Ο εφιάλτης των Ναζιστών δεν ξεχάστηκε ποτέ από την Αλίκη Μάτσα (Μαρία Δραγώνα)

Μνήμες βαθιά χαραγμένες στην καρδιά και στο νου, εικόνες και στιγμές που δεν ξεχνιούνται. Δάκρυα που κυλάνε εύκολα κάθε φορά που το μυαλό ταξιδεύει στο παρελθόν, στις δύσκολες και
απάνθρωπες μέρες της περιόδου της γερμανικής Κατοχής.
   Νέα κοπέλα, μόλις στα 22 της χρόνια, γεμάτη όρεξη για ζωή ήρθε αντιμέτωπη με το σκληρό πρόσωπο του πολέμου. Η Αλίκη Μάτσα που «βαφτίστηκε» Μαρία Δραγώνα για να σωθεί, έζησε τον φόβο, κρύφτηκε για να μην την βρούνε επειδή ήταν Εβραία. Έζησε στη σκιά και στο σκοτάδι για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα.
   Σήμερα στα 96 της χρόνια δεν έχει τη δύναμη πια, δεν θέλει και δεν μπορεί να ξαναζήσει εκείνα τα πέτρινα χρόνια, εξάλλου τα έχει ζήσει ξανά και ξανά στην πορεία της ζωής της, τώρα δεν θέλει...
   Το ρόλο αυτό πήρε η κόρη της Βίκυ Δραγώνα για να εξιστορήσει στο Αθηναϊκό - Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων για όλα αυτά που άκουσε από παιδί. Όχι από την μητέρα της «διότι ποτέ δεν κάθισε να μας μιλήσει για εκείνες τις μέρες» όπως λέει.
   «Ό,τι γνωρίζω τώρα είναι από τις συζητήσεις που έκανε με συγγενικά ή φιλικά πρόσωπα».
   Και η ιστορία αρχίζει να ξετυλίγεται σαν κουβάρι, με τις μνήμες από τις διηγήσεις να ξετυλίγονται μία πίσω από την άλλη και να απλώνονται σαν κλωστές για να υφάνουν μία άλλη πτυχή της ιστορίας...
   Η οικογένειά της ήρθε από τα Γιάννινα στην Αθήνα. Πρώτα έμειναν στα Πετράλωνα και έπειτα για ένα διάστημα φιλοξενήθηκαν από φίλους τους στο Χαϊδάρι. Αυτό έγινε κατόπιν πληροφορίας ότι οι Γερμανοί θα άρχιζαν να ψάχνουν για Εβραίους κι άρα έπρεπε να κρυφτούν και να προστατευτούν ώστε να μην συλληφθούν.
   «Αυτήν την πληροφορία τους την έδωσε ο πατέρας μου που τότε είχε ένα φλερτ με την μητέρα μου. Φυσικά εμφανίστηκε ως ξάδελφος μιας φίλης της κι έτσι τους προειδοποίησε. Πολύ νωρίς όμως επέστρεψαν στο σπίτι τους στο Πετράλωνα. Εξάλλου, είχαν ανακοινώσει οι Γερμανοί ότι δεν πρόκειται να πειράξουν Εβραίους φτάνει εκείνοι να δηλώνουν την παρουσία τους κάθε Σάββατο στη Συναγωγή. Κάτι που φυσικά δεν έγινε.
   Λίγο καιρό αργότερα μόλις ο παππούς μου, όπως κι άλλοι Εβραίοι, πήγαν στη Συναγωγή και τους συνέλαβαν οι Γερμανοί. Η είδηση έπεσε σαν βόμβα στο σπίτι που εκείνη την ημέρα έτυχε να είναι συγκεντρωμένη όλη η οικογένεια με θείες, εξαδέλφες, ανιψιές. Η γιαγιά μου δεν ήθελε με τίποτε να εγκαταλείψει το σπίτι, μόνο έκλαιγε και βρισκόταν σε απόγνωση που πήραν τον σύζυγό της χωρίς να ξέρει τίποτε για την τύχη του.
   Η μητέρα μου Αλίκη, επέμενε να φύγουν γιατί οι Γερμανοί πλησίαζαν το σπίτι τους για να τους συλλάβουν όλους μαζί. Τελικά πήρε την απόφαση κι έφυγε από το σπίτι μαζί με τον κατά 10 χρόνια μικρότερο αδελφό της, τον Μωυσή. Μπόρεσαν και κρύφτηκαν στο πατάρι της διπλανής μονοκατοικίας Χριστιανών που τους δέχτηκαν χωρίς καμιά αντίρρηση.
   Το πατάρι είχε έναν φεγγίτη, που τους επέτρεπε να βλέπουν όσα εκτυλίσσονταν απέναντι στο σπίτι τους. Έβλεπαν τους Γερμανούς αξιωματικούς να συλλαμβάνουν και να σέρνουν την μητέρα τους, να στοιβάζουν τα οχήματά τους τις θείες, τις εξαδέλφες τους, όλη την οικογένεια...
   Επί 24 ώρες έμειναν εκεί πεινασμένοι, κάτω από άθλιες συνθήκες υγιεινής, ακόμη και την καθημερινή τους ανάγκη την έκαναν ο ένας μπροστά στον άλλο σε μια λεκάνη που υπήρχε λίγα εκατοστά πιο πέρα. Και φυσικά έχοντας πάντοτε τον φόβο να μην τους βρούνε οι Γερμανοί, καθώς έψαχναν τα δυο παιδιά τής οικογένειας Μάτσα που έμεναν ασύλληπτα».
   Και η αφήγηση από τη Βίκυ Δραγώνα για την ιστορία της μητέρας της συνεχίζεται: «Με κάποιον τρόπο ο πατέρας μου Ηρακλής Δραγώνας, μπόρεσε και φυγάδευσε την Αλίκη και τον μικρό Μωυσή σε ένα φιλικό του ζευγάρι στο Γαλάτσι. Μάλιστα, ένα βράδυ τόλμησαν να πάνε στο σπίτι στα Πετράλωνα για να πάρουν τα απολύτως αναγκαία και φυσικά ορισμένοι από τους γείτονες δεν βοηθούσαν την μητέρα μου να πάρει τα αναγκαία μόνο ό,τι έπαιρναν τα κρατούσαν για το δικό τους σπίτι.
   Ευτυχώς ο (μετέπειτα) πατέρας μου κατάφερε και εξασφάλισε μια ταυτότητα με ψεύτικο όνομα, Μαρία Δραγώνα, ώστε να μπορεί η μητέρα μου να κυκλοφορεί για να εξασφαλίζει κάποια τρόφιμα στις ουρές με τα δελτία τροφίμων. Όσο για τον αδελφό της, η οικογένεια που τους φιλοξενούσε στο Γαλάτσι τον "βάφτισε" Δημητράκη και για να δικαιολογήσει την παρουσία του στη γειτονιά τον "έχρισε" γιο μιας φτωχής ελληνικής οικογένειας. Με αυτόν τον τρόπο κατάφεραν να επιβιώσουν στο σπίτι στο Γαλάτσι για περίπου 1,5 χρόνο, μέχρι το τέλος της Κατοχής. Φυσικά η μητέρα μου δεν έπαψε ποτέ να ψάχνει για τους γονείς της. Μόλις τέλειωσε η Κατοχή τότε έμαθε ότι οι γονείς της συνελήφθησαν και είχαν σταλεί στο Άουσβιτς, όπου εκεί κατέληξαν στα κρεματόρια βρίσκοντας τραγικό θάνατο μαζί με άλλους Εβραίους αιχμαλώτους στο στρατόπεδο».

 Η ζωή μετά την Κατοχή
 Με τον πόνο για τον χαμό των γονιών της η Αλίκη Μάτσα ή Μαρία Δραγώνα προχώρησε την ζωή της. Παντρεύτηκε τον Ηρακλή Δραγώνα και έκανε δυο παιδιά, έναν γιο και μια κόρη. «Η μητέρα μου ποτέ δεν μας τα περιέγραψε λεπτομερώς. Μόνο αποσπασματικά, όταν θυμόταν κάτι, όταν επιμέναμε και ρωτούσαμε εγώ κι ο αδελφός μου. Δεν ήθελε με τίποτε να θυμάται εκείνα τα τραγικά γεγονότα» εξομολογείται στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η Βίκυ Δραγώνα. «Εμείς πάντοτε αποφεύγαμε να βλέπει στην τηλεόραση είτε ταινία είτε ντοκιμαντέρ σχετικά με την γερμανική Κατοχή, το Άουσβιτς, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Κάθε φορά που έβλεπε να προβάλλονται αληθινά ιστορικά πλάνα από στρατόπεδα συγκέντρωσης κολλούσε στην τηλεόραση και έψαχνε μήπως και δει σε κάποιο πλάνο τους γονείς της. Ήταν κάτι που την αρρώσταινε, δεν το άντεχε».
   Ωστόσο, όπως εξηγεί η κ. Δραγώνα «ποτέ δεν ξέχασε. Δεν ήθελε με τίποτε να ακούει την λέξη γερμανικός, Γερμανός. Την πλήγωνε βαθιά, την πήγαινε πίσω, έφερνε δάκρυα στα μάτια. Μόνο σε σχετικές εκδηλώσεις μνήμης στην ισραηλιτική κοινότητα και συλλόγους πήγαινε πάντοτε για να τιμά με την σειρά της την μνήμη των δικών της».
 
   Όχι μόνο στα παιδιά της αλλά ούτε και στα εγγόνια της δεν ήθελε να αναφέρει ούτε μια μικρή πτυχή της ιστορίας της η Αλίκη Μάτσα, που βαφτίστηκε Χριστιανή για να μπορέσει να παντρευτεί, πήρε το όνομα Μαρία Δραγώνα, ωστόσο ποτέ κανείς δεν την φώναξε με αυτό το όνομα ξανά. Ήταν πάντα η Αλίκη. Το ξένοιαστο κορίτσι που έχασε τη γη κάτω από τα πόδια της μέσα σε μια μέρα. Που ζούσε με τον φόβο να μην τη συλλάβουν, αλλά και την ελπίδα να βρει τους γονείς της. Έχοντας την ευθύνη του μικρότερου αδελφού της κι αργότερα αντιμετωπίζοντας προβλήματα από συγγενείς της επειδή παντρεύτηκε Χριστιανό, σήμερα στα 96 της χρόνια, το παρελθόν με το παρόν μπερδεύεται, ο εφιάλτης και τα νεανικά όνειρα εναλλάσσονται. Η καρδιά της όμως χτυπά πάντα δυνατά όταν ο χρόνος γυρίζει στο 1944.
   Η κόρη της Αλίκης, Βίκυ, θα παραστεί σήμερα στις 6:30 μμ στην ειδική εκδήλωση που θα πραγματοποιηθεί στην οικία της πρέσβεως του Ισραήλ, Ιρίτ Μπέν Άμπα, κατά την οποία η πρέσβυς θα απονείμει στην οικογένεια του Ηρακλή Δραγώνα βραβεία του Γιάντ Βασέμ (Ιδρυμα του Ολοκαυτώματος στο Ισραήλ) και τον τίτλο του «Δικαίου των Εθνών» για την διάσωση των Ελλήνων Εβραίων Μωυσή και Αλίκη Μάτσα από τους Ναζιστές κατά την διάρκεια της Κατοχής.


ΑΠΕ-ΜΠΕ
_