα σε όλο τον πλανήτη και όπου επειδή δεν πήγαινε η παγκοσμιοποίηση του καπιταλισμού με τις αγορές, πήγαιναν με τα όπλα, με αποτέλεσμα να υπάρχουν σειρά πολέμων οι οποίοι έγιναν υπό το δόγμα του πολέμου κατά της ‘‘τρομοκρατίας’’. Και μέσα στα πλαίσια αυτού του δόγματος έγιναν και οι αλλαγές οι νομοθετικές στην Ελλάδα.
Μόνο που εδώ πέρα ήταν σαφής ο εχθρός. Ο εχθρός ήταν οι ένοπλες οργανώσεις.
Όπως είπε και ο σύντροφος Μαζιώτης βέβαια ο πόλεμος κατά της ‘‘τρομοκρατίας’’ παρ’ όλο που πήρε αυτά τα χαρακτηριστικά σε παγκόσμιο επίπεδο στην δεκαετία του 2000 είχε ξεκινήσει από πολύ πιο πριν και αφορούσε τον εσωτερικό εχθρό.
Ο εσωτερικός εχθρός ήταν οι πολιτικοί αντίπαλοι του καθεστώτος μέσα στον ανεπτυγμένο κόσμο.
Αλλά η ένταση αυτού του πολέμου όπως και η ένταση της νεοφιλελεύθερης επίθεσης αφορούσαν σε ζητήματα που έχουν να κάνουν με την αναπαραγωγή του συστήματος το οποίο βρισκόταν, έμπαινε και βρισκόταν σε κρίση.

Το ελληνικό κράτος ξεκίνησε την επίθεση με σειρά νομοθετικών αλλαγών και νεοφιλε-λεύθερων μέτρων εις βάρος της κοινωνικής πλειοψηφίας και άρχισε σιγά-σιγά και η νεοφιλελεύθερη συναίνεση να φθίνει. Παρ’ όλα αυτά υπήρχε η δυνατότητα του δανεισμού. Η οικονομία έπαιρνε όλο και περισσότερο τον χαρακτήρα μιας παγκόσμιας οικονομίας του χρέους. Το χρέος άρχισε να διογκώνεται παντού.
Με το χρέος προσπαθούσε να αναπαραχθεί το ελληνικό καθεστώς. Με το χρέος, με την πολιτική προώθησης των δανεικών στην ελληνική κοινωνία προσπαθούσε να ισοσκελίσει τη μείωση των μισθών και των συντάξεων ώστε να υπάρχει η δυνατότητα κατανάλωσης του παραγόμενου προϊόντος και να μπορεί το σύστημα να αναπαράγεται.
Μέσα από τα δανεικά και μέσα από τα χρέη άρχισαν να δημιουργούνται φούσκες,
Βέβαια προωθούσαν την ανάπτυξη αλλά παράλληλα υπονόμευαν το ίδιο το σύστημα. Αυτά τα είχε προβλέψει ο Επαναστατικός Αγώνας και τα έχει καταγράψει.

Όταν ξεκίνησε την δράση του ο Επαναστατικός Αγώνας, η πρώτη ενέργεια ήταν η επίθεση στα δικαστήρια της πρώην σχολής Ευελπίδων.
Αυτό ήταν ενταγμένο μέσα σε μια απάντηση σε σχέση με τον πόλεμο κατά της ‘‘τρομο-
κρατίας’’. Ήταν και η αφετηρία της δράσης του Επαναστατικού Αγώνα ενάντια στον διττό πολιτικοστρατιωτικό χαρακτήρα της παγκοσμιοποίησης του συστήματος: Την νεοφιλελεύθερη επίθεση και τον πόλεμο κατά της ‘‘τρομοκρατίας’’. Ο στόχος του Επα-ναστατικού Αγώνα ήταν διπλός: Η ανάδειξη μέσω χτυπημάτων των παρακάτω ζητημάτων, και η προσπάθεια θεωρητικής αποδόμησης της κυριαρχίας. Παράλληλα ο Επαναστατικός Αγώνας όφειλε να αντιμετωπίσει τα όρια των αγώνων στην χώρα και να μπει στην ημερήσια πολιτική διάταξη το ζήτημα της επανάστασης. Η ανάδειξη των παραπάνω ζητημάτων έγινε αρχικά με συμβολικά χτυπήματα.
Όσον αφορά την απάντηση στον πόλεμο κατά της ‘‘τρομοκρατίας’’ έγιναν συγκεκριμένες ενέργειες, όπως ήταν η επίθεση στην κλούβα των ΜΑΤ στην Πέτρου Ράλλη, η επίθεση στα δικαστήρια της πρώην σχολής Ευελπίδων, η επίθεση στο αστυ-νομικό τμήμα της Καλλιθέας.

Εδώ να κάνω μια παρένθεση και να μιλήσω σχετικά με την προσφορότητα των δρά-σεων αυτών. Αυτή η ενέργεια ενάντια στο αστυνομικό τμήμα της Καλλιθέας έγινε 100 μέρες πριν από την έναρξη των ολυμπιακών αγώνων. Παρ’ όλο που ήταν επίθεση  μικρής εμβέλειας όσον αφορά τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν, προκάλεσε μια κατάρ-ρευση του χρηματιστηριακού δείκτη του Χονγκ Κονγκ. Στην άλλη άκρη του κόσμου.
Δηλαδή ήταν τόσο μεγάλη η ένταση και ο φόβος ενός πιθανού χτυπήματος στην Ελλάδα ενόψει των ολυμπιακών αγώνων που μια μικρού βεληνεκούς ενέργεια επέφερε κατάρρευση χρηματιστηριακού δείκτη στην άλλη άκρη του κόσμου.
Αυτό έχει να κάνει και με την δομή του συστήματος για την οποία θα μιλήσω πιο συγκεκριμένα αργότερα. Αυτή η αλληλοδιασυνδεσιμότητα που υπάρχει μέσα στο σύστημα τα τελευταία χρόνια καθιστά δυνατή την αναπαραγωγή του σε ένα παγκόσμιο επίπεδο, αλλά παράλληλα το καθιστά ευάλωτο ώστε ο κίνδυνος σε κάθε σημείο του πλανήτη να λειτουργεί πολλαπλασιαστικά χτυπώντας ενδεχομένως ακόμα και κέντρα τα οποία είναι πολύ μακριά από το σημείο που μπορεί να δημιουργηθεί μια επίθεση. Ο Σόρος το είχε πει σαφώς: Ότι οι αγορές – για τις αγορές μιλάμε – είναι σαν αγέλες από αντιλόπες. Δεν τρέχουν όταν βλέπουν τον κίνδυνο μπροστά τους όταν παρουσιάζεται το λιοντάρι. Τρέχουν στην ιδέα ότι μπορεί να παρουσιαστεί ένας κίνδυνος. Αυτό ήταν ένα συμπέρασμα που είχε βγάλει και ο Επαναστατικός Αγώνας και πίστευε ότι η ένοπλη δράση μπορεί να αξιοποιεί αυτή την συνθήκη.
Αυτός ο φόβος και η ευμεταβλητότητα που προκαλεί έχει να κάνει με την γνώση ότι το σύστημα δεν είναι τόσο σταθερό, είναι ιδιαίτερα ευάλωτο. Είναι ιδιαίτερα ευάλωτο σε χτυπήματα ακόμα και μικρού βεληνεκούς. Πόσο μάλλον να έχεις μια ισχυρή ένοπλη επαναστατική οργάνωση στην Ελλάδα, ιδίως μέσα στις συνθήκες της κρίσης. Το σύστη-μα αυτή τη στιγμή δεν πατά πουθενά σε πραγματικές καταστάσεις ανάπτυξης και παραγωγής. Αν τότε η αναπαραγωγή του συστήματος βασιζόταν σε φούσκες, σήμερα αυτή η συνθήκη ισχύει στο πολλαπλάσιο. Και αυτός είναι ένας παράγοντας που καθι-στά ευάλωτο το σύστημα. Δηλαδή, είναι ευμετάβλητο.
Φοβούνται την ένοπλη δράση. Μόνο που αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει αντίπαλο πολιτικό  δέος στο βαθμό που θα έπρεπε να υπάρχει.

Ο Επαναστατικός Αγώνας χτυπούσε αρχικά το δίπολο νεοφιλελευθερισμός και πόλεμος
κατά της ‘‘τρομοκρατίας’’.
Όσον αφορά το ζήτημα της νεοφιλελεύθερης επίθεσης του ελληνικού κράτους οι πρώτες ενέργειες στο υπουργείο Οικονομίας και στο υπουργείο Απασχόλησης θέλανε να αναδείξουν ακριβώς αυτό το ζήτημα. Δηλαδή, ότι δεν πρέπει να μείνουν ανα-πάντητες οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές, το ξήλωμα των εργασιακών σχέσεων, η μείωση των μισθών, το χτύπημα στις συνδικαλιστικές και εν γένει στις εργασιακές σχέσεις.
Το χτύπημα ενάντια στο υπουργείο Οικονομικών έγινε ενόψει ενός προϋπολογισμού ο οποίος ήταν από τους σκληρότερους της εποχής. Με μεγάλες περικοπές σε ζητήματα που αφορούσαν την δημόσια ζωή, τις εργασιακές σχέσεις, τους μισθούς.
 Όσον αφορά το πρόβλημα του χρέους, τις συνθήκες της ελληνικής οικονομίας τότε, και
τι έκαναν οι ελληνικές κυβερνήσεις αυτά αποτυπώνονταν στην προκήρυξη για το υπουργείο Απασχόλησης. Θα ήθελα να διαβάσω μια παράγραφο.
Γράφαμε τότε ως Επαναστατικός Αγώνας:
‘‘Είναι αλήθεια πως η Ελλάδα βρίσκεται σε δεινή οικονομική θέση. Είναι αλήθεια πως το ελληνικό κράτος αναζητά συνεχώς τόπους συγκέντρωσης χρημάτων για να πληρώνει τόκους προηγούμενων δανείων σε ημεδαπούς και αλλοδαπούς χρηματοπιστωτικούς οίκους. Είναι αλήθεια πως μια ενδεχόμενη κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας δεν βρίσκεται στη σφαίρα της φαντασίας. Είναι αλήθεια επίσης πως το χρέος είναι αποτέλεσμα της συστηματικής ενίσχυσης του κεφαλαίου από το ελληνικό δημόσιο, όπως προαναφέραμε. Είναι αποτέλεσμα μιας ταξικής πολιτικής του ελληνικού κράτους που ευνοεί τους ισχυρούς και στρέφεται ενάντια στους ανίσχυρους, είναι μια ταξική επιλογή αναδιανομής του πλούτου από κάτω προς τα πάνων και στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται οι πολιτικές για τη μείωση του χρέους και για την επίλυση του οικονομικού προβλήματος.
Ό, τι χρήματα πρόκειται να μαζευτούν στα δημόσια ταμεία για να τραφεί περισσότερο το ήδη υπερτροφικό χρηματιστικό κεφάλαιο θα μαζευτούν από την ενισχυμένη αφαίμαξη των χαμηλών στρωμάτων. Και το ελληνικό κράτος θα επισπεύσει τη διαδικασία προσαρμογής της ελληνικής κοινωνίας στην οικονομική παγκοσμιοποίηση προκειμένου να ανατρέψει την πορεία φυγής κεφαλαίων από την Ελλάδα’’.
Αυτό δεν θυμίζει κάτι από σήμερα;
Δηλαδή, αυτή τη στιγμή το ελληνικό επιβάλλει μέτρα για να μαζεύει χρήματα ώστε να αποπληρώνει προηγούμενους τόκους. Στην πραγματικότητα
το ελληνικό κράτος νομοθετεί και εφαρμόζει νόμους και πολιτικές που έχουν ως στόχο απλώς να συντηρούνται οι δανειστές. Ξεπληρώνονται παλαιά χρέη. Αυτό που ζούμε σήμερα με τα μνημόνια, είναι μια ανακύκλωση χρεών, τίποτα περισσότερο. Δεν αφορά την επιβίωση της κοινωνικής βάσης. Αυτά θα τα πούμε στη συνέχεια.

Συνέχισε ο Επαναστατικός Αγώνας με την επίθεση στον υπουργό Γ. Βουλγαράκη. Δεν θα επεκταθώ ιδιαίτερα. Ο σύντροφος Μαζιώτης με κάλυψε ως προς αυτό. Ως προς το ποιόν του συγκεκριμένου ανθρώπου και τις δραστηριότητές του. Βέβαια ο Βουλγαράκης επελέγη με βάση την εμπλοκή του σε δύο σκάνδαλα, κυριολεκτικά ή σε εισαγωγικά.Το σκάνδαλο των υποκλοπών και το σκάνδαλο της απαγωγής των Πακιστανών.
Όσον αφορά το σκάνδαλο με τις απαγωγές των Πακιστανών θέλω να πω δυο λόγια.
Ήταν πολύ σημαντική εκείνη η ενέργεια μόνο και μόνο για εκείνο τον λόγο.
Ήταν η περίοδος όπου όλη η Ευρώπη έτρεμε απέναντι στον κίνδυνο των αντιποίνων από ισλαμιστές. Όταν έγινε αυτό, ο Επαναστατικός Αγώνας θυμάμαι που αναρω-τιόμαστε τότε ‘‘τι κάνει (ο Βουλγαράκης). Θα κάνει την Ελλάδα πεδίο αντιποίνων μόνο και μόνο από την ίδια του την πρακτική. Αυτό θα πρέπει να απαντηθεί’’.
Ήταν ένα μήνυμα που ήθελε ο Επαναστατικός Αγώνας να στείλει και εκτός συνόρων. Και εντός και εκτός.
Η δράση των ισλαμιστών είναι αντίποινα στους πολέμους της Δύσης ενάντια σε ολό-κληρους λαούς που τους εξοντώνουν μαζικά: γυναίκες, παιδιά, άμαχους. Νοσοκομεία βομβαρδίζονται. Σε όλη αυτή τη συνθήκη απαντάνε οι ισλαμιστές με τα μέσα που έχουν. Και η απάντηση είναι τυφλά χτυπήματα στα ευρωπαϊκά εδάφη.
Η ιστορία με την απαγωγή των Πακιστανών εκείνη την περίοδο, πραγματικά φοβό-μασταν ότι θα προκαλούσε αντίποινα μέσα στον ελλαδικό χώρο.
Η ενέργεια του Επαναστατικού Αγώνα ήταν μια απάντηση σε αυτό. Μια πρόταση περιφρούρησης, να το πω έτσι, της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στις πολιτικές οι οποίες προκαλούν τέτοιου είδους αντίποινα.
Ο Βουλγαράκης είναι ένοχος σε σχέση με αυτό. Ο Βουλγαράκης βέβαια, έχει εμπλακεί και σε πάρα πολλά άλλα σκάνδαλα. Και όχι μόνο ο Βουλγαράκης. Εκείνη την περίοδο είχε ξεκινήσει μια ολόκληρη διαδικασία αποκάλυψης σκανδάλων στα οποία εμπλέκον-ταν βουλευτές και υπουργοί της Ν.Δ που είχε φρίξει ο τόπος. Θυμάμαι ακόμα συνεντεύξεις που έπαιρναν δημοσιογράφοι από τους δρόμους το ’07 και το ’08, που ο κόσμος έλεγε ότι όλους αυτούς που είναι στο κοινοβούλιο θα πρέπει να τους κρεμά-σουμε στην πλατεία Συντάγματος. Τα έλεγαν στις τηλεοράσεις αυτά. Είχε φρίξει ο κόσμος από τα σκάνδαλα που έβγαιναν το ένα μετά το άλλο. Οι αποκαλύψεις εκείνων των σκανδάλων δεν σήμαινε βέβαια, ότι ‘‘ανακαλύψαμε τώρα την Αμερική’’.
Το σύστημα έτσι λειτουργεί. Οι πολιτικοί ειδικά, κινούνται με βάση το ατομικό συμφέρον και το ατομικό κέρδος. Ποιος έχει το μέλι στο δάχτυλο και δεν θα το γλείψει;
Ούτε ο Βουλγαράκης, ούτε κανένας από τους καθεστωτικούς πολιτικούς θα κάνει κάτι διαφορετικό. Δεν υπάρχει ηθική μέσα στο σύστημα.
Το ατομικό συμφέρον προάγεται από το ίδιο το σύστημα. Ένας που είναι επαγγελμα-τίας πολιτικός και έχει στα χέρια του κρατικά ταμεία, έχει εξουσία. Έχει προνόμια. Θα τα εκμεταλλευτεί στο έπακρο για να φτιάξει την περιουσία του.
Ο Βουλγαράκης είχε ξεκινήσει ως βουλευτής με πόσα ακίνητα –, δεν  θυμάμαι πόσα είπε ο σύντροφος Μαζιώτης –, και  κατέληξε με πόσα. Και μια περιουσία άλφα, κατέλη-ξε να την πολλαπλασιάσει μέσα σε λίγα χρόνια ως βουλευτής και ως υπουργός.
Αυτά είναι κλοπιμαία. Γι’ αυτό λέει ο Επαναστατικός Αγώνας ότι πρέπει να απαλλοτριωθούν οι μεγάλες περιουσίες. Ναι, ληστείες είναι. Ληστείες οι οποίες όμως αποκαλύπτονται και ως τέτοιες. Δεν είναι κανένας ηλίθιος να πιστεύει ότι όλα αυτά τα κέρδισε ο Βουλγαράκης με τον ιδρώτα του.
Και δεν είναι ο μόνος. Όλα τα περιουσιακά στοιχεία των βουλευτών δείχνουν  το πώς ξεκίνησαν και το πώς έφυγαν από την πολιτική ζωή. Εννοείται ότι έφτιαξαν περιουσίες, πάρα πολύ μεγάλες, κλέβοντας.
Είναι κλέφτες, είναι εγκληματίες και είναι πολύ επικίνδυνοι για την κοινωνία και το κοινωνικό σύνολο. Και ο Βουλγαράκης είναι ένας από αυτούς.

Η επόμενη ενέργεια του Επαναστατικού Αγώνα ήταν η επίθεση ενάντια στην αμερικάνικη πρεσβεία. Πολύ σημαντική ενέργεια, όλοι το αναγνωρίζουν αυτό.
Θυμάμαι ότι η ελληνική κοινωνία πανηγύριζε. Υπάρχει μια πολιτική στάση γενικότερα για τον ρόλο του αμερικάνικου κράτους στα ελληνικά πράγματα, κυρίως στην Κύπρο και το πραξικόπημα των συνταγματαρχών. Το οποίο πραξικόπημα ήταν αμερικανοκίνητο και όλοι το αναγνωρίζουν αυτό. Οι μάρτυρες αστυνομικοί που φυλάσσουν την αμερι-κάνικη πρεσβεία, δήλωσαν άγνοια γιατί θεώρησαν ότι δεν πρέπει να μιλήσουν γι’ αυτό. Όμως όλος ο κόσμος γνωρίζει ότι η χούντα των συνταγματαρχών ήταν ένα επίτευγμα του αμερικανικού κράτους. Αυτοί το ευλόγησαν, αυτοί το στήριξαν. Η χούντα των συν-ταγματαρχών ήταν μια απάντηση στην πολιτική αστάθεια της εποχής εκείνης με τον κομμουνιστικό κίνδυνο και την δυνατότητα ενός ταχύτερου και πιο οργανωμένου και πιο ασφαλούς ανοίγματος της ελληνικής οικονομίας στο διεθνές κεφάλαιο.
Οι χούντες, τα πραξικοπήματα και η αντιπροσωπευτική δημοκρατία είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Και εδώ βρίσκεται το πρόβλημα στην θέση σας για το πολιτικό έγκλημα.

Δεν είναι ανατροπή του καθεστώτος τα πραξικοπήματα. Ανατροπή του καθεστώτος μόνο επαναστάτες σαν και εμάς μπορούν να κάνουν μαζί με τις κοινωνίες. Αυτό που κάνουν τα πραξικοπήματα είναι να μεταπηδούν από τον ένα πολιτικό πόλο της αντι-προσωπευτικής δημοκρατίας – στις  χούντες και τα πραξικοπήματα αναλόγως τι εξυπη-ρετεί καλύτερα σε κάθε χώρα και σε κάθε ιστορική συγκυρία τα συμφέροντα ενός παγκοσμιοποιημένου καπιταλιστικού συστήματος.
Και με βάση αυτή τη λογική επιβλήθηκαν και οι χούντες σε άλλες χώρες, όπως η Χιλή. Το ίδιο έγινε και στην Ελλάδα. Αυτό που λέτε δηλαδή ότι είναι πολιτικό έγκλημα το πραξικόπημα, και πως μόνο το πραξικόπημα χαρακτηρίζεται ως πολιτικό έγκλημα, είναι άτοπο. Τα πραξικοπήματα δεν επιφέρουν ανατροπή του συστήματος.
Το πέρασμα της δημοκρατίας σε ένα άλλο αυταρχικότερο, πιο ολοκληρωτικό και με στρατιωτικά μέσα επιβολής καθεστώς όπως είναι η χούντα, είναι μέσα στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος.
Τι είναι αυτό που εξυπηρετεί καλύτερα; Ή το ένα ή το άλλο. Τα αλλάζουμε, δεν έχουμε πρόβλημα. Και μάλιστα ο κρατικός μηχανισμός μπορεί να μείνει ο ίδιος. Δηλαδή, οι ίδιοι άνθρωποι που υπηρετούν μια αντιπροσωπευτική δημοκρατία, οι ίδιοι παραμένουν στη θέση τους σε μια χούντα. Κάποιοι μπορεί να φεύγουν αλλά κάποιοι μένουν.
Εξυπηρετούν το καπιταλιστικό σύστημα και γι’ αυτό δεν μιλάμε για ανατροπές των καθεστώτων. Απλώς μιλάμε για εναλλαγές σε μια πολιτική κατάσταση αναλόγως τι εξυπηρετεί καλύτερα το καθεστώς.

Η επίθεση ενάντια στην αμερικάνικη πρεσβεία κατηγορήθηκε ότι έβλαψε τις διμερείς σχέσεις Ελλάδας -  Η.Π.Α. Όχι ότι δεν ήταν επιδιωκόμενος στόχος. Το ελληνικό κράτος πάντα ήταν μαριονέτα του αμερικανικού κράτους, των διεθνών μεγάλων δυνάμεων. Βέβαια, τώρα στην εποχή μας έχουμε τις αγορές. Δεν είναι εθνικό το ζήτημα των αγορών. Έχουν πάρει διεθνή χαρακτήρα και ούτε ασχολούνται με τα συμφέροντα του άλφα ή του βήτα κράτους. Θα τα πούμε στη συνέχεια. Όμως ναι, επαπειλήθηκε η ισορροπία των ελληνοαμερικανικών σχέσεων εκείνες τις ημέρες.
Και θυμάμαι πραγματικά εκείνο το πολύ γελοίο περιστατικό το οποίο ήταν εκτός από το πρωτόκολλο των πολιτικών που η τότε υπουργός Εξωτερικών Ντόρα Μπακογιάννη, έτρεχε γονυπετής  στην αμερικάνικη πρεσβεία. Αυτό δεν προβλέπεται από το δικό τους πρωτόκολλο. Κανένας υπουργός καμιάς κυβέρνησης δεν πάει να ζητήσει συγνώμη από έναν πρέσβη οποιασδήποτε χώρας. Μόνο στην Ελλάδα γίνονται αυτά.
Μόλις έγινε το χτύπημα στην αμερικάνικη πρεσβεία το πρώτο που μάθαμε ήταν ότι ξύπνησε η Κοντολίζα Ράις τον Μπους και του είπε: Πρόεδρε, δεχόμεθα επίθεση στην Ελλάδα.
Ωραία στιγμή είναι αυτή για τον ελληνικό αγώνα, για τον παγκόσμιο αγώνα, για την Επανάσταση.
Δεχόμεθα επίθεση στην Ελλάδα. Και μάλιστα ήταν η μόνη επίθεση σε αμερικάνικη πρεσβεία ανεπτυγμένης χώρας στην πρόσφατη ιστορία. Γιατί είχε γίνει και παλαιότερα, αλλά όχι από μπροστά από τον θυρεό. Έχει να γίνει πολλά χρόνια με άλλα λόγια.
Και όσον αφορά εκείνη την περίοδο, μόνο σε χώρες της περιφέρειας γίνονταν επιθέσεις σε πρεσβείες και όχι από πολιτικά υποκείμενα σαν και μας. Οπότε σαν απάντηση η κ. Μπακογιάννη έτρεξε στην αμερικάνικη πρεσβεία να ζητήσει συγνώμη. Και αυτό ήταν πραγματικά η ανάδειξη της γελοιότητας του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Αναδείχθηκε πόσο μαριονέτες (πραγματικά) είναι οι Έλληνες πολιτικοί. Αυτό ήταν ένα γελοίο γεγονός για το ελληνικό κράτος.
Έμεινε στην ιστορία η επίθεση αυτή και ήταν από τις σημαντικότερες που έγιναν ποτέ.

Η επόμενη ενέργεια του Επαναστατικού Αγώνα που ήταν η επίθεση στο αστυνομικό τμήμα Περισσού έγινε κάτω από συγκεκριμένες κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες. Εκείνη την περίοδο θυμάμαι, ήταν οι κινητοποιήσεις για την παιδεία. Γίνονταν συγκρούσεις στους δρόμους. Υπήρχαν μαζικές κινητοποιήσεις πολλών φοιτητών και μαθητών και ο υπουργός Δημόσιας Τάξης, ο Βύρων Πολύδωρας - ο οποίος είχε πάει και αυτός στην αμερικάνικη πρεσβεία αν και τον είχε πάρει με το ζόρι η Μπακογιάννη, δεν ήθελε ο ίδιος να πάει -, είχε αναγγείλει ένα δόγμα για την ελληνική αστυνομία που έλεγε στους αστυνομικούς ‘‘είσαστε οι πραίτωρες’’. Δηλαδή, ‘‘ασκείτε χωρίς όρια την εξουσία σας ανεμπόδιστα μέσα στους δρόμους της πόλης’’. Και μάλιστα, επειδή δε-χονταν επιθέσεις οι αστυνομικοί μέσα στην ευρύτερη κοινωνική σύγκρουση και στον αναβρασμό που δημιουργούσαν οι κινητοποιήσεις εκείνης της περιόδου, κάποια στιγμή είχε βγει δημόσια ο Πολύδωρας και είχε πει ότι οι αστυνομικοί έχουν ευαίσθητα αντανακλαστικά και ότι μπορεί να αντιδράσουν στις επιθέσεις που δέχονταν.
Με αυτή την δήλωση έδινε το ελεύθερο στις αστυνομικές δυνάμεις να χρησιμοποιούν όπλα. Βγήκαν όπλα τότε από αστυνομικούς σε πορείες, μόνο που δεν είχαν σκοτώσει κανέναν ακόμα.
Τελικά ο Επαναστατικός Αγώνας έκανε αυτή την ενέργεια ως προειδοποίηση απέναντι σε αυτό που διαφαινόταν ότι θα γίνει.
Ήταν σίγουρος ο Επαναστατικός Αγώνας ότι θα γίνει αυτό που έγινε με τον Γρηγορόπουλο. Γιατί ήταν εντολή του Πολύδωρα. Τους έλυσε τα χέρια. Αυτός τους είπε, ‘‘παιδιά βγάλτε όπλα, ρίχτε’’. Και το έκαναν.
Το έκανε ο Κορκονέας και σκότωσε τον Γρηγορόπουλο.
Η επίθεση στο Α.Τ. Περισσού ήταν μία προειδοποίηση εφόσον προχωρήσουν και έχουμε νεκρό θα πρέπει ο Επαναστατικός Αγώνας να απαντήσει. Ήταν χρέος του Επαναστατικού Αγώνα ως ένοπλη οργάνωση να απαντήσει στην αστυνομική βία εφόσον υπάρχει νεκρός. Από την ενέργεια στον Περισσό δεν είχε κανέναν νεκρό ούτε τραυματία. Αυτή η ενέργεια ήταν προειδοποιητική.

Αυτό έγινε το ’08. Σκοτώθηκε ο Γρηγορόπουλος από σφαίρα αστυνομικού, του Κορκονέα, και έγινε η εξέγερση εκείνης της περιόδου.
Η απάντηση του Επαναστατικού Αγώνα δόθηκε με δύο (2) ενέργειες. Με την επίθεση στην κλούβα των ΜΑΤ στο Γουδή και στη συνέχεια στη διμοιρία των ΜΑΤ στο υπουργείο Πολιτισμού. Ήταν δεδομένο ότι έπρεπε να δοθεί ένα είδος απάντησης αντί-στοιχη με το μέγεθος της ενέργειας που είχε γίνει από την μεριά του κράτους ως αντίποινα. Κάτι το οποίο δεν είχε ξανακάνει ο Επαναστατικός Αγώνας, αλλά ήταν επι-βεβλημένο να γίνει. Δεν ήταν επιλογή από το πουθενά, ήταν μια απάντηση σε ένα συγκεκριμένο γεγονός. 

Η δολοφονία Γρηγορόπουλου το έχουμε ξαναπεί είχε βγάλει τον Επαναστατικό Αγώνα έξω από το πλαίσιο της δράσης που είχε δρομολογηθεί εν όψει της κρίσης. Γιατί η κρίση είχε φανεί ότι θα ξεκινήσει, θα χτυπήσει και την Ελλάδα, θα διαμορφωθούν νέες συνθήκες, και απέναντι σε αυτές θα έπρεπε να προσαρμόσει όλη την πολιτική της και την στρατηγική της η οργάνωση.
Αυτό έχει αποτυπωθεί και στις ίδιες τις ενέργειες και στον ίδιο τον λόγο του Επαναστατικού Αγώνα. Ανέβαινε το επίπεδο της σύγκρουσης με το καθεστώς. Ανέβαινε με την ίδια την κρίση του συστήματος. Και η υπόθεση Γρηγορόπουλου ήταν στα πλαίσια αναβάθμισης αυτής της σύγκρουσης με στρατιωτικά μέσα. Έπρεπε να προηγηθεί μια απάντηση σε αυτό το γεγονός για να περάσει στην συνέχεια ο Επαναστατικός Αγώνας στην υλοποίηση μιας στρατηγικής που θα έβαζε επί τάπητος την όξυνση της αντιπαράθεση με το καθεστώς. ‘‘Σηκώνεις το γάντι’’ της ταξικής αντιπα-ράθεσης την οποία ορίζει το καθεστώς και πρέπει να προσαρμοστείς με νέους όρους αγώνα. Τα συμβολικά χτυπήματα δεν αρκούσαν πλέον. Και από την άλλη, δίνονταν ευκαιρίες.
Οι ευκαιρίες ήταν ότι το καθεστώς θα γινόταν ευάλωτο, ότι θα επερχόταν η πλήρης απονομιμοποίησή του πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά με την επιβολή των μνημονίων. Συγχρόνως η ίδια η κρίση του συστήματος θα το καθιστούσε ιδιαίτερα ευάλωτο απέναντι σε ένοπλες μορφές δράσης. Που σημαίνει ότι παράλληλα με την ανάδυση κοινωνικών αντιδράσεων, θα υπήρχε ένα μείγμα κοινωνικοπολιτικό το οποίο θα ήταν πρόσφορο ώστε να δράσει με άλλους όρους ο Επαναστατικός Αγώνας για να μπορέσει να συμβάλλει στην αποσταθεροποίηση έως και την ανατροπή του καθεστώτος. Μπορεί να συμβάλλει καθοριστικά μια ένοπλη οργάνωση άμα είναι ισχυρή και μεγάλη. Αλλά οι επαναστάσεις, είναι η αλήθεια, δεν γίνονται από οργανώσεις, γίνονται από τις κοινωνίες, από τις κοινωνικές πλειοψηφίες.
Αλλά αυτό μπορούσε να δουλευτεί από το ’08 και μετά. Ο Επαναστατικός Αγώνας απευθυνόμενος παράλληλα στην κοινωνία και τους χώρους αντίστασης, δήλωνε προς κάθε κατεύθυνση ότι πρέπει να εντείνουμε τον αγώνα. Ότι έχουμε μια ευκαιρία. Αυτή την ευκαιρία δεν πρέπει να την αφήσουμε να χαθεί. Γιατί πολύ απλά ή θα κάνουμε εμείς το βήμα και θα ανατρέψουμε το καθεστώς ή το αποτέλεσμα της πολιτικής ανακολουθίας θα είναι η καταστροφή όλων μας.     
    
Αισίως φτάσαμε στην κρίση του 2008, μέσα από μια ιστορική αναδρομή. Και όπως είπα και πριν ο Επαναστατικός Αγώνας είχε αποφασίσει να προσαρμόσει την πολιτική και την επιχειρησιακή του δράση μέσα σε ένα νέο περιβάλλον έτσι όπως θα διαμορφω-νόταν από την κρίση. Εφόσον το σύστημα θα ανέβαζε τον πήχη της κοινωνικής και ταξικής σύγκρουσης με νέες επιθέσεις πολύ πιο οξυμένες λόγω της κρίσης, όφειλε και ο Επαναστατικός Αγώνας να προσαρμοστεί αναλόγως μέσα από ενέργειες. Έτσι έγιναν
οι επιθέσεις ενάντια στη Citibank, την τράπεζα Eurobank και το χρηματιστήριο.
Η επιλογή των συγκεκριμένων στόχων είχαν γίνει μέσα από μια ανάλυση η οποία αποτυπωνόταν και στις προκηρύξεις της οργάνωσης σε σχέση με τους υπαίτιους της κρίσης.
Υπήρχε η αναγκαιότητα η στόχευση να είναι προς τα πάνω. Δηλαδή ο Επαναστατικός Αγώνας στόχευε ενάντια σε αυτούς τους θεσμούς και μηχανισμούς που ήταν οι πλέον υπεύθυνοι για την κρίση που είχε ξεσπάσει.

Η κρίση του 2008 όπως ξέρουμε ξεκίνησε από την Αμερική από την κατάρρευση της αγορά ενυπόθηκων δανείων στις ΗΠΑ. Και μετά μετατράπηκε σε κρίση χρέους για την Ελλάδα. Αυτή η εξέλιξη είχε προβλεφθεί. Την είχαμε διαγνώσει ως Επαναστατικός Αγώνας και είχαμε καταγράψει ότι τα αποτελέσματα της κρίσης και στην Ελλάδα. Η Ελλάδα λόγω των οικονομικών συνθηκών που υπήρχαν, θα βίωνε άσχημες στιγμές. Και μέσα σε όλο αυτό το πλαίσιο θα πέρναγαν μνημόνια, όπως και περάσανε.
Οπότε η δράση αυτή είχε σαν στόχο να αποτρέψει αυτή την εξέλιξη, δηλαδή την επέλαση των μνημονίων, τα οποία μνημόνια θα χρειάζονταν ένα σταθερό πολιτικό οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον για να επιβληθούν.
Η κοινωνία θα αντιδρούσε. Το ξέραμε. Αλλά παράλληλα έπρεπε να γίνουν δράσεις οι οποίες θα υπονόμευαν την προσέλκυση αυτών των κεφαλαίων, τα οποία όμως κεφά-λαια δεν είχαν ως στόχο την επίλυση βιοτικών προβλημάτων μέσα στον ελλαδικό χώρο, αλλά την επίλυση των προβλημάτων του χρέους, των τραπεζών, και του ελληνικού κράτους απέναντι σε πιστωτές, οι οποίοι πιστωτές μόνο την επιβίωση του ελληνικού λαού δεν επεδίωκαν.
Οπότε ήταν ξεκάθαρο για μας – το  γράφαμε από παλιά και το γράφαμε και όταν μπήκαμε στη φυλακή όπου υπογράφαμε με το όνομά μας –, ότι η επίλυση της κρίσης του συστήματος προϋποθέτει την καταστροφή της χώρας και του ελληνικού λαού. Αυτό
πραγματώθηκε και φαίνεται πόσο πραγματικό είναι όσο περνάει ο καιρός. Το λένε και τα ίδια τα νούμερα.
Επίσης θέλω να επισημάνω κάτι που είπα από την αρχή. Ότι αυτό το καθεστώς είναι παράνομο. Παράνομο ακόμα και με τους δικούς σας όρους, τους ποινικούς όρους.
Παρανομεί συστηματικά. Το σύνταγμα το έχουν κουρελιάσει, άρθρα τα οποία μιλάνε για την υπεράσπιση της ιδιωτικής περιουσίας από το κράτος στο βαθμό όμως που δεν βλάπτει το κοινό συμφέρον και την κοινωνική πλειοψηφία, έχουν παραβιαστεί. Άρθρα σαν αυτό δεν αφορούν το σήμερα. Το κράτος αυτό υπερασπίζεται την ιδιοκτησία των ολίγων εις βάρος των συμφερόντων των πολλών. Και αυτό είναι αποδεδειγμένο από τους ίδιους τους αριθμούς, από την ίδια την εξέλιξη των πραγμάτων.
Τα ίδια τα μνημόνια είναι η ανακύκλωση του χρέους και αυτό γίνεται εις βάρος μιας κοινωνικής πλειοψηφίας. Με τα μνημόνια που πέρασαν δώσανε στην Ελλάδα μέχρι στιγμής, με το α΄ και β΄ μνημόνιο 226,7 δισεκατομμύρια ευρώ. Πού πήγαν όλα αυτά τα λεφτά; Την έρευνα δεν την έκαναν Έλληνες, την έκαναν κάποιοι Γερμανοί οικονομολόγοι. Και πού κατέληξαν αυτά τα χρήματα;
139,2 δις, δηλαδή περισσότερο από το 64% αυτών των χρημάτων, χρησιμοποιήθηκαν για την αποπληρωμή του χρέους και την εξυπηρέτηση τόκων, δηλαδή σε χρηματοπιστωτικούς οίκους, κλπ.
37,2 δις, δηλαδή το 17% των χρημάτων δόθηκαν στις τράπεζες, στις τσέπες των τραπεζιτών. Οι ελληνικές τράπεζες είναι χρεοκοπημένες όλες. Και οι ευρωπαϊκές. Οι ελληνικές τράπεζες έχουν πρόβλημα επιβίωσης και συντηρούνται με τα χρήματα που παίρνουν από τα μνημόνια, από τα πακέτα στήριξης και τα οποία οφείλει να ξεπλη-ρώσει ο ελληνικός λαό. Αυτό είναι δεδομένο, έτσι;
Όσον αφορά τις ευρωπαϊκές τράπεζες αυτές και αν είναι χρεοκοπημένες. Μεγαθήρια όπως η Deutche Bank κάθονται πάνω σε μια βόμβα χρέους η οποία κάποια στιγμή θα εκραγεί. 50 τρις είναι μόνο το χρέος που έχει η Deutche Bank σε παράγωγα. Δεν είναι αμελητέα ποσά.

Τα 29,7 δισεκατομμύρια από αυτά τα πακέτα ή το 14% των χρημάτων δόθηκαν ως
κίνητρα στην οικονομική ελίτ για να συμμετέχει στο σχέδιο κουρέματος του ελληνικού χρέους το 2012, η μόνη κίνηση που έγινε για το χρέος για να καταστεί βιώσιμο. Για να συμμετέχουν σε αυτό, δηλαδή για να καλύψουν την χασούρα, να το πούμε έτσι, από τα ομόλογα που του ελληνικού δημοσίου που διακρατούσαν, πληρώθηκαν.
Τι έμεινε τώρα για τον ελληνικό λαό; 5% από όλα αυτά τα χρήματα.
Το 5%. Μόνο η συντήρηση του κρατικού μηχανισμού κοστίζει πολύ περισσότερο. Οπότε ούτε ευρώ δεν κατέληξε στην κοινωνική βάση.

Δηλαδή, υπογράφουμε μνημόνιο για να πάρουμε χρήματα τα οποία δεν αφορούν σε τίποτα, ούτε συντάξεις ούτε μισθούς ούτε τίποτα απ’ ότι λένε. Τώρα, ποιός πληρώνει;
Τα πακέτα οικονομικής στήριξης συνοδεύονταν από τα μνημόνια για να πάρουμε αυτά τα χρήματα, τα οποία δεν έφτασαν ποτέ προς τα κάτω. Τα μνημόνια περιείχαν μέτρα που κόστισαν 80 δις στον ελληνικό λαό.
80 δις μέτρα από περικοπές συντάξεων, περικοπές μισθών, περικοπές δαπανών στην υγεία, την ασφάλιση, την παιδεία. Όλα αυτά είναι 80δις. Που σημαίνει ότι όχι μόνο δεν πήρε τίποτα ο ελληνικός λαός, πληρώνει και από πάνω. Πληρώνει με το αίμα του. Αυτή είναι η αλήθεια.
Αυτό είναι ένα εγκληματικό καθεστώς. Και με βάση και το δικό σας ποινικό δίκαιο, έγκλημα κάνει. Το ποινικό δίκαιο λέει ότι έννομο αγαθό που προσβάλλεται το οποίο εξυπηρετεί το κοινό συμφέρον συνιστά ένα ποινικό αδίκημα. Αλλά αυτό για το οποίο μιλάμε, για το καθεστώς για το έννομο αγαθό που πρόσβαλε ο Επαναστατικός Αγώνας μόνο το κοινό συμφέρον δεν εξυπηρετεί.
Και το σύνταγμα το ίδιο λέει ότι το κράτος προστατεύει την περιουσία εφόσον αυτή δεν στρέφεται ενάντια στο κοινωνικό σύνολο. Όμως το κράτος μόνο αυτό δεν κάνει. Δηλαδή στην πραγματικότητα καταστρέφονται περιουσίες, καταστρέφονται άνθρωποι, καταστρέφονται ζωές, πεθαίνουν άνθρωποι, για να σωθούν ποιοί;
Ξέρετε ποιοί; Από αυτούς είναι ο Τζον Πόλσον ο οποίος έχει επενδύσει τα τελευταία χρόνια στις ελληνικές τράπεζες.
Αυτός ο ‘‘κύριος’’ ήταν ένας από τους πρωταγωνιστές της ιστορίας με τα subprimes στις Η.Π.Α ένας από αυτούς τους έξυπνους που πλούτισαν. Ένας τυχοδιώκτης, ένας εγκλη-ματίας που βλέπει ως μοναδικές ευκαιρίες τις ‘‘ασφαλείς’’ επενδύσεις σε καταστροφές χωρών. Σε καταρρεύσεις και σε χρεοκοπίες χωρών, τραπεζών, εταιρειών. Και αυτός τώρα ελέγχει ένα μεγάλο μέρος της Πειραιώς. Μέσω της Πειραιώς αυτός ο ‘‘κύριος’’ κρατάει στα χέρια του περισσότερη από τη μισή παραγωγική δομή της χώρας. Και υποτίθεται ότι αυτό είναι μια εύλογη, ωραία εξέλιξη για όλη την κοινωνία.
Αυτός είναι ένας. Υπάρχουν και άλλοι τέτοιοι γιατί μόνο τέτοιοι έρχονται εδώ.
Το 2014 όταν έγινε το χτύπημα στην Τράπεζα της Ελλάδος από τον Επαναστατικό Αγώνα, οι Financial Times έλεγαν τότε ότι ‘‘η ελληνική οικονομία δεν είναι ούτε σε ύφεση, ούτε σε ανάπτυξη, είναι νεκρή και πρέπει να την αφήσουμε να καταρρεύσει’’.
Όμως υπάρχουν κάποια κοράκια, τα λεγόμενα κοράκια του χρέους όπως ο συγκεκριμένος ‘‘κύριος’’ ο οποίος αυτές τις καταστροφές τις βλέπει ως ευκαιρίες.
Το ίδιο έκανε το 2008. Το ’08 στην αγορά των Αμερικανών με τα ενυπόθηκα δάνεια έγινε ένα πολύ μεγάλο πάρτι το οποίο βέβαια έγινε μακριά από εμάς. Τις επιπτώσεις αυτής της ιστορίας τις ζούμε εμείς τώρα. Αλλά είναι πολύ ενδεικτικό το τι έγινε τότε στις Η.Π.Α για να καταλάβουμε ποιο είναι αυτό το σύστημα το οποίο είναι τόσο σκιώδες, τόσο απροσπέλαστο, τόσο μη ελέγξιμο και τόσο φασιστικό όσο δεν έχει υπάρξει ποτέ στην ιστορία. Δηλαδή, άνθρωποι σαν τον συγκεκριμένο ‘‘κύριο’’ παίζουν με χρέη και επιφέρουν καταστροφές ανυπολόγιστες προκειμένου να αποκομίσουν κέρδη οι ίδιοι.
Αυτή είναι μια αμοραλιστική κατάσταση που δεν έχει υπάρξει όμοιά της. Πώς ξεκίνησε ιστορικά όλο αυτό; Υπάρχει μια ολόκληρη πορεία από την δεκαετία του ’90. Την δεκαετία του ’90 οι τράπεζες ήταν ακόμα σε καθεστώς περιορισμών. Αυτοί οι περιο-ρισμοί αφορούσαν την δυνατότητα να δανείζουν. Έπρεπε να έχουν κάποια κεφάλαια ως αποθεματικά για να μπορούν να δανείζουν σε έκταση τέτοια ώστε να κρατάνε κάποιους ισορροπημένους ισολογισμούς. Αυτό έπρεπε να ξεπεραστεί.
Η ίδια η δυναμική του συστήματος το ξεπέρασε. Πώς;

Γράφοντας οι τράπεζες στα παλιά τους τα παπούτσια κάθε νόμο και κάθε περιορισμό φτιάξανε τις λεγόμενες εταιρείες ειδικού σκοπού όπου τιτλοποιήσανε τα χρέη τους και τα παρουσιάζανε ως ενεργητικό στους ισολογισμούς τους. Οπότε άνοιγε ο δρόμος για να μπορούν να δανείζουν, και να δανείζουν, να δανείζουν..
Κεντρικές τράπεζες όπως η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των Η.Π.Α (FED) ή η Ε.Κ.Τ που μας κάνει κουμάντο τώρα και την οποία ο Επαναστατικός Αγώνας τη χτύπησε – άλλο έννομο αγαθό που υπάρχει για το ‘‘κοινό καλό’’ – ενισχύουν αυτή την ιστορία. ‘‘Το χρέος είναι ωραίο, οι φούσκες είναι καλές, είναι παραγωγικές, παράγουν πλούτο’’. Αυτά λένε οι κεντρικές τράπεζες. Παράγουν πλούτο για ποιους; Για τους από πάνω. Άμα στάξει και τίποτα προς τα κάτω, καλά είναι. Γιατί; Γιατί αυτός είναι ο στόχος μιας ανάπτυξης τέτοιου είδους. Οπότε άρχισε ο κόσμος να κάθεται πάνω σε μια βόμβα χρέους. Αυτό το χρέος άρχισε σιγά-σιγά να αυξάνεται. Κάποια στιγμή τα χρέη έφερναν κέρδη.. Τα κέρδη έφερναν περισσότερη απληστία, όλο και πιο πολλή απληστία, όλο και πιο πολύ χρέος. Αυτό έφερνε νέα δάνεια, όλο και πιο πολλά δάνεια.
Κάποια στιγμή αναρωτήθηκαν. ‘‘Πού αλλού να δανείσουμε; Ας δανείσουμε τους φτω-χούς Αμερικανούς που δεν έχουν τίποτα. Άνεργους, χωρίς εισοδήματα, χωρίς τίποτα, δεν πειράζει. Γιατί; Γιατί τα δάνεια που θα δώσουμε σε αυτούς, εμείς θα τα μετα-τρέψουμε σε κέρδη για μας. Τα τιτλοποιούμε, τα δίνουμε σε κάποιους άλλους και παίρνουμε και λεφτά από πάν’’. Και ποιοί είναι αυτοί που θα τα αγοράσουν;
Τιτλοποιούσαν λοιπόν κάποια «σκατένια» όπως έλεγαν και οι ίδιοι δάνεια τα οποία δεν πρόκειται ποτέ να αποπλήρωνε κανένας, τα πουλούσαν στα ασφαλιστικά ταμεία, τα πουλούσαν σε ασφαλιστικές εταιρείες, τα πουλούσαν σε πανεπιστήμια, σε κορόιδα.
Και αν υπήρχε και κανένας αφελής επενδυτής, που ήθελε να ασχοληθεί με αυτά, έμπαινε σε μια τράπεζα. Και του έλεγε η τράπεζα: ‘‘Κοίταξε, εγώ θα σε αναλάβω να σου επενδύσω σε ασφαλή επενδυτικά σχήματα και στοιχεία τα χρήματά σου. Δεν έχεις να χάσεις τίποτα’’.
Όλα αυτά τα δάνεια τα έπαιρναν και τα τιτλοποιούσαν μαζί με άλλα δάνεια κατά χιλιάδες σε ομόλογα. Με εκατό τέτοια ομόλογα που περιείχαν χιλιάδες δάνεια, πολλά από τα οποία ήταν στεγαστικά που δεν θα αποπληρώνονταν ποτέ, έφτιαχναν ένα CDO. Κανείς δεν ήξερε τι περιείχε ένα CDO. Τα έδιναν σε έναν οίκο πιστοληπτικής αξιολόγησης στις Η.Π.Α, τα βαθμολογούσαν με ΑΑΑ και τα πουλούσαν στα κορόιδα. Και όσο τα κορόιδα αγόραζαν, τόσο έφτιαχναν νέα και τόσο πλούτιζαν οι τράπεζες που τα έφτιαχναν. Αυτή η βιομηχανία παραγωγής CDO ήταν για χρόνια η καρδιά της Wall Street. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησαν ότι αυτό το ‘‘πάρτυ’’ δεν μπορούσε να κρατήσει για πάντα.
Και σου λένε οι ίδιοι: ‘‘Κοίταξε να δεις, άμα ανέβουν οι τιμές των ακινήτων στις Η.Π.Α έστω και ένα 7%, έχουν καταρρεύσει όλα. Οπότε τι κάνουμε; Επειδή δεν γίνεται να σταματήσουμε να κερδίζουμε από αυτή την ιστορία, θα ποντάρουμε στην πτώση’’. Αυτό έκανε ο κ. Πόλσον. Οπότε ανακάλυψαν νέα εργαλεία, τα ασφάλιστρα κινδύνου (CDS). ‘‘Θα ασφαλίσουμε αυτά τα ομόλογα τα οποία όπου να’ ναι καταρρέουν για να βγάλουμε εμείς λεφτά. Και θα ποντάρουμε στην καταστροφή τους, αυτά δηλαδή που δημιουργή-σαμε εμείς οι ίδιοι’’. Αυτή είναι η ιστορία, αυτό είναι το σύστημα.
Τα έφτιαξαν, τα πούλησαν, κατέστρεψαν εταιρείες, ποντάρανε στην καταστροφή τραπεζών όπως η Leaman Brothers, όπως η Solomon Brothers, η Bear Stream. Ποντάρανε οι ίδιοι ενάντια στον εαυτό τους. Κανένα έλεος. Κέρδισαν. Κέρδισαν πάρα πολλά. Και από τα λεγόμενα golden boys όπως μαθαίναμε μετά, κανένας τους δεν πλήρωσε ποτέ τίποτα. Γιατί; Γιατί γνωρίζουν πως στην απειλή μιας κατάρρευσης υπάρχουν οι κεντρικές τράπεζες που θα τους προστατεύσουν.
Και ποιός θα πληρώσει τα σπασμένα; Μα φυσικά οι λαοί, οι Αμερικανοί , οι Έλληνες, οι Ευρωπαίοι, αυτοί θα τα πληρώσουν. Πάντως να χάσουμε, δεν χάνουμε. Οπότε αυτή η κρίση έφερε καταστροφές, πού;
Η κατάληξη όλης αυτής της ιστορίας ήταν ότι πάγωσε η τραπεζική πίστη. Δεν κουνιό-τανε φύλλο στην τραπεζική αγορά. Και μέσα σε όλη αυτή την κατάσταση αναδείχθηκαν όλα τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας.
Οι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης που μέχρι τότε βαθμολογούσαν το ελληνικό χρέος
Με αλφάδια (Α,ΑΑ κλπ) άρχισαν από το 2008 να σφυροκοπούν την ελληνική οικονομία.
Ο Παπανδρέου τότε έλεγε πόσο άγριο πράγμα είναι οι αγορές. Ναι, εκεί που το ελλη-νικό χρέος ήταν ΑΑΑ κατέληξε σε junk, σκουπίδια, καθώς το βαθμολογούσαν στο τέλος με CCC. Tα ελληνικά ομόλογα ήταν για πέταμα.

Κανένας δεν μπορούσε να δανείσει το ελληνικό κράτος, οπότε υποχρεωτικά στα μνη-μόνια. Οι επιτελείς του Δ.Ν.Τ έλεγαν για την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ: ‘‘Πρώτη φορά βλέπουμε κυβέρνηση η οποία να μην διαπραγματεύεται τίποτα και να δέχεται τόσο απεχθείς όρους εποπτείας’’. Το ίδιο το Δ.Ν.Τ το είπε αυτό. Δεν είπε ‘‘κιχ’’ η τότε ελληνική κυβέρνηση.
Και πέρασε η τότε κυβέρνηση το μνημόνιο παράνομα. Ούτε προς ψήφιση από την ελληνική βουλή δεν πέρασε, όπως γνωρίζουμε. Το υπέγραψε ο Παπακωνσταντίνου με ένα υπουργικό διάταγμα και μετά το εφάρμοσαν. Όλες οι κυβερνήσεις βασίζονται στην κατάχρηση εξουσίας για να κυβερνούν. Δηλαδή, όλοι οι άνθρωποι πάνε και ψηφίζουν αντιπροσώπους οι οποίοι τους έχουν τάξει πράγματα τα οποία ποτέ δεν εφαρμόζονται, για πράγματα που δεν έχουν σχέση με αυτά που κάνουν. Η εξουσία τους βασίζεται στην εξαπάτηση. Αυτό και κατάχρηση εξουσίας είναι και σφετερισμός της λαϊκής κυριαρχίας.  Σφετερίζονται την λαϊκή κυριαρχία. Το κάνανε απροκάλυπτα με τα μνημό-νια. Το μνημόνιο ήταν μια παράνομη διαδικασία και ειδικά όταν έγινε το δημοψήφισμα. Αυτό και αν ήταν σφετερισμός της λαϊκής κυριαρχίας. Και με βάση το ακροτελεύτιο άρθρο του συντάγματος, το 120, αν υποθέσουμε ότι κάποιος θέλει να υπερασπιστεί το σύνταγμα – εγώ δεν είναι υπερασπίστρια του συντάγματος, να το ξεκαθαρίσουμε – έχει
το δικαίωμα να πάρει τα όπλα. Και ενάντια στην κυβέρνηση Παπανδρέου μα τα μνημόνια και ενάντια στην κυβέρνηση Τσίπρα με το δημοψήφισμα. Το δημοψήφισμα ο Τσίπρας το πέταξε στο καλάθι των αχρήστων. Το ΟΧΙ στα μέτρα της τότε σύμβασης που είχε πει ο ελληνικός λαός.
Οπότε είναι παράνομοι. Και με βάση τα δικά σας δεδομένα, με βάση το ίδιο το σύνταγμα, είναι παράνομοι.

Να ξαναγυρίσουμε τώρα στο ελληνικό ζήτημα. Ψήφισαν λοιπόν τα μνημόνια και ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Σας είπα που πήγαν τα λεφτά.
Όσον αφορά τις συνθήκες που βρέθηκαν οι άνθρωποι στη χώρα μας:
Λοιπόν σε 5 χρόνια οι Έλληνες έχασαν το 1/3 της αγοραστικής τους δύναμης.
Για τη φτώχεια:
Το όριο της ακραίας φτώχειας ορίζεται με βάση το μέσο εθνικό εισόδημα, δηλαδή το 60% του μέσου εισοδήματος. Μόνο που το μέσο εθνικό εισόδημα της Ελλάδας μειώ-νεται όσο περνούν τα χρόνια γιατί πολύ απλά, έχουμε περάσει σε συνθήκες ανέχειας, άρα μειώνεται και το μέσο όριο της φτώχειας. Της ακραίας φτώχειας. Και η έρευνα που επικαλούμαι το όριζε στα 182 ευρώ το μήνα. Ποιός επιβιώνει με τόσα; Αυτή η μέτρηση είναι του 2014. Κάτω από αυτό το όριο βρίσκονται 1.000.800 άτομα. Ζουν με λιγότερο από 182 ευρώ το μήνα. Ποιός επιβιώνει με αυτά τα λεφτά; Κανένας.
Αντιθέτως οι πλούσιοι έχουν αυξηθεί. Οι πλούσιοι στη χώρα μας έχουν αυξήσει τον πλούτο τους κατά 20%. Γιατί; Γιατί πολύ απλά τα μνημόνια εξυπηρετούν αυτούς, όχι τον ελληνικό λαό. Ο ελληνικός λαός θα πεθαίνει και αυτοί θα πλουτίζουν, δεν θα χάνουν, αύξησαν τον πλούτο τους κατά 20%. Έχουν αυξηθεί μάλιστα και σε αριθμό. Και παγκοσμίως έχουν αυξηθεί.

Κάποια στοιχεία τα έχω. Οι δισεκατομμυριούχοι παγκοσμίως αυξήθηκαν κατά 800 άτομα τα τελευταία χρόνια. Τα συνολικά περιουσιακά τους στοιχεία έχουν διπλασιαστεί μέσα σε αυτή την δεκαετία. Σε παγκόσμιο επίπεδο η συνολική περιουσία των κροίσων ξεπερνά τα 30 τρις δολάρια.
Αν σκεφτούμε ότι το παγκόσμιο ΑΕΠ, αν θυμάμαι καλά, είναι γύρω στα 45 τρις, η περιουσία τους προσεγγίζει το παγκόσμιο ΑΕΠ. Μη μιλάμε για τα στενά πλαίσια της Ελλάδας, η Ελλάδα δεν είναι τίποτα.Η Ελλάδα απλώς υπηρετεί αυτούς. Και κάποιους από ’δω οι οποίοι είναι πάρα πολύ λίγοι σε αριθμό αλλά η περιουσία τους αυξάνεται. Παρ’ όλη την κρίση, παρ’ όλα τα  μνημόνια, παρ’ όλες τις καταρρεύσεις, παρ’ όλες τις χρεοκοπίες υπάρχουν κάποιοι που πλουτίζουν. Πλουτίζουν από αυτά τα μνημόνια τα οποία δεν είναι τίποτε άλλο παρά προσφορές στους πλουσίους και ανακύκλωση των χρεών προς όφελος ενός χρηματοπιστωτικού συστήματος το οποίο ξέρει να βγάζει κέρδη από καταρρεύσεις και καταστροφές.
Ε, αυτό δεν είναι δημοκρατία, είναι τυραννία. Αυτό είναι τυραννία.
Και πώς να εξηγήσεις σε ένα μέσο άνθρωπο την σημασία γεγονότων όπως η κατάρρευση της αγοράς των subprimes; Είναι τόσο μακριά όλα αυτά από αυτόν. Πού να του εξηγήσεις την σημασία μιας σύμβασης μεταφοράς κινδύνου CDS επί ενός CDO με κάλυμμα subprime δάνεια; Όμως έχει μεγάλη σημασία γιατί καταρρέει ένα κομμάτι μιας τέτοιας αγοράς και απειλείται με κατάρρευση το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα.
Το ίδιο μπορεί να γίνει και με τα νέα αντίστοιχα επικίνδυνα εργαλεία τα CLO. Αντί των CDO, τώρα υπάρχουν τα CLO που δομούνται από επιχειρηματικά δάνεια. Στην ουσία είναι το ίδιο πράγμα. Και η φούσκα του χρέους μεγαλώνει αυτή τη στιγμή. Δηλαδή, περισσότερο και από το ’08 που έγινε το ‘‘μπραφ’’ ο κόσμος κάθεται πάνω σε ένα χρέος το οποίο είναι το μεγαλύτερο στην ανθρώπινη ιστορία. Και όλα αυτά είναι φούσκες, αέρας κοπανιστός. Κάποια απ’ όλα αυτά θα σκάσουν.
Και ποιος θα την πληρώσει; Οι από κάτω. Μα ήδη δεν έχουν πληρώσει πολλά; Ήδη έχουμε πληρώσει πολλά αλλά θα πληρώσουμε και άλλα. Ναι, γιατί συνεχίζεται το ‘‘παραμύθι’’.

Αυτή την εξέλιξη ο Επαναστατικός Αγώνας ήθελε να την σταματήσει. Ήξερε ότι η σωτηρία του συστήματος είναι σε αντίθεση και ενάντια στη σωτηρία της ελληνικής κοινωνίας και κάθε κοινωνίας, όχι μόνο της ελληνικής. Οπότε, για να το  αντιμετωπίσεις αυτό, εφόσον δεν υπάρχει καμία δυνατότητα αλλαγής εκ των έσω και βελτίωσης αυτού του συστήματος, ο μόνος τρόπος είναι η ανατροπή του. Για να επιβιώσουμε πλέον.
Όταν λέμε ανατροπή εννοούμε ότι κόβουμε κάθε σχέση με τις αγορές. Κάθε σχέση. Καμία σχέση με αυτούς τους εγκληματίες. Ο κ. Πόλσον που ήρθε εδώ πέρα ποντάρει στην καταστροφή, δεν ποντάρει σε καμία ανάπτυξη. Κάποια στιγμή όλα αυτά θα γίνουν σκόνη.

Δικαζόμαστε εμείς για ποιό πράγμα; Γιατί εναντιωθήκαμε σε όλη αυτή την εξέλιξη; Γιατί εναντιωθήκαμε στην καταστροφή της κοινωνικής πλειοψηφίας; Γιατί εναντιωνόμαστε στο θάνατο τόσων ανθρώπων; Γιατί εναντιωνόμαστε στη φτώχεια και την ανέχεια; Γιατί εναντιωνόμαστε σε μια συνθήκη που φέρνει ένα λαό σε κατάθλιψη και στην αυτοκτονία;
Θα ήταν υποχρέωση των ανθρώπων που έχουν συνείδηση και συναίσθηση της πραγματικότητας και που δεν τους νοιάζει το τομάρι τους, να είναι μαζί μας και όχι εναντίον μας. Να είναι μαζί μας. Οποιοσδήποτε έχει και την παραμικρή αίσθηση ότι μπορεί να υπάρξει ζωντανή κοινωνική αλληλεγγύη, μαζί μας θα έπρεπε να είναι, όχι εναντίον μας.
Αυτό το σύστημα όχι μόνο δεν είναι βιώσιμο, είναι εχθρικό, είναι εγκληματικό, είναι τρομοκρατικό. Αυτοί είναι τρομοκράτες. Και με αυτούς ο Επαναστατικός Αγώνας πήγε να τα βάλει και γι’ αυτό είμαστε εδώ πέρα.
Ήθελε να ανατρέψει αυτό το καθεστώς, και γι’ αυτό είμαστε εδώ. Και είχε και μια προοπτική, την επανάσταση. Όχι επανάσταση γενικώς και αορίστως, συγκεκριμένα το είπα και στην αρχή. Τα λέγαμε, τα λέμε και θα τα λέμε. Κόντρα σε κάθε αίσθηση ηττοπάθειας, παραίτησης, ο Επαναστατικός Αγώνας συνέχιζε κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες και μετά από απανωτά χτυπήματα. Δεν το βάζαμε κάτω.
Δεν το βάζαμε κάτω. Και γιατί δεν το βάζαμε κάτω; Γιατί πιστεύαμε στην ιστορική μας αποστολή πέρα και πάνω από κάθε προσωπικό συμφέρον στο τέλος- τέλος. Ακόμα και αν αυτό θα κόστιζε τη ζωή μας.

Έχουμε έναν νεκρό σύντροφο μέσα σε αυτόν τον αγώνα, τον Λάμπρο Φούντα.
Η καλύτερη τιμή, για μας, απέναντι σε αυτόν τον σύντροφο ήταν να συνεχίσουμε αυτό που έκανε και αυτό για το οποίο σκοτώθηκε. Γιατί ο Λάμπρος Φούντας σκοτώθηκε μέσα στα πλαίσια αυτού του αγώνα. Μιας συγκεκριμένης στρατηγικής αγώνα, ενόψει μιας συγκεκριμένης εποχής η οποία θα ερχόταν. Και αυτή η δράση απέβλεπε να γίνει εμπόδιο έστω και μικρό ώστε να μην περάσουν αυτά τα μνημόνια. Αν μπορούσαμε να τους διώξουμε όλους αυτούς τους επενδυτές, όλα αυτά τα κοράκια για τους οποίους υπογράφουν τα μνημόνια οι ελληνικές κυβερνήσεις σαν να είναι μαριονέτες τους προκειμένου να σωθεί αυτό το σύστημα για να μας έρθει μετά ένας Πόλσον ή οποιοσδήποτε άλλος και διάφορα κοράκια του χρέους να κάτσουν πάνω από τη χώρα. Ναι, θα ήταν καλύτερη η κατάρρευση και ας τα φτιάχναμε μόνοι μας από την αρχή. Γιατί αυτός είναι ένας αργός θάνατος και δεν πρόκειται να τελειώσει ποτέ.
Ενώ μια κατάρρευση του ελληνικού καθεστώτος το ’10 θα σήμαινε μια νέα αρχή για την κοινωνία.

Τιμάμε τον σύντροφο Λάμπρο Φούντα συνεχίζοντας και χωρίς να μιλάμε ούτε για ήττες, ούτε για παραίτηση, ούτε για τίποτα. Ο Λάμπρος Φούντας θα μείνει ζωντανός μέσα από την συνέχιση του ένοπλου επαναστατικού αγώνα, μέσα από την προτάγματα για την Επανάσταση, για την ανατροπή αυτού του εγκληματικού συστήματος. Κάναμε πράξη την συνέχεια της δράσης του Επαναστατικού Αγώνα και με την επίθεση ενάντια στην Τράπεζα της Ελλάδας. Όπως επίσης, κάναμε πράξη την συνέχιση του Επαναστατικού Αγώνα μέσα από τις επόμενη ενέργεια, την απόπειρα απόδρασης με το ελικόπτερο που επιχείρησα και την ανέλαβα προσωπικά.
Με αυτή την ενέργεια θέλαμε να χτυπήσουμε την ήττα, να χτυπήσουμε την καταστολή, να ανατρέψουμε κατασταλτική επιτυχίες του κράτους στην πράξη, να δείξουμε την αλληλεγγύη με ένα τρόπο ο οποίος δεν είναι μια απλή διακήρυξη. Να βάζεις τη ζωή σου σε κίνδυνο για όλα αυτά.
Και αυτό νομίζω ότι οι επαναστάτες έχουν χρέος να το κάνουν. Δηλαδή όταν λες ότι είσαι επαναστάτης, εννοείς ναι, ότι βάζεις το ατομικό συμφέρον πιο κάτω από το συλλογικό, το κοινωνικό συμφέρον και το ευρύτερο κοινωνικό-πολιτικό συμφέρον. Εμείς μιλάμε για αξίες και για ιδανικά, δεν μιλάμε για απόψεις.
Οπότε ο Επαναστατικός Αγώνας συνέχισε, η επίθεση στην Τράπεζα της Ελλάδας ήταν η καλύτερη απάντηση σε αυτό και στον θάνατο του Λάμπρου Φούντα και στα μνημόνια.

Η ΕΚΤ είναι ένας καθαρά εγκληματικός μηχανισμός. Μίλησα για την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των Η.Π.Α. Η ΕΚΤ κινείται ακριβώς στο ίδιο μοτίβο. Αυτή την περίοδο εφαρμόζει μια πολιτική ανακύκλωσης του ευρωπαϊκού δημόσιου και ιδιωτικού χρέους. Μια νέα φούσκα χρέους έχει δημιουργηθεί. Πώς θα λήξει αυτή η ιστορία; Θα καταρρεύ-σει όλη η Ευρώπη, θα καταρρεύσουμε ανά τμήματα; Πάντως σε γενικές γραμμές αυτό το μοντέλο θα το δούμε για άλλη μια φορά, βιώσιμο δεν είναι.
Και όλες αυτές οι μπούρδες περί ξεπεράσματος της κρίσης και των μνημονίων, πολύ γρήγορα θα αποδειχθούν λόγια του αέρα. Όπως ήταν λόγια του αέρα και αυτές οι εκτιμήσεις που έκαναν όταν μπήκαμε στο α΄μνημόνιο ότι θα βγούμε γρήγορα. Το χρέος έλεγαν θα μειωθεί. Από 110% του ΑΕΠ. Δηλαδή το χρέος αυξάνεται παρά το PSI. ‘‘Θα βγούμε’’ λένε ‘‘από τα μνημόνια’’. Δεν πρόκειται να βγούμε. Αν δεν λέγονται μνημόνια θα λέγονταν κάπως αλλιώς.

Με βάση τις συμφωνίες που έχει κάνει η κυβέρνηση, με την υπόσχεση περί πλεο-νασμάτων είναι ακριβώς η εγγύηση ότι δεν θα βγούμε ποτέ από την επιτήρηση. Και αν μετά από χρόνια βγούμε από αυτού του είδους την επιτήρηση θα είμαστε υπό την επιτήρηση των αγορών οι οποίες είναι εγκληματικές και οι οποίες μπορεί να σε στείλουν στο διάολο ανά πάσα στιγμή και αναλόγως τα συμφέροντά τους.
Οπότε είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε υπό αυτές τις συνθήκες για πάρα, πάρα πολύ καιρό και μάλιστα σε συνθήκες που θα να επιδεινώνονται συνεχώς.

Ο Επαναστατικός Αγώνας έχει αφήσει μια σοβαρή παρακαταθήκη. Πέρα απ’ όλα αυτά που είπα και αφορά τη δράση του και πού στόχευε, πού απέβλεπε, άφησε και μία παρακαταθήκη ενάντια στην ηττοπάθεια. Αυτή την παρακαταθήκη προσπάθησα να την
Υπηρετήσω και εγώ όσο ήμουν έξω μόνη μου (εννοώ χωρίς το σύντροφο Μαζιώτη).
Η ηττοπάθεια, η κοινωνική ηττοπάθεια και η ‘‘κινηματική ηττοπάθεια’’ που φέρνει η καταστολή, όλα αυτά δεν με αγγίζουν. Και αποφάσισα να συνεχίσω μέχρι που με έπιασαν και ήρθα εδώ πέρα.
Οπότε θα συνέχιζα τη δράση του Επαναστατικού Αγώνα αν δεν είχα συλληφθεί. Αλλά πιστεύω ότι και αυτή η δίκη έχει την πολιτική σημασία της. Γι’ αυτό είμαι εδώ και μιλάω. Δεν πιστεύω ότι είναι πολιτικά αδιάφορη αυτή η δίκη. Και πιστεύω ότι ο Επαναστατικός Αγώνας, παρ’ όλα τα χτυπήματα – το χα πει και έξω, το λέω και τώρα – παρ’ όλα τα χτυπήματα απ’ όπου και να προέρχονται, όχι μόνο δεν έχει ηττηθεί, αλλά το πρόταγμά του και η πολιτική του δεν έχει δοκιμαστεί ακόμα.

Είπα και στην αρχή ότι αν δεν με είχαν συλλάβει δεν θα ήμουν εδώ, οπότε δεν θα είχα συμμετάσχει και στο δικαστήριο. Σε σχέση με τις ποινές δεν με αφορούν προσωπικά αλλά θέλω να πω δυο λόγια όσον αφορά την πολιτική διάσταση που μπορεί να έχουν ορισμένες κατηγορίες. Η μία κατηγορία η οποία θεωρώ ότι προσβάλει την οργάνωσή μου είναι η κατηγορία που μας προσάπτει το προηγούμενο δικαστήριο σε σχέση με τον δόλο όσον αφορά τραυματισμούς.
Αυτό αφορούσε το υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, ειδικά. Σε σχέση με το υπουργείο Οικονομικών μιλήσαμε κατά την διαδικασία. Δεν θα επεκταθώ πολύ, αλλά οφείλω να πω κάποια πράγματα. Ο δόλος του Επαναστατικού Αγώνα αφορούσε αμιγώς τους προσβαλλόμενους στόχους. Από εκεί και πέρα σε σχέση με το τι συνέβη από λάθη άλλων όπως ήταν η αστυνομία στο υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, όχι μόνο δεν ήταν δικιά μας ευθύνη, αλλά εμείς επικρίναμε τα λάθη ή τις παραλείψεις ή και τις σκόπιμες κινήσεις. Γιατί περισσότερο αποδείχθηκε ότι οι παραλήψεις αυτές είχαν μια σκοπιμότητα, παρά ότι έγιναν λόγω αμέλειας.
Αλλά σε σχέση με όλες αυτές τις εξελίξεις το να μας προσάπτει κάποιος όπως έκανε ο εισαγγελέας στο προηγούμενο δικαστήριο, αποδοχή των παράπλευρων απωλειών, αυτό είναι, μεγάλη προσβολή για μένα. Αυτό είναι δουλειά της ελληνικής αστυνομίας να το κάνει.

Ο Επαναστατικός Αγώνας έκανε συγκεκριμένες ενέργειες. Έπαιρνε προειδοποιητικά τηλεφωνήματα, κάποιες φορές και διπλά, ενημέρωνε ακριβώς στα σημεία που θα έπρεπε να πάει η αστυνομία, ακριβώς στα σημεία όπου έπρεπε να αποκλειστούν. Από εκεί και πέρα το αν πήγαινε ή δεν πήγαινε η αστυνομία και το τι είδους αποκλεισμούς έκαναν, είναι μια συζήτηση που όμως δεν αφορά τις προθέσεις του Επαναστατικού Αγώνα. Τουλάχιστον όσον αφορά το υπουργείο Οικονομικών  έγινε ένα δικαστήριο που αποδείχθηκε ότι έγιναν λάθη από την πλευρά της αστυνομία. Σε αυτό το δικαστήριο εδώ φάνηκε ότι δεν ήταν και τόσο λάθη από αμέλεια αυτά που έγιναν. Τα προειδοποιητικά τηλεφωνήματα ήταν σαφή ότι πρόκειται για τον συγκεκριμένο χώρο και ήταν σαφείς οι εντολές για το τι έπρεπε να κάνουν. Παρ’ όλα αυτά, αυτό που έγινε στο υπουργείο Οικονομίας, κατ’ εμέ απ’ ότι φάνηκε από την διαδικασία εμπεριέχει ένα είδος δόλου από την μεριά της αστυνομίας.
Και δόλος είναι να ζητάς από τον φύλακα του υπουργείου να βγει από το υπουργείο να απομακρυνθεί, να φροντίζεις να τον σώσεις και παρ’ όλα αυτά να γνωρίζεις εσύ ότι μέσα υπάρχουν άνθρωποι που δουλεύουν, μετανάστες, και να λες ‘‘δεν υπάρχει κανείς’’. Και να ξέρεις ότι αυτοί μπορεί να τραυματιστούν. Εδώ υπάρχει δόλος. Αλλά δεν δέχομαι με τίποτα ότι υπήρχε οποιοσδήποτε δόλος από τον Επαναστατικό Αγώνα σε οποιαδήποτε ενέργεια για ‘‘παράπλευρες απώλειες’’. Ούτε ο ισχυρισμός του κ. εισαγγελέα στο προηγούμενο δικαστήριο, ο οποίος έλεγε ότι ‘‘έχουν γίνει λάθη, κατά το παρελθόν, το γνωρίζεις, άρα αποδέχεσαι τις παράπλευρες απώλειες’’. Τι λογική είναι αυτή; Καταρχήν καμία ενέργεια δεν είναι ίδια με την προηγούμενη δεύτερον, δεν γίνονται πάντα λάθη και υπάρχει συγκεκριμένη ευθύνη κάθε φορά για κάθε λάθος, το οποίο όμως, η ίδια η ιστορία αποδεικνύει ότι δεν αφορά την οργάνωση.
Απ’ ότι έχω διαβάσει σε σχέση με τον δόλο, αυτό που μας προσάπτουν εμάς δεν μας αφορά. Γιατί αν κάνω λάθος πείτε μου.
Παράδειγμα για τον δόλο α΄ βαθμού: Θέλει κάποιος να σκοτώσει κάποιον. Βάζει μια βόμβα στο αυτοκίνητό του – για να χρησιμοποιήσω το παράδειγμα της έκρηξης – και τον σκοτώνει. Αν μέσα στο αυτοκίνητο βρίσκεται και η γυναίκα του και ο δράστης γνωρίζει ότι η ενέργειά του θα την σκοτώσει παρ’ όλα αυτά προχωρά. Για τον οδηγό υπάρχει δόλος α’ βαθμού και για την γυναίκα του δόλος β΄ βαθμού. Κάποιος θέλει να καταστρέψει την ωραία κατοικία ενός ανθρώπου και βάζει μία βόμβα. Γνωρίζει ότι πιθανόν να βρίσκεται μέσα ο άνθρωπος και προχωρά στην ενέργειά του. Αυτός είναι δόλος τρίτου βαθμού για τον άνθρωπο. Αυτά είναι παραδείγματα δόλου τα οποία όμως δεν αφορούν τον Επαναστατικό Αγώνα. Δεν έχουν καμία σχέση με τον Επαναστατικό Αγώνα γιατί αυτός προνοούσε να εκκενώνονται τα κτίρια στα οποία έμπαιναν οι βόμβες και τα τετράγωνα γύρω-γύρω. Και σε αυτό επέμενε. Αν αυτά συνέβαιναν ήταν ευθύνη αποκλειστικά αυτών που αναλάμβαναν την εκκένωση.

Τώρα όσον αφορά το ζήτημα της απλής συνέργειας με το οποίο καταδικαστήκαμε για όλες τις ενέργειες. Δυο λόγια μόνο.
Εδώ δεν θεωρώ ότι προσβάλλομαι ως οργάνωση ή ως άτομο, - πολιτικά εννοώ -,  αλλά
νομίζω ότι υπάρχουν κάποια ζητήματα σε σχέση με αυτή την καταδίκη.
Η απλή συνέργεια σημαίνει ότι αν δεν υπήρχε η συνδρομή, υλική, ψυχική των ανθρώπων, - στην προκειμένη περίπτωση αυτών που ανέλαβαν την πολιτική ευθύνη -  δεν θα γίνονταν οι ενέργειες αυτές.
Έχει μια βαρύτητα η κατηγορία. Δεν σημαίνει ότι ούτως ή άλλως θα γίνονταν αυτές οι ενέργειες είτε υπήρχε η συνδρομή αυτή είτε όχι. Πρόκειται για καθοριστική συμβολή, έστω και με την έννοια της απλής συνέργειας στο να γίνουν αυτές οι ενέργειες, γιατί χωρίς αυτή την συμβολή δεν θα γίνονταν.
Και σε σχέση με την απλή συνέργεια ισχύει το εξής: Η απλή συνέργεια μπήκε εμβόλιμα και σχετίζεται με την κατάρρευση της κατηγορίας της ‘‘διεύθυνσης’’. Δηλαδή, είπε ο εισαγγελέας στο πρώτο δικαστήριο: ‘‘Δεν μπορούμε να τους κατηγορήσουμε για ‘‘αρχηγία’’, για την ‘‘διεύθυνση’’ γιατί εδώ το βροντοφωνάζουν, είναι αναρχικοί, δεν έχουν ιεραρχία, απεχθάνονται τους αρχηγούς, μια κοινωνία ισότητας θέλουν, τις οργανώσεις τους τις δομούν με τον ίδιο τρόπο κλπ, άρα δεν ισχύει η κατηγορία της ‘‘αρχηγίας’’.
Βέβαια ο πρόεδρος κάποια στιγμή στο προηγούμενο δικαστήριο είχε κάνει μία παρέμβαση: ‘‘Εντάξει’’ είχε πει. ‘‘Δεν υπήρχαν αρχηγοί, υπήρχε όμως ένα κέντρο .Του είχα πει τότε ότι εμείς δεν έχουμε κέντρα ούτε περιφέρειες. Αυτά είναι φαινόμενα του καπιταλισμού. Αλλά η απλή συνέργεια έρχεται να καλύψει το κενό σε σχέση με το ρόλο των μελών μέσα στην οργάνωση το οποίο συμπέρασμα βγαίνει με βάση την πολιτική στάση, όχι με βάση τα στοιχεία. Σου λέει, ‘‘οι κύριοι αυτοί, υπερασπίζονται την οργάνωσή τους. Άρα ως μέλη του έχουν έναν βαρύνοντα ρόλο. Άρα η δράση τους δεν μπορεί να είναι ισότιμη’’. Αυτός ο συλλογισμός εισάγει την κατηγορία της ‘‘διεύθυνσης’’ δια της πλαγίου.
Εγώ αυτό που θέλω να πω είναι ότι θεωρητικά, ιδεολογικά και αξιακά είμαστε αναρχικοί. Δεν έχουμε ούτε διευθυντές, ούτε διευθυνόμενους. Όπως έλεγε και ο Αισχύλος, ‘‘ούτε γαρ άρχειν ούτε άρχεσθαι εθέλω’’.
Εγώ παίζω τη ζωή μου κορόνα γράμματα και την έπαιξα για να μην υπάρχουν εξουσίες. Δεν θα επέτρεπα καμιά μορφή εξουσίας μέσα στην οργάνωση που δρούσα.
Αν τώρα, πιστεύουν ότι πρέπει να δικάσουν την πολιτική συνέπεια κάποιου, παρουσιάζοντας αυτή την συνέπεια ως τεκμήριο για την ύπαρξη ‘‘διεύθυνσης’’, αυτό προφανώς γίνεται για να μπορούν να επιβληθούν μεγαλύτερες ποινές.
Αυτά τα δύο είχα να πω σε σχέση με το ποινικό σκέλος της υπόθεσης. Δεν έχω να πω κάτι άλλο. Απλά θέλω να κλείσω την τοποθέτησή μου αναφερόμενη στην σημασία του Επαναστατικού Αγώνα.

Η σημασία του Επαναστατικού Αγώνα είναι διαχρονική. Ήταν τεράστια η συμβολή στην ιστορία του επαναστατικού κινήματος κάτι που έχει αναγνωριστεί και διεθνώς όχι μόνο στην Ελλάδα. Πιστεύω ότι έχει ανοίξει ένα δρόμο και υπάρχουν πολλές δυνάμεις οι οποίες θέλουν να μην μείνει ανοιχτός αυτός ο δρόμος. Εγώ θα συνεχίσω να αγωνίζομαι ώστε να μείνει ο Επαναστατικός Αγώνας ζωντανός και να μην ηττηθεί ποτέ.
Γιατί ο Επαναστατικός Αγώνας δεν θα ηττηθεί



Συμπληρωματική πολιτική τοποθέτηση Πόλας Ρούπα, στο Εφετείο της 1ης δίκης του Επαναστατικού Αγώνα
Θέλω να κάνω μια συμπληρωματική κατάθεση σε σχέση με την υπόθεση.
Την πολιτική κατάθεση που έκανα πριν από κάποιες ημέρες(11/9) θέλω να την συμπληρώσω με άλλη, μία σύντομη.

Αυτή η δίκη είναι μια δίκη που διεξάγεται ενάντια στον Επαναστατικό Αγώνα. Ο Επαναστατικός Αγώνας στάθηκε τόσο πρωτοδίκως όσο και στο εφετείο απέναντι σε ένα ειδικό δικαστήριο. Για την πρωτόδικη διαδικασία είχαμε εκδώσει ένα βιβλίο με τις πολιτικές τοποθετήσεις μας που είχε τίτλο: ‘‘Ο Επαναστατικός Αγώνας απέναντι στο ειδικό δικαστήριο’’.
Αυτή τη φορά δεν έχουμε απέναντί μας μόνο το ειδικό δικαστήριο. Έχουμε και άλλα φαινόμενα τα οποία δεν αφορούν τη δίκη αυτή. Όμως στράφηκαν  ενάντια στον Επαναστατικό Αγώνα. Αυτό έγινε και στις 30 Ιούνη και επαναλήφθηκε μέσα από
απολογίες.
Θέλω να μιλήσω γιατί έγινε μεγάλη αναφορά σε σχέση με τον αναρχικό χώρο και σε
σχέση με το κίνημα, σε τέτοια έκταση που αναρωτιόμουνα αν δικάζεται ο χώρος εδώ ή ο Επαναστατικός Αγώνας.
Βέβαια, ο καθένας μπορεί να λέει την ιστορία του εδώ μέσα. Εγώ δεν μίλησα για την ιστορία μου μέσα στο χώρο, αλλά θέλω να το κάνω εν συντομία τώρα. Γιατί ο καθένας έχει την ιστορία του μέσα στο α/α χώρο. Εγώ τουλάχιστον ωρίμασα πολιτικά με βάση την αρχή  ‘‘του αγώνα μέσα στον αγώνα’’.
Αυτή η θέση σημαίνει ότι παλεύεις μέσα από τις γραμμές σου ενάντια σε φαινόμενα ‘‘ήττας’’, μετάνοιας, αποκήρυξης, οπισθοχώρησης και διάφορα άλλα τέτοια, όπως και αν αυτά εκφράζονταν.

Πρώτη φορά ήρθα πρόσωπο με πρόσωπο με φαινόμενα ήττας, νωρίς μέσα από μια κατάληψη στέγης. Μια κατάληψη στέγης στην οποία ζούσα μαζί με άλλους το ’91. Μέσα στην πορεία της κατάληψης αναδείχθηκαν και κινήσεις αλληλεγγύης για τον Νίκο Μαζιώτη ο οποίος ήταν τότε ο πρώτος ολικός αρνητής στράτευσης στην Ελλάδα που φυλακίστηκε και μίλησε ανοιχτά γι’ αυτό. Πάρθηκαν πρωτοβουλίες εκεί. Αυτή η κατά-ληψη έγινε ένα μέτωπο αγώνα πλάι στον Νίκο Μαζιώτη καθώς και σε άλλα ζητήματα που αφορούσαν τον χώρο εκείνη την περίοδο.

Κάποια στιγμή το ’91 κάηκε η πρυτανεία (Πολυτεχνείο) από την αστυνομία κατά την διάρκεια μαζικών μαθητικών και φοιτητικών κινητοποιήσεων που γίνονταν εκείνη την περίοδο. Παραβιάστηκε το πανεπιστημιακό άσυλο στο Πολυτεχνείο και έγιναν συλ-λήψεις. Η κατάληψη που ήμουν τότε, η Φυλής  και Φερρών,  είχε βγάλει μία αφίσα στην οποία κατήγγειλε το κάψιμο της πρυτανείας από την αστυνομία.
Μας συνέλαβαν 33 άτομα. Είχε βγει και μια άλλη αφίσα, δεν είχε βγει μόνη αυτή. Μόνο που εμείς είχαμε βγάλει μια απόφαση να υπογράψουμε με το όνομά μας, Φυλής και Φερρών.
Εκείνη την περίοδο υπήρχε ένας γενικότερος κοινωνικός αναβρασμός γιατί η τότε νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση Μητσοτάκη διεξήγαγε μια πρώτη μεγάλη επίθεση ενάντια σε κοινωνικά και εργασιακά κεκτημένα. Αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής ήταν να ξεσπάσουν πολλές εξεγέρσεις από αγρότες, μαθητές, εργάτες. Μέσα σε αυτόν τον κοινωνικό αναβρασμό ένας υπουργός Δημόσιας Τάξης ο Αναγνωστόπουλος, είχε πει στην αστυνομία – ένας άλλος Βύρων Πολύδωρας της εποχής – ότι το ‘‘κράτος είστε εσείς’’, το είχε πει στους αστυνομικούς. Οι αστυνομικοί ξεσάλωσαν πάνω σε απεργούς, πάνω σε εργαζόμενους, πάνω σε μαθητές, πάνω σε φοιτητές.

Κάποια στιγμή μας συλλαμβάνουν για αυτή την αφίσα. Για μια αφισοκόλληση. Βέβαια η αφίσα έγραφε: ‘‘μπάτσοι δολοφόνοι, φασίστες εμπρηστές’’, δεν ήταν και πολύ ευγενική αφίσα, θα ’λεγα. Μας πιάνουν και μας αρχίζουν στα βασανιστήρια. Ένας χτυπήθηκε τόσο που του έσπασαν το χέρι. Ένας που είχε λιποθυμήσει, ξύπνησε κρεμασμένος ανάποδα από τον 7ο όροφο της ΓΑΔΑ. Άλλος έχασε την ακοή του από το ένα αυτί. Σε ανήλικο έγινε πρόκληση για σεξουαλική κακοποίηση.
Ήταν τα πρώτα μαζικά βασανιστήρια που έγιναν σε πολιτικούς κρατούμενους μετά την χούντα. Τα είχαμε καταγγείλει τότε, είχε γίνει χαμός.
Η υπόθεση και η δίκη εκείνη είχε γίνει η αιχμή της αντιπολίτευσης στην Ν.Δ. Εμείς ως κρατούμενοι τότε προσπαθούσαμε να διεμβολίσουμε και να παραβιάσουμε αυτή την κατάσταση μέσα από τον δικό μας λόγο. Πάντως έγινε ένα πολιτικό πεδίο όπου ο κάθε αντιπολιτευόμενος καθεστωτικός και μη, ερχόταν να συμμετάσχει και να μιλήσει, είτε ήταν πολιτικός είτε δικηγόρος.

Μετά από αυτή την καταστολή, η κατάληψη της Φυλής και Φερρών δέχθηκε άλλο ένα. Σε μια εκδήλωση της κατάληψης εισέβαλαν αστυνομικοί, προσήγαγαν 86 άτομα.
Μετά από αυτά τα απανωτά χτυπήματα και εφόσον υπήρχε και το μήνυμα στην αστυνομία ότι ‘‘το κράτος είστε εσείς’’, κάποιοι τα ‘‘παίξανε’’, φοβήθηκαν, ήθελαν να πάνε σπίτι τους. Ωπα λέει, ‘‘τι γίνεται εδώ πέρα, ‘‘άγριο πράγμα η σύγκρουση με το κράτος’’. Και βρίσκομαι εγώ να ζω το εξής φαινόμενο: η κατάληψη μέσα στην οποία στην πραγματικότητα πήρα τα πρώτα σοβαρά πολιτικά μηνύματα να απειλείται να κλείσει λόγω της καταστολής. Ήμουν βέβαια πιο πριν στο α/α χώρο. Αλλά αυτή ήταν μια περίοδος που διαμόρφωνε ουσιαστικά την πολιτική μου υπόσταση για το μέλλον.
Και αυτό έγινε μέσω της καταστολής.
Κάποιους δηλαδή η καταστολή τους κάνει αγωνιστές και κάποιους τους ‘‘στέλνει σπίτι τους’’. Αυτό ήταν το μήνυμα, το μάθημα που πήρα από εκείνη την περίοδο. Οι περισσό-
τεροι ήθελαν να φύγουν. Τα ‘‘φτύσανε’’.
‘‘Πάμε να φύγουμε, τι γίνεται εδώ πέρα; Τρώμε ξύλο, μας κλείνουν μέσα, κινδυνεύουμε να μπούμε φυλακή, ε, όχι δεν είπαμε κι έτσι’’. Και βρίσκομαι μπροστά στο φαινόμενο να είμαι μόνη μου σε μια κατάληψη που ήθελαν να τα παρατήσουν. Τελικά έκανα πίσω και το μετάνιωσα. Το μόνο πράγμα που έχω μετανιώσει στη ζωή μου σε σχέση με τον αγώνα είναι αυτό. ‘‘Πρώτη και τελευταία φορά’’ είπα ‘‘στη ζωή σου που θα παρατήσεις
ένα εγχείρημα όταν εσένα δεν σε έχουν νικήσει και πιστεύεις σε αυτό. Και δεν το ξανάκανα.

Επόμενη φορά που δοκιμάστηκε ο αγώνας από την καταστολή και την ήττα ήταν το Πολυτεχνείο του ’95. Πολλοί μιλάνε για το Πολυτεχνείο του ’95 σήμερα. Όλοι μιλάνε και εκθειάζουν το Πολυτεχνείο του ’95.
Όμως το Πολυτεχνείο του ’95 ήταν μια εξέγερση 2000 ανθρώπων οι οποίοι μετά τα μηνύματα ότι μπαίνει η αστυνομία μέσα στο Πολυτεχνείο, έφυγαν τρέχοντας, πηδώντας κάγκελα και μείναμε 504.
Οι 504 που μείναμε και μας συνέλαβαν, ανάμεσά  τους και πολλοί ανήλικοι – μεγάλο  ηλικιακό φάσμα – είχαμε να αντιμετωπίσουμε το φαινόμενο της ήττας μέσα από το Πολυτεχνείο. Γιατί ήταν μια μαζική κατασταλτική επίθεση μαζική απέναντι σε έναν ολόκληρο χώρο σχεδόν. Και πολλοί έλεγαν για ‘‘ήττα’’! ‘‘Ξεβρακωθήκαμε μπροστά στην αστυνομία’’. Ακούγαμε τέτοιες επικρίσεις από το χώρο που έπρεπε τώρα κάποιοι να υπερασπιστούμε αυτό το εγχείρημα απέναντι στην καταστολή και την ήττα που την συνόδευε. Ήταν χτύπημα κατασταλτικό. Και κάποια κομμάτια του χώρου και τότε είπα-νε, ναι, είναι ήττα. Μερικοί για χρόνια μετά έλεγαν ‘‘ωχ, ακόμα αιμορραγούμε από το Πολυτεχνείο’’. Σιγά την αιμορραγία, σιγά τα αίματα.
Μας έπιασαν λοιπόν, άφησαν τους περισσότερους, έμειναν 137 στην ασφάλεια. Από του 137 οι περισσότεροι δεν ήθελαν να κάνουν καν δίκη. Βγήκε ένα κείμενο τότε. Το κείμενο αυτό βγήκε από μια μειοψηφία.
Η σημασία των μειοψηφιών μέσα στον αγώνα είναι να προωθούν τον αγώνα μέσα στον αγώνα. Το κείμενο που βγήκε ήταν η μοναδική ανάληψη ευθύνης συνολικότερα για ένα γεγονός μεγάλο. Όχι για οργάνωση. Για ένα πολιτικό γεγονός μεγάλο, το Πολυτεχνείο. Αυτό τότε δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία. Και υπογράφαμε ‘‘οι γνωστοί – άγνωστοι’’ των κρατητηρίων, της ασφάλειας. Αυτό το κείμενο βγήκε από μια μειοψηφία. Μια αισχρά μειοψηφία. Και κάποιοι μας κατέκριναν γιατί το βγάλαμε. ‘‘Εμείς δεν θέλου-με να μιλάμε έτσι. Διαφωνούνε έλεγαν. Αυτό είναι ανάληψη ευθύνης’’. ‘‘Άμα δεν σου αρέσει, βγάλε το δικό σου’’. Δεν έβγαλαν τίποτα άλλο.

Επόμενο ζήτημα ήταν το δικαστήριο:
Να πάμε στο δικαστήριο ή να μην πάμε;
Όχι, πρέπει να σταθούμε μπροστά στο δικαστήριο.
‘Μα μπορεί να πάμε φυλακή.
Ας πάμε! 137 άτομα στη φυλακή, καλή φάση! Ωραία, όλοι μαζί να δικαστούμε και όλοι μαζί να μπούμε μέσα. Να υπερασπιστούμε την επιλογή μας.
Και εδώ είναι το ζήτημα που έχει ειπωθεί επανειλημμένως, ότι δεν κρίνει η ποινική δικαιοσύνη και οι ποινές έναν αγωνιστή. Με αυτή τη λογική στο Πολυτεχνείο του ’95 το ίδιο αγωνιστής ήταν αυτός που ήθελε να μείνει και να υπερασπιστεί τις επιλογές του μπροστά στο δικαστήριο και να πάει μέσα, και το ίδιο πράγμα ήταν αυτός που έλεγε, ‘‘δεν θέλω να πάω να δικαστώ’’. Θέλω να πάρω αναβολή. Θέλω να αποφύγω την δίκη, δεν θέλω να πάω μέσα. Το ίδιο πράγμα είναι. Δηλαδή, αν όλοι κάναμε το ίδιο και την ‘‘κάναμε’’ ως λαμόγια από το Πολυτεχνείο και γινόταν η δίκη με άλλους όρους, και ξεφτιλιζόμασταν μπροστά στα δικαστήρια. Είμαστε ίσα και όμοια, έτσι; Κάθε στάση είναι ίδια; Όχι, δεν πάει έτσι. Δεν πάει καθόλου έτσι.
Λοιπόν σε εκείνη τη φάση με τους 137, οι περισσότεροι δεν ήθελαν δίκη. Η μειοψηφία ήθελε δίκη. Και σε εκείνη τη φάση έγινε πραξικόπημα. Γιατί; Γιατί μερικές φορές ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός δεν προωθεί την συνέχιση του αγώνα και την αντιμετώπιση της ήττας. Όταν η πλειοψηφία θέλει να προωθήσει με την στάση της την ήττα στον αγώνα, ναι, η μειοψηφία, ακόμα και το άτομο, ένα άτομο θα πρέπει να προσπαθήσει να πολεμήσει αυτές τις αποφάσεις.

Όταν πήγα λοιπόν, πρώτη στο δικαστήριο, – υπήρχαν δύο γκρουπ. Ευχόμουν να πάω
πρώτη εγώ. Θα μου πουν τώρα ότι ‘‘μονοπωλείς και το Πολυτεχνείο’’; Όχι, καμία σχέ-ση – αλλά θέλω να πω τα μαθήματα που έχω πάρει από τον αγώνα, αυτά είναι μαθήματα από τον αγώνα, μαθήματα από την αναρχία εγώ τα τίμησα και τα τιμώ μέχρι σήμερα. Δεν κάνουμε πίσω στις επιλογές μας. Ναι, δεν κάνουμε πίσω στις επιλογές μας. Αυτό είναι αρχή, είναι αξία, είναι ιδανικό.
Οι περισσότεροι έλεγαν να πάμε να πάρουμε αναβολή. Βρισκόμασταν λοιπόν δύο γκρουπ κρατουμένων στο δικαστήριο και βλέπω ένα χάλι. Γονείς, συγγενείς, δικηγόροι μπροστά σε μια έδρα και να λένε ‘‘το παιδί μου είναι φοιτητής και μπήκε εκεί, κατά λάθος’’ πρέπει να φύγει, ‘‘εγώ έχω πρόβλημα υγείας’’, να φύγει το παιδί μου από την υπόθεση. Λέω, ‘‘τι χάλι είναι αυτό’’; Τι χάλι είναι αυτό; Πρέπει να μαζευτεί. Και μαζεύ-τηκε. Ξέρετε πώς; Σηκωθήκαμε επάνω. Φωνάξαμε ότι αυτή η δίκη είναι πολιτική και πήγαν να μας λυντσάρουν. Ναι, να μας λυντσάρουν.
Τελικά το δικαστήριο έγινε όπως ήθελε η μειοψηφία. Η μειοψηφία καθόρισε την έκβαση της πολιτικής δίκης που θα γινόταν. Στην πορεία αυτή η μειοψηφία, μια δράκα αγωνιστών βγάζανε κείμενα με τα οποία καταγγέλλανε αυτούς οι οποίοι πήγαιναν στα δικαστήρια και έλεγαν, ‘‘κατά λάθος μπήκαμε στο Πολυτεχνείο’’.

Πρόεδρος: Συντομεύετε.
Ρούπα: Ναι, να συντομεύω. Θέλω να πω ότι η πορεία μας είναι αυτό που λέμε αγώνας μέσα στον αγώνα. Πρέπει να σώζεις τις επιλογές σου, τους αγώνες σου και αυτό σημαίνει ενίοτε σύγκρουση και μέσα στον ίδιο τον αγώνα.

Στην πορεία που ο Νίκος Μαζιώτης συνελήφθη για την τοποθέτηση  βόμβας στο υπουργείο Ανάπτυξης που έκανε σε αλληλεγγύη με τους κατοίκους του Στρυμωνικού. Τότε έκανε ήταν μια καινοτομία. Αυτός ο άνθρωπος όλο καινοτομίες κάνει. Τώρα τον παρουσιάζουν ορισμένοι ως ‘‘καινοτόμο’’ με αρνητικό τρόπο,αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία. Έχει αφήσει μεγάλη παρακαταθήκη.
Μέχρι τότε η αλληλεγγύη ήταν αλληλεγγύη θυματοποίησης, δηλαδή παρουσιάζονταν όλοι ως θύματα της κρατικής καταστολής και σκευωριών. Και το έσπασε αυτό ο Μαζιώτης. Και γι’ αυτό καταγγέλθηκε κιόλας. Σε κάποιους δεν άρεσε. Από τότε ‘‘είχαν αρχίσει τα όργανα’’ σε σχέση με αυτές τις επιλογές. Και επίσης τότε πρωτομπαίνει κάτι το οποίο μπήκε και σε αυτό το δικαστήριο τώρα από ένα πρώην μέλος. Το ζήτημα της ‘‘ανάθεσης’’. Της επιλογής της ένοπλης δράσης ως ανάθεση. Τι σημαίνει ανάθεση;
Αυτή είναι μια νέα κατηγορία που υπάρχει εδώ και πάρα πολλά χρόνια στις επιλογές των ένοπλων οργανώσεων και του ένοπλου αγώνα γενικότερα.
Ανάθεση, δηλαδή δρουν κάποιοι και η κοινωνία παρακολουθεί. Συμβάλλεις στην παθητικοποίηση της κοινωνίας μέσα από την δική σου επιλογή.
Και αυτό τώρα το λέει κάποιος ο οποίος δικάζεται ως μέλος του Επαναστατικού Αγώνα. Αυτό είναι μια εχθρική τοποθέτηση. Είναι μία ακόμα αποκήρυξη και μία ακόμα μετάνοια. Κριτική στις επιλογές μας τέτοιου είδους μέσα στα δικαστήρια, σημαίνει πόλεμο ενάντια στην οργάνωση.
Μισό λεπτό κ. πρόεδρε, μισό λεπτό, πρέπει να υπερασπιστώ την οργάνωσή μου.
Η κατηγορία της ανάθεσης σε σχέση με την επιλογή του ένοπλου αγώνα είναι μία κατηγορία που αφορούσε παλιότερα την αριστερά την καθεστωτική ενάντια στις αριστερές οργανώσεις, τότε.
Αφορούν τους εναλλακτικούς, να το πω έτσι, ευρύτερα του χώρου πανευρωπαϊκά και στην Αμερική. Όλοι αυτοί οι τύποι έβλεπαν ως προβληματική την σύγκρουση καθ’ οποιονδήποτε τρόπο με το καθεστώς που παραβιάζει το νομικό πλαίσιο και σε βάζει σε κίνδυνο, το ρίχνουν στην ανάθεση.
Όχι, η ένοπλη δράση δεν μπορεί να μπει ως αξία αγώνα ότι ενισχύει την παθητικο-ποίηση της κοινωνίας.
Είναι αυτός που πράττει και αυτός που κάθεται και παρακολουθεί σαν την τηλεόραση.
Η κοινωνία του θεάματος μέσα στον ίδιο τον αγώνα.                     
Αυτό δεν θα καθήσω να το αποδομήσω εδώ πέρα, θέλω να το καταγγείλω. Αυτά είναι συζητήσεις αμφιθεάτρου. Αλλά είμαι υποχρεωμένη να το πω γιατί μπήκαν από εδώ, δεν τα βάζω εγώ.
Όπως επίσης το ζήτημα του Πολυτεχνείου που έλεγα το οποίο ένα κομμάτι του χώρου τότε, για να τα λέμε και όλα, πραγματικά ηττήθηκε και δημιουργήθηκε ένας άλλος πόλος, ο πόλος της ‘‘επανάστασης στην καθημερινή ζωή’’, του αγώνα στην καθημερινή ζωή. Αυτό ξαναμπήκε εδώ πέρα. Ότι αυτός που είναι επαναστάτης, είναι επαναστάτης στην καθημερινότητα.
Ο άλλος που παίρνει τα όπλα και συνεχίζει παρά τα χτυπήματα μπορεί να γίνεται ‘‘μιλιταριστής’’, μπορεί να γίνεται ακόμα και ‘‘σκατόψυχος’’.
Λοιπόν αυτά τα φαινόμενα τα είχαμε πάντα. Εγώ τουλάχιστον τα αντιμετώπιζα.

Παρέμβαση προέδρου (για να ολοκληρώσει την τοποθέτησή της η Ρούπα)

Ρούπα: Όχι, κ. πρόεδρε, αυτά τα φαινόμενα τα αντιμετώπιζα σε όλη μου την πορεία μέσα από τις μορφές αγώνα που επέλεγα και έμπαινα, και έμπαινα πάντα μπροστά.
Είχαμε και ένα άλλο φαινόμενο σήψης και παρακμής.
Κατάδοση, κατάδοση το ’96 του Χριστόφορου Μαρίνου η οποία είχε αναχθεί ότι έγινε ‘‘για την τιμή και την αξιοπρέπεια του αναρχικού χώρου’’.
Όπως για την τιμή και την αξιοπρέπεια του αναρχικού χώρου μπορεί να λέει κάποιος τώρα ότι εγώ κάθομαι και αποδομώ τον ένοπλο αγώνα μέσα στα δικαστήρια.
 Όχι δεν είναι έτσι. Αυτή τότε η περίοδος, η στάση του συγκεκριμένου – δεν μιλάμε για κατάδοση, δεν ‘‘υπήρχε’’ καμιά κατάδοση στην ουσία την κάναμε ‘‘γαργάρα’’. Έγινε για την ‘‘τιμή και την αξιοπρέπεια του αναρχικού χώρου’’. Να βγαίνεις από τα ρούχα σου.

Αυτό το ζήτημα πάλι αντιμετωπίστηκε από μια δράκα ανθρώπων. Οι περισσότεροι περίμεναν να δούνε τι θα γίνει. Συσχετισμός δύναμης. Οι μειοψηφίες μέσα στους αγώνες οι οποίες είναι επίσης μειοψηφικές καθόριζαν την επιβίωση των ίδιων των αγώνων, την ίδια την επιβίωσή τους.
Το Πολυτεχνείο θα ήταν μια ήττα αν δεν υπήρχε μια μειοψηφία μέσα στο Πολυτεχνείο και θα έμενε ότι οι καταδότες είναι για την ‘‘αξιοπρέπεια ενίοτε των αναρχικών αν δεν υπήρχαν 5 -10 άνθρωποι να συγκρουστούν με μια τάση τότε, με μια τάση.
Λοιπόν το ίδιο ισχύει και σήμερα.
Αυτά που ειπώθηκαν εδώ πέρα ήταν καταγγελίες ενάντια στον ένοπλο αγώνα συνολικά, όχι μόνο στον Επαναστατικό Αγώνα. Και αυτό θα πρέπει να καταγγελθεί. Γιατί επειδή από ’ δω πέρα έμειναν και θετικά και αρνητικά, τα αρνητικά θα πρέπει να στηλιτεύονται. Δεν γίνεται. Τα μηνύματα που θα στείλουμε είναι λάθος αν τα αφήνουμε αναπάντητα. Τέτοιες τοποθετήσεις δεν θα έκανα. Την πρώτη τοποθέτησή μου την άφησα καθαρή. Η εξουσία και ο Επαναστατικός Αγώνας, το κράτος, ο καπιταλισμός, το καθεστώς και ο Επαναστατικός Αγώνας.
Αλλά αυτή η τοποθέτηση δεν γίνεται να μην γίνει. Δεν ήταν επιλογή μου. Αυτές τις κουβέντες, ούτε στα αμφιθέατρα δεν τολμούσες να πεις περί ‘‘ανάθεσης’’, σχετικά με την επιλογή του ένοπλου αγώνα.
Τώρα λέγεται μέσα στην δίκη του Επαναστατικού Αγώνα. Αυτό είναι για μένα κατάντια.
Φτύσιμο της οργάνωσης, φτύσιμο του ένοπλου και τα περί ‘‘επανάστασης στην καθημερινή ζωή’’ να τα πούνε , να τα λένε αλλού.

Αυτοί που έλεγαν περί ‘‘επανάστασης στην καθημερινή ζωή’’ από το ’96 στις κινητοποιήσεις για τους αγρότες που τρέχαμε κάποιοι, ξέρετε τι έλεγαν όλοι αυτοί;
Το ολοκληρωνόμαστε σαν άνθρωποι μέσα στο υπάρχον πλαίσιο. Γιατί αλλιώς δεν γίνεται να γίνεις πρόδρομος μιας πρότασης για την κοινωνική ολοκλήρωση του ανθρώπου αν δεν είσαι εσύ ολοκληρωμένος και διάφορα τέτοια ελιτίστικα.
Και καταλήγουμε τώρα στις κινητοποιήσεις για τους αγρότες να μας λένε αυτοί οι υπερασπιστές της ‘‘επανάστασης στην καθημερινή ζωή’’ που είπε τώρα το πρώην μέλος, θα πάτε τώρα στους αγρότες τους σεξιστές που χτυπάνε τις γυναίκες τους,
ενίοτε έχουν και Αλβανούς και τους κακομεταχειρίζονται; Κάτσε ρε παιδιά, που τους ξέρεις τους ανθρώπους;
Δηλαδή οι κινητοποιήσεις οι αγροτικές, τα μπλόκα του ’96 – ’97, τα οποία ήταν σημαντικά γεγονότα, καταγγέλλονταν και πολλοί δεν έρχονταν γι’ αυτό τον λόγο.
Και όλως τυχαίως αυτοί που δεν έρχονταν και κατάγγελλαν τους αγρότες ήταν αυτοί από το Πολυτεχνείο οι οποίοι είχαν ενσωματώσει την ήττα της καταστολής. Όλα αυτά τα φαινόμενα υπήρχαν κάποιοι που τα παλεύαμε. Γιατί αλλιώς αγώνας δεν προχωράει. Ο αγώνας κάποτε λέγαμε,, ή πας μπροστά – στασιμότητα δεν υπάρχει, δεν υπάρχει κενό – ή πας μπροστά ή πας πίσω.
Το κράτος άμα είναι να μας πάει πίσω με τις κωλοτούμπες, τις αναθεωρήσεις, τις μετάνοιες και τις αποκηρύξεις, ε, τότε έχει νικήσει.
Για τον Επαναστατικό Αγώνα δεν έχετε νικήσει. Τίποτε δεν έχετε νικήσει. Για κάποιους μπορεί. Εμάς όμως αυτό δεν μας αφορά.

Έλεγαν όλοι για την ιστορία τους. Να πω και εγώ για την οικογένειά μου. Ο πατέρα μου λοιπόν ήταν αντάρτης. Αντάρτης στον ΕΛΑΣ. Ήταν πιτσιρικάς όταν ξεκίνησε ο πόλεμος, Πήγε στο χωριό του τον Ίσαρη, και έφτιαξε μόνος του σχεδόν, μια αντάρτικη ομάδα. Πολλά πράγματα τα μαθαίνω τώρα γιατί ο ίδιος δεν μιλούσε. Έμαθα προσφάτως ότι ο πατέρας μου ήταν στην ΟΠΛΑ. Ο πατέρας μου όταν πήγε στην Μακρόνησο βασανίστηκε. Ήταν από την πρώτη φουρνιά που πήγε στην Μακρόνησο με τους φαντάρους. Τότε τους έλεγε το κόμμα τους μετά την συμφωνία της Βάρκιζας να παρουσιαστούν στις μονάδες τους. Ήταν τόσες οι προδοσίες από το ίδιο τους το κόμμα. Τελικά κατέληξε στην Μακρόνησο. Ήταν από αυτούς  που την ‘‘εγκαινίασαν’’. Βασανίστηκε για να υπογράψει, να αποκηρύξει τον κομμουνισμό. Δεν το ’κανε και έχει μείνει μέχρι τώρα στην ιστορία ότι ο Βίκτωρας ο Ρούπας δεν υπέγραψε. Ένας άλλος μακρινός μας συγγενής υπέγραψε και ο άνθρωπος ντρέπεται ακόμα και σήμερα. Τότε ήταν πιο καθαρές οι γραμμές. Οι αμετανόητοι θα πληρώσουν το τίμημα των επιλογών τους και θα υπερασπίζονται μπροστά στον εχθρό τις επιλογές τους όποιο κι αν είναι το κόστος.

Παρέμβαση προέδρου…
Ρούπα: Μισό λεπτό, μισό λεπτό, να πούμε και για τον κ. Ρούπα.
Ο πατέρας μου πολέμησε. Όταν τέλειωσε ο πόλεμος του έστησαν μια ενέδρα στο χωριό και τον πυροβόλησαν για να τον σκοτώσουν. Έκοψαν και τα τηλέφωνα για να μην προλάβουν να καλέσουν κάποιο αυτοκίνητο να πάει στη Μεγαλόπολη και το πήγαν με γαϊδούρι. Τελικά σώθηκε.
Τώρα, με τι όπλο τον πυροβόλησαν, είναι ένα ερώτημα.
Ο Μαζιώτης που τον πυροβόλησε ο μπάτσος με 45άρι όπλο – πρόκειται γι’ αυτόν που παρασημοφορήθηκε γιατί τραυμάτισε τον Μαζιώτη και που λίγους μήνες πριν δολοφόνησε με το ίδιο όπλο τον ταξιτζή στην Καστοριά για 200 ευρώ –,έχει σημάδι πολύ μικρότερο από αυτό που είχε ο πατέρας μου. Τελικά όμως επιβίωσε. Μετά βρέθηκε εξόριστος στην Μακρόνησο. Όταν τέλειωσαν όλα αυτά, ο πατέρας μου μπορούσε να ζήσει ως περήφανος άνθρωπος. Άφησε μια παρακαταθήκη. Όπως εξάλλου και χιλιάδες άλλοι αγωνιστές και μάλιστα σε μια εξορία, στην Μακρόνησο που η ηγεσία του ΚΚΕ έλεγε και παρότρυνε τους νεοεισερχόμενους:  ‘‘Υπογράψτε μωρέ, δεν τρέχει τίποτα. Δεν θα καθορίσει τώρα την αξία του αγωνιστή αν βάλεις μια υπογραφή και αποκηρύξεις. Το θέμα είναι να φύγουμε, να φύγουμε και να συνεχίσουμε τον αγώνα’’.
Τα ίδια έλεγαν και τότε. ‘‘Να απεμπλακούμε από τα νύχια του κράτους’’. Όχι , ο πατέρας μου δεν υπέγραψε παρά τα βασανιστήρια. Όπως επίσης, πολλούς τους εκτελούσαν στην Κατοχή μόνο και μόνο για την πολιτική τους ταυτότητά.
Για φανταστείτε τον Μπελογιάννη για παράδειγμα, να πηγαίνει σε ένα ειδικό δικαστήριο και να λέει, ‘‘δεν ξέρω, δεν είδα, δεν άκουσα’’.
Στο εκτελεστικό απόσπασμα τον έστησαν τον άνθρωπο. Και μάλιστα κατανοώ πάρα πολύ καλά την Έλλη την Παππά η οποία ήταν τότε με παιδί και της χάρισαν τη ζωή επειδή ήταν μωρομάνα. Και έλεγε σε όλη της τη ζωή μέχρι την τελευταία της συνέντευξη λίγο πριν πεθάνει ‘‘θα ήθελα να με είχαν εκτελέσει’’. Ανήκουστο;
Εγώ την καταλαβαίνω. Της χάρισαν τη ζωή για ανθρωπιστικούς λόγους.
Όταν μας είχαν πιάσει μου είχαν πει, ‘‘τι θα κάνεις, δεν θα κάνεις τίποτα; Είσαι έγκυος, να δούμε πως θα φύγεις’’.
Είχα πει στον εισαγγελέα, του λέω, ‘‘αν είναι να με βγάλετε για ανθρωπιστικούς λόγους δεν θέλω να φύγω. Θέλω να έχω τη μοίρα των συντρόφων μου’’.
Την καταλαβαίνω απόλυτα την Παππά. Και να σας πω κάτι. Δεν θα ήθελα καμία ιδιαίτερη μεταχείριση για μένα, ακόμα και αν το αποτέλεσμα μιας τέτοιας δίκης ήταν το εκτελεστικό απόσπασμα. Δεν θα κάναμε πίσω. Αυτή είναι η ιστορία που αφήνουν οι αγωνιστές. Αυτή είναι η ιστορία.

Και αγωνιστές δεν είναι αυτοί που προάγουν την ήττα, την αναθεώρηση, την μετάνοια και αυτοί που στέκονται αλληλέγγυοι σε αυτά τα φαινόμενα.    
_