Υπόθεση Noor-1: Tο γαϊτανάκι των κατασκευασμένων αφηγημάτων συνεχίζεται

Την ώρα που ακόμη δεν έχουν δοθεί εξηγήσεις ούτε για τις τηλεφωνικές συνομιλίες του υπουργού Εθνικής Άμυνας με τον καταδικασμένο σε ισόβια για την υπόθεση «Noor 1»
Μάκη Γιαννουσάκη, ούτε για την κινητικότητα μεταξύ του Πάνου Καμμένου, του υπουργού Δικαιοσύνης Σταύρου Κοντονή και του δημοσιογράφου Μάκη Τριανταφυλλόπουλου, σε σχέση με την κατάθεση που «έπρεπε» να δώσει ο Γιαννουσάκης στις 17 Ιανουαρίου, φαίνεται ότι συνεχίζεται η προσπάθεια να «τεκμηριωθεί» ένα συγκεκριμένο αφήγημα για την υπόθεση «Noor 1».
Το καλοκαίρι του 2015 ο Μάκης Γιαννουσάκης, υπόδικος για την υπόθεση «Noor 1», δίνει μια απόρρητη κατάθεση στον αξιωματικό και ανακριτή του Λιμενικού Σώματος Παναγιώτη Χριστοφορίδη. Η κατάθεση αυτή δεν αναφέρεται σε διακίνηση ναρκωτικών, αλλά περιγράφει συναντήσεις στο Ντουμπάι που αντικείμενο έχουν χρεώσεις μεγαλύτερων ποσοτήτων από το κανονικό σε πετραλειεύσεις πλοίων στην περιοχή του Περσικού Κόλπου. Ο ίδιος ο Γιαννουσάκης ισχυρίζεται σήμερα ότι η κατάθεση εκείνη ήταν αποτέλεσμα πιέσεων και πλάνης και αρνείται ότι όντως υπήρχε υπόθεση λαθρεμπορίας. «Κανένα λαθρεμπόριο δεν έγινε και ποτέ από όσα καταγγείλω. Μέχρι ένα δείπνο που πραγματικά βρέθηκα να είμαι παρών ( όχι στο ίδιο τραπέζι ) με έβαλαν να τον παρουσιάσω σαν δείπνο συνωμοσίας». Μάλιστα υποστηρίζει επιπλέον ότι «υπάρχει υπόθεση συναλλαγής (όχι με εμένα). Το κατέθεσα επίσημα στο 5μελλες το είπα σε συνέντευξη αλλά κανείς δεν με κάλεσε. Ανώνυμη επιστολή μου είχε επιδειχθεί που κατά τον κύριο Χριστοφίδη ήταν από μάρτυρα της υπόθεσης και τους βοήθησε με αντάλλαγμα να μην γίνει κατηγορούμενος. Αυτή η επιστολή περιέγραφε όλα όσα κατέθεσα τότε». Στην εύλογη ερώτηση γιατί παρ’ όλα αυτά τα κατέθεσε η απάντησή του είναι η ακόλουθη: «Γιατί τα έκανα όλα αυτά ; μα για να προστατέψω την οικογένεια μου κυρίως και δευτερευόντως εμένα. Μήπως θυμάστε στους «φιλικούς » διαλόγους με τον ήρωα του λιμενικού να μου λέει ότι ο Μαρινάκης θα με φάει ; το ίδιο μου έλεγε από τότε και μάλιστα ότι είχε βάλει Σέρβους εκτελεστές να με σκοτώσουν. Απλά τα πράγματα , μας λες ότι ο Μαρινάκης έφερε τα ναρκωτικά και σου σώζουμε την ζωή! Και στην άρνηση μου να το κάνω με έπεισαν να πω όλα αυτά και αυτοί τότε να ζητήσουν να προστατευτώ. Έκανα το λιγότερο κακό που θα μπορούσα να κάνω σε αθώους ανθρώπους».
Όμως, ο Γιαννουσάκης λίγο αργότερα δίνει με δική του πρόθεση και άλλη μία απόρρητη κατάθεση στην οποία κατονομάζει τους κατά δήλωσή του χρηματοδότες της διακίνησης του συγκεκριμένου φορτίου. Η κατάθεσή του αυτή, στην οποία επιμένει ακόμη και σήμερα, αναμένει τη διερεύνησή της, παρότι είναι κομβική πλευρά της πολύκροτης υπόθεσης και από πολλούς θεωρείται κλειδί για να μάθουμε επιτέλους τι ακριβώς έγινε με το «Noor 1».
Έναν χρόνο πριν, σε ανύποπτη στιγμή, το 2014, ο Ν. Συντυχάκης, στέλεχος των επιχειρήσεων του Βαγγέλη Μαρινάκη, συνελήφθη στο αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος» να φέρει 622.000 ευρώ. Υποστήριξε ότι το ποσό αυτό ήταν ένα ρευστοποιημένο ναυτιλιακό έμβασμα που δεν χρησιμοποιήθηκε και το επέστρεφε, πλήρωσε το αναλογούν πρόστιμο και η υπόθεση έκλεισε. Σημειώνουμε εδώ ότι –δυστυχώς– ούτως ή άλλως το ναυτιλιακό συνάλλαγμα και τα έσοδα των εφοπλιστών είναι πρακτικά αφορολόγητα, ενώ επιπλέον, σύμφωνα με ναυτιλιακούς κύκλους, είναι συχνό το φαινόμενο των συναλλαγών με μετρητά στην ναυτιλία π.χ. τα πληρώματα πάντα προτιμούν να πληρώνονται σε μετρητά.

Αντί η προτεραιότητα να δοθεί στη διερεύνηση της κατάθεσης για τους χρηματοδότες, η έμφαση δόθηκε στην πρώτη κατάθεση. Το πρόβλημα που υπήρχε, όμως, ήταν ότι η κατάθεση αυτή δεν αναφερόταν σε εμπορία και διακίνηση ναρκωτικών. Αναφερόταν σε πιθανή τέλεση τελωνειακών παραβάσεων και αυτό χωρίς να μπορεί να το τεκμηριώσει. Παρ’ όλα αυτά, θεωρήθηκε ότι η κατάθεση μπορούσε να «δέσει» τη συμμετοχή του Βαγγέλη Μαρινάκη στην υπόθεση «Noor 1». Για να γίνει αυτό, όμως, η κατάθεση δεν ήταν αρκετή.
Χρειάζονταν και πιο συγκεκριμένες αποδείξεις παράνομων ή παράτυπων συναλλαγών. Τα στοιχεία αυτά, δηλαδή τα αντίγραφα της κίνησης των λογαριασμών του Γιαννουσάκη που αφορούσαν συναλλαγές της δικής του επιχείρησης με επιχειρήσεις του Βαγγέλη Μαρινάκη και άλλων εφοπλιστών για πετρελαιεύσεις πλοίων, τα έδωσε με κατάθεσή του ο ίδιος ο Γιαννουσάκης μετά τη συνάντηση που είχε με την εισαγγελέα Ειρήνη Τζίβα στις 17 Ιανουαρίου 2017, αφού πρώτα της τα έδωσε ανεπίσημα. O Γιαννουσάκης υποστηρίζει ότι είχαν ήδη στα χέρια τους τις κινήσεις των λογαριασμών και τα είχε δώσει άνθρωπος που βρέθηκε υπό το καθεστώς εκβιασμού. Όπως λέει χαρακτηριστικά: «Τα στοιχεία εκτυπώθηκαν από άνθρωπο που εκβίασαν αλλά φοβάται να καταθέσει μετά από όλα αυτά που έπαθα εγώ. Και ο τρόπος που εκτυπώθηκαν είναι με λεφτά κάτω από το τραπέζι. Μπορώ βέβαια να σας πω ποιος είναι αλλά ο άνθρωπος θα δει την κατάθεση του στο Documento ή στη Ζούγκλα το πολύ σε μια βδομάδα. Αν υπάρξει δικαστικός που δεν μοιράζει τις κρυφές καταθέσεις και πραγματικά προστατεύει τον μάρτυρα να είσαστε σίγουροι ότι θα καταθέσει ποιος και ποσά λεφτά του έδωσε να κάνει αυτή την δουλειά (να φέρει τους λογαριασμούς ) και θα σας πει ποιος μίλησε για αυτούς τους λογαριασμούς ( όχι εγώ)».
Ωστόσο, φαίνεται ότι μάλλον ούτε αυτά τα στοιχεία από μόνα τους έφταναν, άλλωστε τον περασμένο Ιούνιο απαντώντας σε σχετικά δημοσιεύματα του Μάκη Τριανταφυλλόπουλου η πλευρά του Βαγγέλη Μαρινάκη έστειλε δικά της παραστατικά για τις συγκεκριμένες συναλλαγές.
Όμως, και πάλι τα ναρκωτικά δεν έβγαιναν στο προσκήνιο. Χρειαζόταν τουλάχιστον μία κατάθεση στην ανάκριση και προφανώς μετά στο δικαστήριο, που να λέει «τα λεφτά αυτά ήταν για ναρκωτικά». Αυτή ακριβώς ήταν η «σωστή» κατάθεση που στις συνομιλίες που αποκάλυψε το UNFOLLOW πιεστικά απαιτεί από τον Γιαννουσάκη ο Χριστοφορίδης, ο οποίος σχεδόν του υπαγορεύει τη διατύπωση, παρότι ο πρώτος επαναλαμβάνει διαρκώς ότι δεν μπορεί να καταθέσει για ναρκωτικά εναντίον κάποιου που γνωρίζει ότι δεν έχει σχέση με τη συγκεκριμένη υπόθεση. Για την ακρίβεια, το βασικό αντικείμενο της συνομιλίας Γιαννουσάκη και Χριστοφορίδη και η αιτία των πιέσεων και των «υποσχέσεων», παρά την άρνηση του πρώτου να καταθέσει, είναι να προκύψει τουλάχιστον μία κατάθεση που να συνδέει τις συναλλαγές αυτές με διακίνηση ναρκωτικών.
Και επειδή όπου υπάρχουν ναρκωτικά, υπάρχει και μαύρο χρήμα, έρχεται εδώ να ξεθαφτεί και η υπόθεση Συντυχάκη, παρότι είναι εμφανώς άσχετη αλλά και έχει λήξει πριν από έναν χρόνο. Ήταν όμως αναγκαία για να μπορεί να κλείσει το τρίγωνο συναλλαγές στο Ντουμπάι – ναρκωτικά – εισαγωγή μαύρου χρήματος. Βέβαια χωρίς τη «σωστή» κατάθεση και πάλι το όλο τρίγωνο μένει μετέωρο.
Εδώ εντοπίζεται η προσπάθεια να διαμορφωθεί κλίμα. Το βασικό όπλο, πέραν της διαρροής της υποτίθεται απόρρητης κατάθεσης και της χρήσης της υπόθεσης Συντυχάκη, ήταν η χρήση των καταγραφών από συνομιλίες που είχε κάνει η ΕΥΠ. Οι καταγραφές αυτές είχαν γίνει στο πλαίσιο μιας άλλης υπόθεσης, αυτής που αφορούσε την «εγκληματική οργάνωση» στο ποδόσφαιρο. Εδώ, με πρωταγωνιστή κυρίως τον δημοσιογράφο του ΣΚΑΪ Κ. Θωμαΐδη και την εκπομπή «Δίκη», είχαμε το φαινόμενο υποκλοπές και καταγραφές από άλλη υπόθεση να χρησιμοποιούνται κατά το δοκούν, άλλοτε για να αποδειχτεί το λαθρεμπόριο καυσίμων, άλλοτε το ναρκεμπόριο ακόμη και εάν αναφέρονται στο ποδόσφαιρο. Σημειώνουμε εδώ ότι στη συνομιλία με τον Γιαννουσάκη ο Χριστοφορίδης παραδέχεται ότι μερικές από τις συνομιλίες που έβγαλε στη δημοσιότητα ο Θωμαΐδης τις είχε δώσει ο ίδιος και μάλιστα σε ανεπίσημη καταγραφή. Αυτό το ιδιότυπο ταξίδι ανάμεσα σε διαφορετικές δικογραφίες των ίδιων των στοιχείων και «συνομιλιών» με διαφορετική χρήση κατά περίπτωση μάλλον δεν αντιστοιχεί σε ενδελεχή έρευνα, αλλά σε προσπάθεια επιβεβαίωσης προαποφασισμένων σχημάτων. Το ενδιαφέρον είναι ότι παρότι όλα αυτά παρουσιάστηκαν σε διάφορες παραλλαγές από εκπομπές του Θωμαΐδη το 2015, τότε δεν υπήρξε ανάλογη κινητοποίηση της Δικαιοσύνης.
Δεν είναι τυχαίο και το γεγονός ότι, όπως γράψαμε στο UNFOLLOW, παραμονές της συνάντησης του Γιαννουσάκη με την κυρία Τζίβα τον Ιανουάριο του 2017, υπήρξαν δημοσιεύματα… προφητικά. Συγκεκριμένα γράφαμε στις 31 Ιουλίου 2017:
«Η δικογραφία (προκαταρκτική εξέταση) άνοιξε στις 27 Ιανουαρίου 2017 από το Κεντρικό Λιμεναρχείο Πειραιά και αφορούσε προανακριτικό υλικό σχετικά με διακίνηση μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών στη βάση της κατάθεσης που έδωσε ο Γιαννουσάκης, η οποία αφορούσε την κίνηση λογαριασμών της ναυτιλιακής εταιρείας του στις 25 Ιανουαρίου 2017. Αυτά είναι και τα στοιχεία που είχε δεσμευτεί να δώσει ο Γιαννουσάκης στην κυρία Τζίβα, κατά την επίσκεψή της, στις 17 Ιανουαρίου 2017.
Όμως, το σκεπτικό αναφέρει ότι η κατάθεση αυτή συσχετίστηκε με έγγραφο της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στις 17 Ιανουαρίου 2017, που κοινοποιούσε ρεπορτάζ της ιστοσελίδας του ΣΚΑΪ της ίδιας ημέρας, το οποίο κάνει λόγο για νέα δικογραφία σχετικά με την υπόθεση “Noor 1”, όπου πρόεδρος ΠΑΕ εμπλέκεται σε υπόθεση ξεπλύματος και λαθρεμπορίου. Για την ακρίβεια, το συγκεκριμένο ρεπορτάζ στην ιστοσελίδα του ΣΚΑΪ, με τίτλο “Η νέα δικογραφία του Noor One: Μάρτυρας εμπλέκει πρόεδρο μεγάλης ΠΑΕ σε ξέπλυμα και λαθρεμπόριο”, αφορούσε την εκπομπή “Η Δίκη στον ΣΚΑΪ” και ανέβηκε λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 16ης προς 17η Ιανουαρίου. Το ρεπορτάζ αυτό, που παραπέμπει στην εκπομπή, αναφέρεται σε “απόρρητη κατάθεση προστατευόμενου μάρτυρα”, ο οποίος “μπλέκει πρόεδρο μεγάλης ΠΑΕ στη νέα δικογραφία για την πολύκροτη υπόθεση του Noor One”, και σε έρευνα της Εισαγγελίας Πειραιά για “ξέπλυμα βρώμικου χρήματος και λαθρεμπόριο καυσίμων”, που όμως συνδέεται “με τη χρηματοδότηση του φορτίου των 2,1 τόνων ηρωίνης”. Αναφέρεται μάλιστα ότι “ο μάρτυρας θεμελιώνει την απόρρητη κατάθεσή του με τραπεζικά έγγραφα και email”, ενώ τα υπόλοιπα στοιχεία δείχνουν να παραπέμπουν στη γνωστή κατάθεση του Γιαννουσάκη από τον Ιούλιο του 2015. Λέμε “δείχνουν” γιατί η συγκεκριμένη εκπομπή αποφεύγει τις επώνυμες αναφορές προτιμώντας περιγραφικές αναφορές, όπως “προστατευόμενος μάρτυρας”, “πρόεδρος μεγάλης ΠΑΕ” κτλ. Αξιοσημείωτο και το γεγονός ότι στην εκπομπή της επόμενης εβδομάδας (ξημερώματα 24/1/2017) οι δημοσιογράφοι Κυριάκος Θωμαΐδης και Μαίρη Μπενέα, σχολιάζοντας όσα είχαν προβληθεί την προηγούμενη εβδομάδα, αναφέρουν ότι θα αντικατασταθεί η ανακρίτρια Αλβανού που χειρίζεται την υπόθεση των ναρκωτικών σε σχέση με το “Noor 1”.
Δηλαδή, μία εβδομάδα πριν από την κατάθεση Γιαννουσάκη για την κίνηση λογαριασμών, που υποτίθεται ότι είναι η αφετηρία για τη νέα δικογραφία, ιστοσελίδα ανακοινώνει ότι ήδη υπάρχει νέα δικογραφία γι’ αυτό το ζήτημα και η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου με σπάνια σπουδή παραγγέλνει διερεύνηση του θέματος την ίδια μέρα. Προφητικό χάρισμα της ιστοσελίδας; Αυτοεκπληρούμενη προφητεία; Ή μήπως κάποιοι ανέμεναν ότι στις 17 Ιανουαρίου θα δινόταν η “σωστή” κατάθεση με βάση την κινητικότητα που υπήρξε εκείνη την ημέρα στην επικοινωνία ανάμεσα στον Καμμένο, στον Γιαννουσάκη και τον Μάκη Τριανταφυλλόπουλο; Και γιατί ξεκινά η διερεύνηση του θέματος από τον Ιανουάριο του 2017,αφού η αρχική κατάθεση του Γιαννουσάκη για υποτιθέμενες πρακτικές λαθρεμπορίου και ξεπλύματος είχε γίνει τον Ιούλιο του 2015;… Και γιατί να μην υπάρχει ανάλογη ταχύτητα στη διερεύνηση του ζητήματος των χρηματοδοτών; Για την ιστορία, να θυμίσουμε ότι λίγο πολύ ακριβώς όσα ακούστηκαν στη “Δίκη στον ΣΚΑΪ” τον Ιανουάριο του 2017 είχαν ακουστεί σε ανάλογες εκπομπές και τον Δεκέμβριο του 2015, όμως τότε δεν είχε υπάρξει ανάλογη σπουδή από τη μεριά των δικαστικών αρχών».
Ας σημειώσουμε εδώ ότι ανάλογο ρόλο «αναμεταδότη» των σχετικών δεδομένων έχει αναλάβει ο δημοσιογράφος Μάκης Τριανταφυλλόπουλος, που σε τακτά χρονικά διαστήματα ανακυκλώνει το σχετικό υλικό θεωρώντας ότι έτσι θα κρατήσει το θέμα στη δημοσιότητα. Επιπλέον, ο κ. Τριανταφυλλόπουλος είναι αυτός που κατεξοχήν έχει διακινήσει και τη θεωρία περί του «τρίτου τόνου ηρωίνης» που υποτίθεται ότι την ανάφερε ο Γιαννουσάκης, παρότι ο τελευταίος την έχει διαψεύσει, και που υποτίθεται ότι δίνει άλλη διάσταση στην όλη υπόθεση και άλλη σύνδεση με την υπόθεση των ναρκωτικών. Ας σημειώσουμε εδώ ότι ο ίδιος ο Γιαννουσάκης υποστηρίζει ότι στις συνομιλίες που είχε με τον Τριανταφυλλόπουλο, ο τελευταίος επέμεινε ότι προσωπική του γνώμη ήταν ότι δεν υπάρχει εμπλοκή Μαρινάκη σε υπόθεση ναρκωτικών. Όπως δηλώνει χαρακτηριστικά: «Γνωρίζει η κυρία Τζίβα ότι η άποψη του κ. Τριανταφυλλόπουλου για τον κ. Μαρινάκη είναι ότι δεν έχει σχέση με τα ναρκωτικά ; Της την έδωσε αυτή την συνομιλία ; Αν όχι να της την στείλω εγώ μαζί με την επόμενη που μου λέει ότι ποτέ δεν είπε ότι ο Μαρινάκη είναι αθώος».
Όλα αυτά ήρθαν ξανά στο προσκήνιο μετά τις αποκαλύψεις του UNFOLLOW αλλά και μηνυτήρια αναφορά του Γιαννουσάκη στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου. Στο πλαίσιο αυτό, πέραν των στοιχείων που είχαν κατατεθεί για την προσπάθεια άσκησης πίεσης στον Γιαννουσάκη (τηλεφωνικές επικοινωνίες, συνομιλίες με Χριστοφορίδη), ο Γιαννουσάκης θα καταθέσει και επιπλέον στοιχεία κυρίως για το πώς η κυρία Τζίβα επέμενε πάρα πολύ να δοθεί αυτή η κατάθεση, συμπεριλαμβανομένου και του γεγονότος ότι του έδωσε τον αριθμό του τηλεφώνου της στην Εισαγγελία για να την καλεί. Καταθέτοντας στο πλαίσιο της διερεύνησης των καταγγελιών αυτών από τον εισαγγελέα Μπρακουμάτσο, η κυρία Τζίβα υποστήριξε, σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας Documento, ότι κινήθηκε στο πλαίσιο των εισαγγελικών καθηκόντων της, δεν άσκησε πιέσεις και ότι το τηλέφωνό της θα μπορούσε να βρεθεί από τον τηλεφωνικό κατάλογο. Από τη μεριά του ο Γιαννουσάκης υποστηρίζει ότι δεν είναι λογικό να απαντάει μια εισαγγελέας και να συνομιλεί με κάποιον που απλώς βρήκε το τηλέφωνό της από τον τηλεφωνικό κατάλογο και επιμένει στο αίτημά του να αναζητηθούν και να δοθούν στη δημοσιότητα τα στοιχεία για την ώρα και τη διάρκεια των συγκεκριμένων συνομιλιών. Λέει μάλιστα χαρακτηριστικά: «Όποιος μπορεί να βρει το τηλέφωνο της Eισαγγελίας στον Χρυσό Οδηγό, μπορεί να πάρει την προϊσταμένη, να του την δώσουν αφού ακούσουν ποιος την ζητάει και να της μιλήσει 5-6 φορές για 20 λεπτά;». Επιμένει μάλιστα ότι αυτό αφορούσε την οικονομική έρευνα και όχι την υπόθεση ναρκωτικών, ενώ υπογραμμίζει ότι «την κ. Τζιβα δεν την έμπλεξα εγώ αλλά ο Χριστοφορίδης ο οποίος επικαλέσθηκε ότι είναι στο «κόλπο»». Μάλιστα, θέτει και το ακόλουθο ερώτημα: «Ο υπουργός που μεσολάβησε για να έρθει η κ. Τζίβα (ο Πάνος Καμμένος) κατά δήλωση του μεσολάβησε λόγω Τριανταφυλλόπουλο. Γνώριζε η κυρία Τζίβα ότι από το πρωί της 17-1-2017, προφορικά και με μήνυμα γραπτό μου στον Τριανταφυλλόπουλο εξέφραζα την άρνηση μου να καταθέσω;»
Πρόσφατα η κυρία Τζίβα ξεκίνησε τη διερεύνηση της ανάκρισης καλώντας όχι τον Γιαννουσάκη στη βάση των καταθέσεών του οποίου ξεκίνησε αυτή η έρευνα, αλλά τον Συντυχάκη και τον δικηγόρο Ευάγγελο Μπαϊρακτάρη που υποτίθεται ότι σχετίζεται με μία από τις εταιρείες που αναφέρονται στις κινήσεις των λογαριασμών του Γιαννουσάκη. Το ερώτημα παραμένει ως προς το γιατί δεν έχει υπάρξει ανάλογη διερεύνηση των καταγγελιών που αφορούν τους χρηματοδότες του φορτίου του «Noor 1», παρότι υπάρχει η σχετική κατάθεση από τον Νοέμβριο του 2015, γιατί δηλαδή δεν διερευνάται ένα νήμα που έχει άμεση σύνδεση με την υπόθεση και πιθανώς να μπορεί να δώσει εξηγήσεις, ενώ αντίθετα επανέρχεται διαρκώς στο προσκήνιο η προσπάθεια να αποδειχτεί ότι μια υπόθεση λαθρεμπορίου (που δεν έχει αποδειχτεί), μια εισαγωγή ναυτιλιακού συναλλάγματος και μια διερεύνηση στημένων παιχνιδιών ποδοσφαίρου, όλα αυτά δένουν με έναν «μαγικό» τρόπο με μια υπόθεση ναρκωτικών την ώρα που δεν διερευνάται η αφετηρία: ποιοι πλήρωσαν να έρθει το φορτίο.
Την ίδια στιγμή ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι το μίγμα πιέσεων και υποσχέσεων προς τη μεριά Γιαννουσάκη φαίνεται να έχει ενταθεί ξανά και από παράγοντες του σωφρονιστικού συστήματος και από δημοσιογράφους και από πολιτικής πλευράς. Ο ίδιος ο Γιαννουσάκης υποστηρίζει πως, παρότι θα έπρεπε να είναι σε ένα καθεστώς προστατευόμενου μάρτυρα, εντούτοις οι όροι κράτησής του δεν εμπνέουν ακριβώς αίσθημα ασφάλειας. Το σημείο αυτό είναι σοβαρό και καλό είναι να μην το προσπεράσουμε. Το γεγονός ότι ο Γιαννουσάκης έχει καταδικαστεί για μια σοβαρή υπόθεση δεν αναιρεί το δικαίωμά του η φυλάκιση να μη σημαίνει και εξόντωση. Όπως λέει χαρακτηριστικά ο ίδιος «αν θυμάμαι καλά ο κ. Καμμένος διάβασε τον νόμο στην ολομέλεια της Βουλής ότι αυτός που δίνει το “μεγάλο ψάρι” ( όπως χαρακτηριστικά είπε ) παίρνει αναστολή. 20-11-15 θυμίζω ότι έδωσα το μεγάλο ψάρι ,αλλά δεν διάβασα τα ψιλά γράμματα του νόμου που πρέπει το ψάρι να έχει συγκεκριμένο ονοματεπώνυμο». Στο ίδιο πλαίσιο θεωρεί ότι οι μεταγωγές του έχουν σχέση με το εάν έδινε ή δεν έδινε τις απαντήσεις που περίμεναν από αυτόν. Λέει χαρακτηριστικά για τη μεταγωγή του στις φυλακές Αυλώνα: «Έκανα αίτηση; ή ήρθε μόνη της; Ήμουν ο πρώτος υπόδικος στην ιστορία των φυλακών Αυλώνα που πήγα ; Ήμουν ο μόνος που πήγε χωρίς να κάνει αίτηση ; Μήπως ήταν το «αντάλλαγμα » προστασίας μου για τις καταθέσεις μου; Μήπως ήταν η προστασία από τους «Σέρβους «; Μήπως ένα βράδυ ήρθε η μεταγωγή μου για να μου πούνε ότι πρόλαβαν να με σώσουν τελευταία στιγμή; Και όταν πραγματικά κινδύνευα μου ήρθε μεταγωγή να φύγω; Την ημέρα που είπα ότι δεν θα καταθέσω αυτό που μου ζήταγε ο Χριστοφορίδης σε λίγες μέρες έφυγα σηκωτός; Αυτά όλα θα τα ψάξει κανείς εισαγγελέας; Ότι είπα ότι συγκεκριμένος κύριος από το υπουργείο που έχει αναλάβει την έξοντωση μου θα το ψάξει κανείς;». Απευθυνόμενος μάλιστα προς την κ. Τζίβα ρωτάει: «Έχει υπόψη της ότι η προστασία που μου παρέχουν είναι μόνο όταν υπάρχουν κάμερες ( πίσω από τις κάμερες βιώνω συνθήκες θανάτου); Να μην έχει αμφιβολία ότι η μήνυση ξεκίνησε με αποδείξεις για δυο άτομα ,αλλά θα εμπλουτιστεί και με τους «δημόσιους λειτουργούς» που έχουν αναλάβει την ψυχική και βιολογική μου εξόντωση μου». Ειδικά σε σχέση με το ρόλο του αξιωματικού του Λιμενικού Σώματος Παναγιώτη Χριστοφορίδη θέτει το εξής ερώτημα: «Ο κύριος Κουρουπλής είπε ότι ο Χριστοφορίδης έρχονταν με εντολή της κ. Τζίβα και όχι του λιμενικού και για αυτό δεν έγινε κανένας πειθαρχικός έλεγχος. Μα η κυρία Τζίβα εμφανίστηκε όταν άνοιξε η δικογραφία για το ξέπλυμα (27-1). Στις προηγούμενες «επισκέψεις» με ποιανού την εντολή έρχονταν;». Σε αυτό το πλαίσιο ο Γιαννουσάκης θέτει συγκεκριμένα ερωτήματα για τη διαχείριση των αποκαλύψεων: «Η φωνή του κ. Χριστοφορίδη που ακούγεται να λέει ότι είναι να μπλέξει την κυρία Τζίβα στην εμπλοκή ενός αθώου (που επαναλαμβάνω 5-6 φορές ξεκάθαρα) δεν της αρκεί να του ζητήσει εξηγήσεις; Πάντως ο κ. Κοντονής είπε παράνομα κτηθείσα για την συνομιλία, δεν θυμάμαι να είπε ότι παρήγαγα την φωνή του Χριστοφορίδη. Ο κ. Κοντονής επικαλείται την «συνέντευξη» μου στον Τριανταφυλλόπουλο ξεχνάει να πει ότι πριν την «συνέντευξη» έκανα αναφορά στον Άρειο πάγο και την γνωστοποίησα στον Τριανταφυλλόπουλο με εξώδικο το οποίο ξέχασε να δημοσιοποιήσει (μάλλον γιατί ο διαγωνισμός ΔΟΛ ήταν σε δυο μέρες). Και ένα ρητορικό ερώτημα. Ο Τριανταφυλλόπουλος έχει ήδη καταθέσει σαν ύποπτος. Άραγε ο κ. Καμμένος θα επιμένει ότι ενήργησε από παρότρυνση ενός κατηγορουμένου ή θα του κάνει μήνυση ότι τον ξεγέλασε;»
Ωστόσο, το πιο σημαντικό στοιχείο αφορά τον πολιτικό χειρισμό της υπόθεσης και τη στάση των κυβερνητικών παραγόντων. Το ερώτημα είναι εάν η υπόθεση «Noor 1» που αποδεδειγμένα έχει καταστεί τοξική για διάφορες πλευρές της δημόσιας ζωής θα τύχει διερεύνησης ή «αφήγησης». Μέχρι τώρα φαίνεται να κυριαρχεί το στοιχείο της «αφήγησης», δηλαδή πρώτα κατασκευάζεται το αφήγημα, εν προκειμένω η υποτιθέμενη εμπλοκή Μαρινάκη και μετά αναζητούνται τα στοιχεία για να το τεκμηριώσουν. Το εάν θα αποδειχθεί έχει μικρή σημασία για όσους το διακίνησαν εξαρχής μια που στο πλαίσιο των πολιτικών και επιχειρηματικών αντιπαραθέσεων χρήσιμο είναι απλώς να κυριαρχεί στην ατμόσφαιρα μια αφήγηση που ακόμη και εάν δεν αποδειχτεί ποτέ θα παραμένει στον αέρα εφόσον «κάποιοι την κουκούλωσαν». Άλλωστε, έχει αποδειχτεί ότι πάντα υπάρχουν οι πρόθυμοι, από τον χώρο της Δικαιοσύνης έως τον χώρο της ενημέρωσης, περνώντας φυσικά από τον χώρο της πολιτικής, να ακολουθήσουν το αφήγημα, ενίοτε και πιστεύοντας ότι με αυτό τον τρόπο υπηρετούν το καθήκον τους άνευ άλλης ιδιοτέλειας. Το ότι σε ένα τέτοιο πλαίσιο αποδοχής αφηγημάτων, ακόμη και εάν δεν υπάρχουν οι αντίστοιχες τεκμηριώσεις, δείχνουν να κινούνται και κυβερνητικοί υπεύθυνοι, απλώς κάνει τα πράγματα ακόμη πιο ανησυχητικά.
Η πραγματικότητα δεν είναι «αφήγημα», αλλά γεγονότα. Και αυτά τα πραγματικά γεγονότα πρέπει να διερευνηθούν. Με τρόπους που να αποσκοπούν στην αλήθεια και στην όντως απόδοση ευθυνών και όχι με όρους απλής ανακύκλωσης μιας «αρνητικής δημοσιότητας».
Το να παγιωθεί στην κοινή γνώμη η αντίληψη ότι γενικά, αφηρημένα και αδιακρίτως όλοι είναι «βρώμικοι» με κάθε δυνατό τρόπο, ότι το εάν θα τη γλιτώσεις ή εάν θα βρεθείς καταδικασμένος δεν έχει σχέση με την κανονική διερεύνηση ευθυνών, αλλά με το εάν έχεις τη δύναμη να το κάνεις (ή εάν αντίστοιχα έχουν μεγαλύτερη δύναμη αυτοί που είναι εναντίον σου), ότι τελικά όλα είναι ένα κουβάρι από «συναλλαγές» (ακόμη και εάν στο τέλος το αποτέλεσμα είναι ισοπαλία), όλα αυτά απλώς κλονίζουν την εμπιστοσύνη της κοινωνίας στους θεσμούς, στη Δικαιοσύνη και την πολιτική. Και αυτό επικίνδυνο. Για όλους.


του Λευτερη Χαραλαμπόπουλου
unfollow.com.gr
_