Γονείς στη φυλακή: Καταγραφή της μαρτυρίας του ηθοποιού Χρήστου Βασιλόπουλου

Στις 12/10/2016 στο άρθρο μου με τίτλο Παιδιά φυλακισμένων γονέων: το πριν και το μετά… επιχείρησα να διερευνήσω τις επιδράσεις που ασκεί η φυλάκιση των γονέων στον ψυχισμό
αλλά και την καθημερινή ζωή των παιδιών τους. Σήμερα στο postmodern.grκαταγράφουμε την πολύτιμη μαρτυρία του ηθοποιού Χρήστου Βασιλόπουλου, του οποίου ο πατέρας βρέθηκε έγκλειστος στις φυλακές, όπου και τελικά απεβίωσε, χωρίς να μπορέσει ποτέ να «σπάσει» τον κύκλο της παρανομίας και να κάνει μια καινούργια αρχή στη ζωή του.
Η μαρτυρία του κυρίου Βασιλόπουλου φωτίζει σημαντικές πτυχές του σοβαρού αυτού ζητήματος, γιατί μας δείχνει στην πράξη πώς επηρεάζεται ένας έφηβος που βλέπει το γονιό του να μπαινοβγαίνει στις φυλακές και πώς αυτές οι εικόνες τον «ακολουθούν» στην πορεία της ενήλικης ζωής του. Ο κ. Βασιλόπουλος στη συνέντευξη που μου παραχώρησε περιγράφει τη συμπεριφορά του πατέρα του απέναντί του, όσο ήταν εκτός φυλακής -αλλά μέσα στους κύκλους της παρανομίας- και βέβαια όσο ήταν έγκλειστος, και εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο μπόρεσε να διαχειριστεί τις ακραίες συμπεριφορές και τα ξεσπάσματα του πατέρα του. Μας λέει επίσης τι κρατά από τον πατέρα του και πώς το αξιοποιεί θετικά στη δική του ζωή, ενώ αναλύει τους παράγοντες εκείνους που, κατά την άποψή του, οδηγούν ένα άτομο στην παρανομία.
«Η παράνομη δράση για μένα είναι μια εσωτερική κραυγή ενός ανθρώπου που ψάχνει απεγνωσμένα από κάπου να πιαστεί, μια πράξη κάποιου που ψάχνει να αγαπηθεί, μια πράξη  κάποιου που ζητάει προσοχή. Όλα αυτά φυσικά έρχονται από την παιδική μας ηλικία και μας στιγματίζουν. Πιστεύω ότι η έλλειψη αγάπης και χρόνου συντελούν στο γεγονός ότι ένα παιδί θα ψάξει να βρει «αλλού» την προσοχή, ίσως και μέσα από την παρανομία.  Ειδικά όταν η συγκεκριμένη παράνομη πράξη αποφέρει και κάποια ανταμοιβή ή την «εσωτερική επιβεβαίωση» της νίκης. Όπως για παράδειγμα η κλοπή», υπογραμμίζει ο κ. Βασιλόπουλος. Συμμερίζομαι την άποψή του, γιατί οι άνθρωποι που και εγώ συνάντησα στις φυλακές, στο πλαίσιο της έρευνάς μου, ήταν άνθρωποι που -στις περισσότερες τουλάχιστον περιπτώσεις- είχαν στερηθεί την αγάπη και τη φροντίδα της οικογένειας. Ιδίως όσον αφορά ανήλικους παραβάτες, κρατώ πάντα στο μυαλό μου τη φράση που μου είχε πει κάποτε ο Διευθυντής του σχολείου του Ειδικού Καταστήματος Κράτησης Νέων Αυλώνα, κ. Πέτρος Δαμιανός, «είναι τα παιδιά που δεν προλάβαμε».
Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δοθεί σε όσα μας αναφέρει ο κ. Βασιλόπουλος για το ρόλο του γονιού/κηδεμόνα που αναλαμβάνει να μεγαλώσει το παιδί, διότι η ουσιαστική στήριξη από τον άλλο γονέα/κηδεμόνα δύναται να έχει ευεργετικά αποτελέσματα στη ζωή και την ψυχολογία του παιδιού.
Από την άλλη πλευρά ο κ. Βασιλόπουλος αναφέρεται στον αρνητικό ρόλο που μπορεί να παίξει το ίδιο το περιβάλλον στη ζωή και την πορεία ενός παιδιού, οδηγώντας το τελικά στην παρανομία. Θα υπογραμμίσω ότι -δυστυχώς- πολλά παιδιά μεγαλώνουν σε ένα νοσηρό περιβάλλον, με γονείς που αδυνατούν να διαχειριστούν τα δικά τους προβλήματα. Αυτό είναι ένα εξίσου σοβαρό ζήτημα που πρέπει να αναδείξει η έρευνα και να αναζητηθούν λύσεις -μέσω της κοινωνικής μέριμνας και κυρίως μέσω του σχολείου που πλέον πρέπει να αποκτήσει και νέο ρόλο στο πλαίσιο μιας κοινωνίας, όπου η οικογένεια δέχεται τριγμούς στα θεμέλια της-. Είναι αδιανόητο, στην εποχή της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, η εκπαιδευτική κοινότητα να αδιαφορεί ή να παραμένει αμέτοχη, αλλά σε συνεργασία με επίσημους φορείς οφείλει να δράσει και να δημιουργήσει ένα «δίχτυ προστασίας» των παιδιών που αντιμετωπίζουν σοβαρά οικογενειακά προβλήματα. Μέσω της καθοδήγησης από τους εκπαιδευτικούς, της έμπρακτης στήριξής τους και ασφαλώς μέσω της μόρφωσης και της παιδείας, ο νέος θα  διευρύνει τους ορίζοντές του και θα καταφέρει να ξεφύγει από το αρνητικό περιβάλλον στο οποίο ζει και από το οποίο σε αρκετές περιπτώσεις κινδυνεύει. Άλλωστε, τα εγκλήματα κατά παιδιών από τους ίδιους τους γονείς τους, που βλέπουν τα τελευταία χρόνια το φως της δημοσιότητας, καθιστούν ακόμα πιο εμφανή την ανάγκη να ληφθούν αποτελεσματικά μέτρα πρόληψης και έγκαιρης παρέμβασης.
Θα κλείσω όμως με το θετικό μήνυμα που περνάει ο ηθοποιός στα παιδιά που βιώνουν ανάλογες καταστάσεις, προτρέποντάς τους να ονειρεύονται και να αξιοποιήσουν την σκληρή τους πραγματικότητα σε κάτι πολύ θετικό που θα κάνουν στη ζωή τους. «Θα τους έλεγα ότι η ζωή τους μπορεί να είναι διαφορετική από αυτή των γονιών τους, αρκεί να το θέλουν και να βάζουν στόχους. Εγώ κατάφερα μέσω της υποκριτικής να δουλέψω μέσα μου οτιδήποτε αρνητικό πήρα από τον πατέρα μου και να το πλάσω σε κάθε ρόλο. Δεν αρνήθηκα λοιπόν το γεγονός ότι ο πατέρας μου ήταν αυτός που ήταν. Το ενέταξα στην υποκριτική μου, καταφέρνοντας να πάρω τα εσωτερικά «σκουπίδια του παρελθόντος» μου και να τα μετατρέψω σε κάτι που θα ψυχαγωγούσε ένα συνάνθρωπο μου. Η συγκεκριμένη σκέψη θα μπορούσε να λειτουργήσει για χιλιάδες παραδείγματα. Αν λοιπόν ένα παιδί έχει κακοποιηθεί για παράδειγμα από τον «παράνομο» γονιό του, ίσως να βρει τη δύναμη να γίνει γιατρός και να βοηθήσει τους συνανθρώπους του μέσω του δικού του πόνου» τονίζει ο κ. Βασιλόπουλος.
Αναμφίβολα, η αποδοχή της πραγματικότητας -όσο σκληρή κι αν είναι- και κυρίως το να δεχτεί ένα παιδί το γονιό του, όποιος κι αν είναι, ό,τι κι αν έχει κάνει στη ζωή του, είναι μια δυναμική και αισιόδοξη στάση ζωής, η οποία θα δώσει την ώθηση στο παιδί  να δημιουργήσει ένα καλύτερο μέλλον, απαλλαγμένο από τα «εσωτερικά σκουπίδια» του παρελθόντος, όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο κ. Βασιλόπουλος.  Αυτό ακριβώς πρέπει να κρατήσουμε κι εμείς -ως μέλη της κοινωνίας- προκειμένου να μη «δείχνουμε με το δάχτυλο» τα παιδιά, των οποίων οι γονείς είναι έγκλειστοι στις φυλακές, γιατί οι κακές επιλογές των γονιών σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να καθορίζουν τη ζωή και το μέλλον των παιδιών τους. Τα παιδιά μπορούν να ξεφύγουν και μάλιστα να κάνουν σπουδαία πράγματα στη ζωή τους.
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ κ.ΧΡΗΣΤΟ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟ
  • Κύριε Βασιλόπουλε, με την καταγραφή της μαρτυρίας σας συνεχίζουμε στο postmodern τη διερεύνηση ενός πολύ σοβαρού ζητήματος, με πολυσύνθετες διαστάσεις και προεκτάσεις, το οποίο αφορά τις επιδράσεις που ασκεί η φυλάκιση των γονιών στη ζωή και τον ψυχισμό των παιδιών τους. Ο εγκλεισμός του πατέρα σας στη φυλακή και η γνώση σας ότι κινείται στους κύκλους της παρανομίας, σε ποιο βαθμό και με ποιον τρόπο επηρέασαν την καθημερινότητα αλλά και τα συναισθήματά σας, ως έφηβο;
Κατ’ αρχάς να σας ευχαριστήσω που μου δίνετε τη δυνατότητα αυτής της συνέντευξης, με σκοπό την αφύπνιση αλλά και την ενημέρωση των γονιών καθώς και των παιδιών, τα οποία σχετίζονται με το συγκεκριμένο θέμα. Η δίκη μου περίπτωση ίσως να μην είναι η κλασική περίπτωση ενός παιδιού  που μεγάλωσε σε μια οικογένεια όπου ο πατέρας κινούταν στους κύκλους της παρανομίας, καθώς οι γονείς μου χώρισαν όταν ήμουν μόλις 7 μηνών. Έτσι η μητέρα μου με μεγάλωσε με αγάπη και προστασία και κατάφερε να με κρατήσει μακριά από τον περίγυρο του πατέρα μου. Φυσικά έβλεπα τον πατέρα μου ανά τακτά χρονικά διαστήματα, δεν ήξερα όμως τι ακριβώς συνέβαινε στη ζωή του. Ίσως η συχνότητα με την οποία τον έβλεπα να άλλαζε κατά διαστήματα, προφανώς γιατί κάποιες φορές βρισκόταν έγκλειστος, αλλά όπως καταλαβαίνετε δεν μπορούσα να καταλάβω για ποιο λόγο δεν έβλεπα τον πατέρα μου συχνά. Έτσι λοιπόν ένιωθα ότι λάμβανα μια ενεργεία κάπως διαφορετική, όταν βρισκόμουν μαζί του στο σπίτι στο οποίο ζούσε (ένα μικρό δυάρι στο Νέο Κόσμο, μαζί με τους γονείς του και τα αλλά δυο αδέρφια) και επίσης καταλάβαινα ότι δεν ζει μια φυσιολογική ζωή, σύμφωνα φυσικά με τα σημερινά δεδομένα. Ως έφηβος λοιπόν δεν γνώριζα λεπτομέρειες, αλλά λάμβανα την ενέργεια του, η οποία πολλές φορές στα μάτια μου φάνταζε δυναμική και ταίριαζε με την εφηβική μου, εσωτερική  επανάσταση.
  • Κατά την ενηλικίωσή σας, αντιμετωπίσατε δυσκολίες να διαχειριστείτε το γεγονός ότι ο πατέρας σας είχε εμπλοκή με το σύστημα της ποινικής δικαιοσύνης; 
Κατά την ενηλικίωση μου δεν δυσκολεύτηκα να διαχειριστώ την κατάσταση του πατέρα μου, καθώς όπως σας ανέφερα δεν ήξερα ακριβώς τι συνέβαινε, ένιωθα όμως ότι κάτι δεν πάει καλά. Η μητέρα μου φρόντισε να με προστατεύσει, χωρίς όμως να με αποκόψει από τη σχέση μου με τον πατέρα μου. Έτσι μου έδωσε κατά κάποιο τρόπο τη δυνατότητα να μπορέσω να δω τη διαφορά ανάμεσα στο δικό της κόσμο και στον κόσμο που ζούσε ο πατέρας μου. Μου έδωσε τη δυνατότητα να «διαλέξω», αν θέλετε, ενδόμυχα, πού θέλω να ανήκω. Χωρίς φυσικά να μου πει τίποτα. Χωρίς να με ρωτήσει, χωρίς να μου πει «αυτός είναι ο κόσμος του πατέρα σου και αυτός ο δικός μου, διάλεξε» και φυσικά χωρίς να κρίνει τον πατέρα μου. Όλα αυτά λοιπόν συνετέλεσαν στο γεγονός ότι αγάπησα τον πατέρα μου χωρίς να τον κρίνω για αυτό που ήταν. Ναι φυσικά υπήρξαν δυσκολίες, λόγω της συμπεριφοράς του, των απότομων ξεσπασμάτων και του παραλόγου χαρακτήρα του πατέρα μου. Όμως μπορούσα ως παιδί να δω ξεκάθαρα ΤΙ ΔΕ ΘΑ ΗΘΕΛΑ ΠΟΤΕ ΝΑ ΓΙΝΩ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ.
  • Υπήρξαν στιγμές στην ενήλικη ζωή σας που φοβηθήκατε ότι μπορεί να ακολουθήσετε την πορεία του πατέρα σας και να μπλέξετε με παράνομες δραστηριότητες, δεδομένου ότι το πρότυπο του πατέρα για κάθε γιο είναι ισχυρό;
Όπως προανέφερα, δεν μεγάλωσα στο ίδιο σπίτι με τον πατέρα μου. Το πρότυπο μου ήταν η μητέρα μου, η γιαγιά μου, ο παππούς μου και αργότερα ο πατριός μου. Δεν φοβήθηκα ποτέ λοιπόν ότι μπορεί να ακολουθήσω την πορεία του πατέρα μου, καθώς η μητέρα μου με μεγάλωσε με πολλή αγάπη, σωστές βάσεις και παιδεία. Είχα βέβαια και πάντα θα έχω το δυναμισμό του πατέρα μου, τον οποίο φυσικά χρησιμοποίησα με διαφορετικό τρόπο στη ζωή μου από ότι αυτός. Κατάλαβα λοιπόν πολύ  σύντομα στη ζωή μου ότι έχω τη δύναμη να καταφέρω πολλά πράγματα, μέσω του χαρακτήρα μου και μέσω της σωστής οδού. Ο πατέρας μου ήταν το τέλειο παράδειγμα προς αποφυγήν. Έβλεπα στα μάτια του και στη συμπεριφορά του ό,τι ακριβώς δεν θέλω να γίνω στη ζωή. Σε αυτό ασφαλώς συνετέλεσε και το θέατρο, με το οποίο άρχισα να ασχολούμαι από τα 16 μου.
  • Σύμφωνα με άρθρο των Christopher Uggen και Suzy Mcelrath, το οποίο δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Criminal Law and Criminologyvol.104, issue 3, το φθινόπωρο του 2014, με τίτλο Parental IncarcerationWhat weknow and where we need to go, το οποίο αποτέλεσε αντικείμενο διερεύνησης σε παλαιότερο άρθρο μου στο postmodern, τα παιδιά των φυλακισμένων γονιών στιγματίζονται από το στενό και το ευρύτερο κοινωνικό τους περιβάλλον. Ειδικότερα, η έρευνα διαπιστώνει ότι τα παιδιά συχνά εσωτερικεύουν τα προβλήματά τους, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζουν κατάθλιψη και άλλες παθογόνες καταστάσεις ή, αντίθετα, εξωτερικεύουν τα έντονα συναισθήματά τους, υιοθετώντας επιθετικές αλλά και παραβατικές συμπεριφορές. Εσείς βιώσατε το «κοινωνικό στίγμα» από το στενό ή ευρύτερο περιβάλλον σας και εάν ναι με ποιο τρόπο το αντιμετωπίσατε;
Δεν βίωσα το κοινωνικό στίγμα της συνθήκης του πατέρα μου παρά μόνο όταν κάποια στιγμή βρέθηκα στο αστυνομικό τμήμα Νέου Κόσμου και ο Υπαστυνόμος με ρώτησε το όνομά μου. Όταν του απάντησα, με στραβοκοίταξε. Μπορώ όμως να σας πω ότι ήμουν ένας θυμωμένος έφηβος, διότι δεν είχα τον πατέρα μου στο πλευρό μου. Ήμουν επιθετικός και με αρκετά ατίθαση ενέργεια. Κυρίως στα εφηβικά μου χρόνια. Ναι, ένιωσα ότι θέλω να παραβιάσω το νόμο και αρκετές φορές έπαιξα ξύλο με ανθρώπους χωρίς λόγο και αιτία. Στάθηκα όμως τυχερός, διότι δεν ξεπέρασα τα όρια ή όταν τα ξεπέρασα η μητέρα μου ήταν πάντα εκεί.
  • Ο πατέρας σας είχε συμμετοχή στη ζωή σας όσο ήταν έγκλειστος στη φυλακή ή ήταν απών;
Ο πατέρας μου δεν είχε συμμετοχή στη ζωή μου. Ίσως να προσπάθησε, αλλά γρήγορα κατάλαβα ότι δεν ήταν ότι δεν ήθελε, ήταν ότι δε μπορούσε. Δεν μπορούσε να ξεφύγει από τους δαίμονες του. Δεν μπορούσε να σώσει τον ίδιο του τον εαυτό. Γι’ αυτό και δεν κατάφερε να μου προσφέρει τίποτα, παρά μόνο ότι ήταν το τέλειο παράδειγμα προς αποφυγήν. Ίσως το καλύτερο και μεγαλύτερο δώρο που μου έκανε και τον ευχαριστώ γι’ αυτό. Ίσως να μην έφτανα ως εδώ χωρίς αυτό το στοιχείο. Πιο συγκεκριμένα, ο πατέρας μου δεν με πήρε ποτέ τηλέφωνο να δει τι κάνω, δεν μου είπε ποτέ «Σ’ αγαπώ». Μια φορά που με πήρε τηλέφωνο νόμιζα ότι μου κάνουν πλάκα. Συνειδητοποίησα ότι κάποιος που δεν είναι σε θέση να σώσει τον εαυτό του, να αγαπήσει τον εαυτό του, να προσφέρει στον εαυτό του, ίσως να μην έχει τη δύναμη να κάνει το ίδιο και για τους άλλους, ειδικά για την οικογένεια του. Και λέω ίσως γιατί κάθε περίπτωση είναι διαφορετική.
  • Βάσει της δικής σας εμπειρίας, ποιοι παράγοντες τελικά οδηγούν έναν άνθρωπο στην παράνομη δράση;
Η παράνομη δράση για μένα είναι μια εσωτερική κραυγή ενός ανθρώπου που ψάχνει απεγνωσμένα από κάπου να πιαστεί, μια πράξη κάποιου που ψάχνει να αγαπηθεί, μια πράξη  κάποιου που ζητάει προσοχή . Όλα αυτά φυσικά έρχονται από την παιδική μας ηλικία και μας στιγματίζουν. Πιστεύω ότι η έλλειψη αγάπης και χρόνου συντελούν στο γεγονός ότι ένα παιδί θα ψάξει να βρει «αλλού» την προσοχή, ίσως και μέσα από την παρανομία.  Ειδικά όταν η συγκεκριμένη παράνομη πράξη αποφέρει και κάποια ανταμοιβή η την «εσωτερική επιβεβαίωση» της νίκης. Όπως για παράδειγμα η κλοπή.
Επίσης το περιβάλλον σε οδηγεί σε ένα δρόμο χωρίς επιστροφή πολλές φορές. Ο πατέρας μου μεγάλωσε σε μια οικογένεια όπου και τα 5 αδέρφια του είχαν σχέση με κλοπές και ναρκωτικά, οπότε όπως καταλαβαίνετε, ήταν πολύ δύσκολο  να ξεφύγει από τη συγκεκριμένη συνθήκη. Πιστεύω όμως ότι βολεύτηκε κιόλας, καθώς δεν είχε ούτε καθοδήγηση, ούτε μόρφωση, ούτε παιδεία. Όλα τα παραπάνω λοιπόν συντελούν στο να οδηγηθεί ένας νέος άνθρωπος στην παρανομία.
  • Η φυλακή, κατά την δική σας άποψη, σωφρονίζει;
Τι να σας πω, στη δική μου περίπτωση, όπως φάνηκε, ο πατέρας μου δεν σωφρονίστηκε ποτέ. Ίσως γνώριζε μέσα του ότι δεν μπορούσε να κάνει τίποτε άλλο στη ζωή του, οπότε και να ξέφευγε από την παρανομία, δεν θα μπορούσε να επιβιώσει στιγματισμένος. Να αναφέρω ότι ο πατέρας μου απεβίωσε στη φυλακή πριν από περίπου 6 χρόνια. Νιώθω όμως ότι αν πραγματικά ένας άνθρωπος θέλει να αλλάξει το ρου της ζωής του, τότε μπορεί να το κάνει, αρκεί να ΘΕΛΕΙ. Κάθε περίπτωση είναι ασφαλώς διαφορετική, πιστεύω όμως ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων που ζουν στη παρανομία δεν καταφέρνουν να ξεφύγουν η  να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους, δυστυχώς.
  • Στα παιδιά, των οποίων ο γονιός/οι γονείς βρίσκεται/βρίσκονται στη φυλακή, τι θα λέγατε; Από πού να αντλήσουν δύναμη για να αντιμετωπίσουν τη σκληρή πραγματικότητα;
Θα τους έλεγα ότι η ζωή τους μπορεί να είναι διαφορετική από αυτή των γονιών τους, αρκεί να το θέλουν και να βάζουν στόχους. Εγώ κατάφερα μέσω της υποκριτικής να δουλέψω μέσα μου οτιδήποτε αρνητικό πήρα από τον πατέρα μου και να το πλάσω σε κάθε ρόλο. Δεν αρνήθηκα λοιπόν το γεγονός ότι ο πατέρας μου ήταν αυτός που ήταν. Το ενέταξα στην υποκριτική μου, καταφέρνοντας να πάρω τα εσωτερικά “σκουπίδια” του παρελθόντος μου και να τα μετατρέψω σε κάτι που θα ψυχαγωγούσε ένα συνάνθρωπο μου. Η συγκεκριμένη σκέψη θα μπορούσε να λειτουργήσει για χιλιάδες παραδείγματα. Αν λοιπόν ένα παιδί έχει κακοποιηθεί για παράδειγμα από τον «παράνομο» γονιό του, ίσως να βρει τη δύναμη να γίνει γιατρός και να βοηθήσει τους συνανθρώπους του μέσω του δικού του πόνου. Τονίζω βέβαια και πάλι ότι κάθε περίπτωση είναι διαφορετική.
  • Κύριε Βασιλόπουλε, ολοκληρώνοντας τη συνέντευξή μας, θα ήθελα να μοιραστείτε μαζί μας τα επαγγελματικά σας σχέδια και όνειρα. 
Αυτήν τη στιγμή που μιλάμε προβάλλεται εδώ στην Αμερική το 3ο σίριαλ που έχω κάνει μέχρι στιγμής, στο οποίο συμμετέχω σε 6 επεισόδια από τα 10, του 4ου κύκλου. Πρόκειται για το «The Last Ship» το οποίο προβάλλεται στο κανάλι TNT .
  • Σας ευχαριστώ θερμά που καταθέσετε την πολύτιμη μαρτυρία σας για ένα τόσο σοβαρό και ταυτόχρονο ευαίσθητο θέμα. Σας εύχομαι επιτυχία στα επόμενα βήματά σας.
Εγώ σας ευχαριστώ πολύ.

postmodern.gr
_