Όλα όσα πρέπει να γνωρίζετε για την ιλαρά, την ερυθρά και την παρωτίτιδα


Μετά από τα τελευταία κρούσματα ιλαράς και την αύξησή τους τα τελευταία χρόνια παγκοσμίως, είναι καλό να γνωρίζουμε τι είναι η ιλαρά, αλλά και η παρωτίτιδα και η ερυθρά, έτσι ώστε να μην πανικοβληθούμε χωρίς λόγο, αλλά και να μπορούμε να προστατευτούμε εμείς και τα παιδιά μας.

Αποτελούν και οι τρεις σοβαρές νόσοι, οι οποίες μεταδίδονται από 3 διαφορετικούς ιούς.

Τι είναι η ιλαρά ή measle;

Είναι ιογενή λοίμωξη (RNA ιός) του αναπνευστικού συστήματος που προκαλείται από τον παραμυξοϊό του γένους morbillivirus.

Όπως αναφέρει ο Υ/Α (ΥΓ) Αριστείδης Μολυμπάκης του Κεντρικού Ιατρείου Αθηνών της ΕΛΑΣ, οι άνθρωποι είναι φυσικοί φορείς του ιού, ενώ δεν έχει αναφερθεί καμία προσβολή ζώου απ’ τον ιό.


Πώς μεταδίδεται ο ιός;

Ο ιός μεταδίδεται αερογενώς με το βήχα και το φτάρνισμα μέσω στενής προσωπικής επαφής ή άμεσης επαφής με εκκρίσεις (επαφή με υγρά από τη μύτη και το στόμα ενός μολυσμένου ατόμου, είτε άμεσα είτε μέσω του αέρα).

Ο χρόνος επιβίωσης του ιού στον αέρα ή σε επιφάνειες αντικειμένων είναι μικρότερος των 2 ωρών.

Η νόσος είναι εξαιρετικά μεταδοτική, καθώς το 90% των ανθρώπων που δεν έχουν ανοσία και μοιράζονται τον ίδιο χώρο με ένα μολυσμένο πρόσωπο, θα νοσήσουν. Τα κρούσματα ιλαράς εμφανίζονται συνήθως στο τέλος του χειμώνα και τις αρχές της άνοιξης και η νόσος, όπως επισημαίνει ο ειδικός, είναι πιο σοβαρή σε βρέφη και ενήλικες κυρίως λόγω των επιπλοκών.

Πώς εκδηλώνεται;

Η ιλαρά μπορεί να εκδηλωθεί με τα εξής συμπτώματα:
  • Πυρετό
  • Βήχα
  • Καταρροή
  • Κοκκίνισμα ματιών
  • Κηλιδοβλατιδώδες, ερυθηματώδες εξάνθημα

Ποιες επιπλοκές μπορεί να επιφέρει η ιλαρά;

Η ιλαρά μπορεί να προκαλέσει διάφορες επιπλοκές, από τις οποίες κάποιες είναι εξαιρετικά σοβαρές:
  • Πνευμονία
  • Ωτίτιδα
  • Εγκεφαλίτιδα
  • Έλκος κερατοειδούς

Ο γιατρός επισημαίνει ότι οι επιπλοκές είναι συνήθως πιο σοβαρές σε ενήλικες που προσβάλλονται από τον ιό συγκριτικά με τα παιδιά.

Η περίοδος επώασης, σύμφωνα με τον κ. Μολυμπάκη, είναι 9 – 12 ημέρες από τη μόλυνση, ενώ η νόσος μπορεί να διαρκέσει από 4 – 9 ημέρες.

Πρόληψη και θεραπεία

Συνίσταται ο εμβολιασμός των παιδιών με το εμβόλιο MMR, το οποίο γίνεται σε δύο δόσεις: η 1η δόση συνίσταται στην ηλικία των 12 – 15 μηνών και η επαναληπτική σε ηλικία 4 – 6 ετών. Το εμβόλιο προσφέρει ανοσία στο 99% των εμβολιαμσένων.

Στην περίπτωση των επίνοσων (μη ανοσοποιημένων ατόμων), ο εμβολιασμός του μπορεί σε χρονικό διάστημα μικρότερο των 72 ωρών να μειώσει τα συμπτώματα ή να προλαμβάνει τη νόσο.

Τα άτομα που νοσούν πρέπει να περιορίσουν στο απολύτως απαραίτητο την επαφή με άλλα πρόσωπα και ιδίως με μωρά και ανοσοκατασταλμένα άτομα που δεν μπορούν αν εμβολιασθούν!

Σε αντίθετη περίπτωση, θα πρέπει να εντοπιστούν τα άτομα υψηλού κινδύνου (βρέφη, έγκυες, ανοσοκατασταλμένοι) και να παραπεμφθούν στις υπηρεσίες Υγείας ή στο γιατρό τους για περαιτέρω εξέταση.

Σημαντικό είναι, σύμφωνα με τον ειδικό, να τηρούνται οι κανόνες ατομικής υγιεινής, όπως επίσης και ατομικά μέτρα προστασίας (μάσκα, γάντια). Δυστυχώς, ειδική θεραπεία δεν υπάρχει, ενώ η νόσηση επιφέρει μόνιμη ανοσία.

Τι είναι η παρωτίτιδα ή «Mumps»;

Αποτελεί οξεία ιογενής νόσος που οφείλεται στον ιό της παρωτίτιδας που ανήκει στην ομάδα των παραμυξοϊών και είναι RNA ιός.

Πριν την είσοδο του εμβολίου στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών στην Ελλάδα, η παρωτίτιδα ήταν συνήθης παιδική ασθένεια και συχνότερα εμφανιζόταν το χειμώνα και την άνοιξη. Τώρα πλέον είναι πολύ σπάνια.

Πώς μεταδίδεται;

Ο ιός εισέρχεται από το αναπνευστικό σύστημα με σταγονίδια και με άμεση ή έμμεση επαφή με εκκρίσεις πασχόντων ατόμων και στη συνέχεια πολλαπλασιάζεται στο ρινοφάρυγγα και τους επιχώριους λεμφαδένες.

Ο ιός προσβάλλει μόνο τον άνθρωπο, ενώ η περίοδος επώασης του ιού κυμαίνεται από 12 – 15 ημέρες και η νόσος διαρκεί 3 – 5 ημέρες.

Σημαντικό είναι το γεγονός ότι τα πάσχοντα άτομα μεταδίδουν τη νόσο πριν γίνει το πρήξιμο των παρωτιδικών αδένων και για 5 μέρες αφού αυτοί διογκωθούν. Για το λόγο αυτό, επισημαίνει ο ειδικός, συνίσταται η 5ήμερη απομόνωση των ασθενών.


Πώς εκδηλώνεται και ποιες επιπλοκές μπορεί να προκαλέσει;

Η νόσος μπορεί να εκδηλωθεί με:
  • πυρετό,
  • πονοκέφαλο,
  • μυαλγίες,
  • αίσθημα κόπωσης,
  • πρησμένους και διατεταμένους τους παρωτιδικούς σιελογόνους αδένες.

Αν και οι περισσότεροι άνθρωποι με παρωτίτιδα γίνονται εντελώς καλά, εντούτοις υπάρχουν και σπάνιες περιπτώσεις που μπορεί να υπάρξουν επιπλοκές, όπως:
  • Φλεγμονή των όρχεων σε άνδρες μετά την εφηβεία, που σπάνια οδηγεί στη στείρωση
  • Εγκεφαλίτιδα και/ή μηνιγγίτιδα
  • Ωοθηκίτιδα ή/και μαστίτιδα στις γυναίκες μετά την εφηβεία
  • Παροδική ή μόνιμη κώφωση

Ειδική θεραπεία για την παρωτίτιδα δεν υπάρχει και για το λόγο αυτό η θεραπεία είναι συμπτωματική.

Πώς μπορεί να προληφθεί;

Η νόσος μπορεί να προληφθεί μέσω του βασικού εμβολιασμού με το εμβόλιο MMR σε δύο δόσεις, με την πρώτη στην ηλικία των 12 – 15 μηνών και την επαναληπτική δόση σε ηλικία 4 – 6 ετών. Το εμβόλιο προσφέρει ανοσία στο 95% των εμβολιασμένων για τουλάχιστον 25 χρόνια.

Σε περίπτωση που ένας άνθρωπος νοσήσει, επέρχεται ισόβια ανοσία.

Τα άτομα που νοσούν πρέπει να περιορίζουν στο απολύτως απαραίτητο την επαφή με άλλα πρόσωπα και ιδίως με μωρά και ανοσοκατασταλμένα άτομα που δεν μπορούν να εμβολιασθούν!

Σημαντικό μέτρο προφύλαξης κρίνεται η τήρηση των κανόνων υγιεινής και τα ατομικά μέτρα προστασίας (μάσκα, γάντια).

Τι είναι η ερυθρά ή Rubella;

Ο ιός της ερυθράς είναι RNA ιός που υπάγεται στο γένος Rubivirus της οικογένειας των Togaviridae και προσβάλει μόνο τον άνθρωπο. Ο ιός εισέρχεται στον οργανισμό από το αναπνευστικό σύστημα, αποικίζει το επιθήλιο του ρινοφάρυγγα και προκαλεί πρωτοπαθή και δευτεροπαθή ιαιμία.

Υπάρχουν δύο διαφορετικές κλινικές οντότητες της νόσου:
  1. η επίκτητη ερυθρά και
  2. η συγγενής ερυθρά.

Τρόπος μετάδοσης του ιού

Ο ιός μεταδίδεται αερογενώς με τα σταγονίδια από το αναπνευστικό ή διά μέσου του πλακούντα, οπότε μπορεί να προκαλέσει συγγενή λοίμωξη στο έμβρυο.

Επίκτητη ερυθρά

Η επίκτητη ερυθρά είναι ήπια εξανθηματική ιογενής νόσος, η οποία στο 20 – 50% των περιπτώσεων είναι ασυμπτωματική ή υποκλινική. Ο χρόνος επώασης του ιού κυμαίνεται από 12 – 23 ημέρες. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου επώασης μεταδίδεται αερογενώς, αλλά μπορεί οι νοσούντες να μην παρουσιάζουν συμπτώματα.

Στα παιδιά τα πρόδρομα συμπτώματα είναι σπάνια και η πρώτη εκδήλωση είναι το εξάνθημα. Στους ενήλικες το πρόδρομο στάδιο περιλαμβάνει καταβολή, πυρετό, ανορεξία και συμπτώματα από το ανώτερο αναπνευστικό. Αρκετά συχνά μπορεί να εκδηλωθεί με αρθραλγία και αρθρίτιδα, ενώ μπορεί να εμφανιστεί επιπεφυκίτιδα ή και ορχίτιδα.

Συγγενής ερυθρά

Η συγγενής ερυθρά προκύπτει κατά τη λοίμωξη της εγκύου. Ο ιός περνά από τον πλακούντα στο έμβρυο με αποτέλεσμα τη γέννηση πάσχοντος νεογνού ή άλλοτε την αυτόματη αποβολή του κυήματος ή πρόωρο τοκετό.


Η βαρύτητα των εκδηλώσεων εξαρτάται από την ηλικία κύησης κατά την οποία συμβαίνει η λοίμωξη. Ο κίνδυνος εμφάνισης συγγενών ανωμαλιών φτάνει το 85% όταν το έμβρυο προσβληθεί κατά το πρώτο τρίμηνο, ενώ αντίθετα είναι σπάνιες όταν το έμβρυο προσβληθεί μετά την 20η εβδομάδα κύησης.

Τι μπορεί να επιφέρει η συγγενής ερυθρά;

Η συγγενής ερυθρά μπορεί να προκαλέσει:
  • Κώφωση, η οποία αποτελεί και τη συχνότερη και συχνά τη μόνη εκδήλωση.
  • Προσβολή των οφθαλμών.
  • Συγγενή καρδιοπάθεια.
  • Βλάβες από το Κεντρικό Νευρικό Σύστημα (ΚΝΣ), όπως πνευματική καθυστέρηση και διαταραχές συμπεριφοράς. Οι εκδηλώσεις του ΚΝΣ μπορεί να καθυστερήσουν να εκδηλωθούν κατά 2 – 4 χρόνια.

Η θνητότητα του πρώτους 18 μήνες ζωής του εμβρύου ανέρχεται σε 13%.

Θεραπεία και πρόληψη

Η νόσος είναι ήπια και δεν υπάρχει ειδική θεραπεία, παρά μόνο υποστηρικτική. Η θεραπεία στα νεογέννητα μωρά επικεντρώνεται στη διαχείριση των επιπλοκών.

Η νόσος μπορεί να προληφθεί μέσω του βασικού εμβολιασμού με το εμβόλιο MMR σε δύο δόσεις: η πρώτη στην ηλικία των 12 – 15 μηνών και η επαναληπτική δόση σε ηλικία 4 – 6 ετών. Το εμβόλιο προσφέρει ανοσία στο 95% των εμβολιασμένων για τουλάχιστον 15 χρόνια. Στην περίπτωση που κάποιος νοσήσει, επέρχεται ισόβια ανοσία.

Οι γυναίκες που δεν έχουν εμβολιαστεί ή δεν έχουν νοσήσει από ερυθρά στο παρελθόν, συνίσταται να εμβολιαστούν τουλάχιστον 3 μήνες πριν την έναρξη της κύησης ή αφότου το μωρό γεννηθεί. Στη δεύτερη περίπτωση, όμως, τονίζει ο ειδικός, είναι σημαντικό να μην νοσήσουν κατά την περίοδο της κύησης.

Η τήρηση των κανόνων υγιεινής και τα ατομικά μέτρα προστασίας (μάσκα, γάντια) αποτελούν σημαντικά μέτρα πρόληψης της νόσου.


Πηγή: Κεντρικό Ιατρείο Αθηνών ΕΛ.ΑΣ - www.kiath.gr
_