Κώστας Γουρνάς: μερικές απαραίτητες εξηγήσεις...

Αναδημοσιεύουμε από το Indymedia: «Μέσα  από  ένα  άνοιγμα  στα  μπλοκ  με  τα διαμερίσματα,  πάνω  από  μια  μικρή  αλάνα,  όπου  έπαιζαν  ποδόσφαιρο τα  παιδιά  της  γειτονιάς,  το  βλέμμα
  του  Τσάρλυ  καρφώθηκε  σ’  ένα ψηλό κτίριο, στο βάθος. Η αγέρωχη όψη του ανθρώπου, που είχαν  αποτυπώσει  να  στέκεται  ολόρθος,  καταλαμβάνοντας  τα  τρία τέταρτα  του  κτίσματος,  σ’  ένα  έργο  με  λάδι,  ήταν  πραγματικά  συγκλονιστική.  Δεν  είχε  επιλεγεί  τυχαία  το  πιο  ψηλό  σημείο  του  τομέα.  «Αυτός  ο  σύντροφος  δεν  έκανε  κάτι  τόσο  σπουδαίο,  για  να βρίσκεται  εδώ.  Ήταν  ο  ίδιος  τόσο  σπουδαίος,  ώστε  τούτη  η  θέση να  του  ανήκει  δικαιωματικά.  Όποιος  τολμά  να  τον  κοιτάξει,  να αισθάνεται  ταπεινός,  σαν  να  κοιτάζει  τον  ήλιο  το  καταμεσήμερο, κι  όποιος  τολμά  να  αποστρέψει  το  βλέμμα  του  από  εκείνον,  να  περιμένει  την  εκδίκηση,  χαμένος  στο  σκοτάδι»,  έγραφε  η  επιγραφή από  κάτω».
Από το βιβλίο «Η βαρύτητα στο ή»


«Ήθος ανθρώπω δαίμων», Ηράκλειτος. 


Το κείμενο αυτό θα είναι το τελευταίο δημόσιο που γράφω και θα αφορά την αντιπαράθεση μου με τους δύο πρώην συντρόφους μου. Όσο και να επιμένουν να με διαβάλουν, πράγμα που είναι βέβαιο ότι θα συνεχιστεί μιας και είναι ό,τι τους έχει απομείνει να κάνουν στη δυσχερή και θλιβερή θέση που έβαλαν οι ίδιοι τους εαυτούς τους, εγώ παύω να απαντώ από εδώ και πέρα. Την Παρασκευή 1η Σεπτέμβρη συνεχίζεται το εφετείο με τους μάρτυρες υπεράσπισής μου. Οι τρεις σύντροφοι που μέσα σε ένα δυσάρεστο κλίμα πόλωσης δέχθηκαν να με τιμήσουν με την παρουσία τους εκεί για την πολιτική υπεράσπιση της ιστορίας μου αξίζουν το σεβασμό όλων. Οι σύντροφοι αυτοί είναι ο Νίκος Ρωμανός, ο Δημήτρης-Αντρέας Μπουρζούκος και ο Χρήστος Πολίτης. Το κείμενο αυτό δεν απευθύνεται στους δύο που επέλεξαν το ρόλο της πολιτικής αγωγής εναντίον μου σε αυτό το δικαστήριο. Απευθύνεται στο κίνημα. Στο μόνο αρμόδιο, όχι για να κρίνει την όποια αντιπαράθεση -αυτό έχει γίνει ήδη- αλλά για να θέσει τους όρους για μια ουσιαστική ανασύνταξη, απαλλαγμένο από μερικές παθογένειες που το κρατάν αιχμάλωτο στον ζόφο και την ένδεια. Είναι ο μόνος τρόπος για να γίνει πραγματικά μια υπέρβαση που έχει ανάγκη η εποχή μας. Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος θα δείξει την ανταπόκριση του καθενός σε τούτη την πρόκληση. 

Ο Γιωργάκης Παπανδρέου, κατά τη διάρκεια της θητείας του ως πρωθυπουργός την πρώτη περίοδο της κρίσης, χρησιμοποιούσε συχνά την έκφραση «…να κάνουμε την επανάσταση του αυτονόητου». Βέβαια, η επίκληση ενός -τουλάχιστον- καθυστερημένου ταξικού εχθρού όπως εκείνος, ο οποίος σηματοδότησε με την πολιτική του παρουσία την υποθήκευση των ζωών χιλιάδων ανθρώπων για δεκαετίες, δε μπορεί να είναι και πολύ κολακευτική για τον γραφών. Έχω, ωστόσο, την ελπίδα ότι στο τέλος αυτού του κειμένου θα μπορέσει κανείς να συνδέσει τις κουκκίδες και ίσως -ίσως, λέω- μια μέρα η Αναρχία να κάνει αυτή την πολυπόθητη επανάσταση του αυτονόητου και να μη χρειαστεί ξανά να γραφτούν κείμενα που καταπιάνονται με την αρρώστια εκείνη που ονομάζουμε εσωστρέφεια. 

Κρίνω αναγκαίο ετούτη τη χρονική στιγμή, λίγες ημέρες πριν την κατάθεση των μαρτύρων υπεράσπισής μου, να τοποθετηθώ επί των περιστατικών της συνεδρίασης της 30/6. Κυρίως, για όλα όσα προηγήθηκαν, αυτά που ακολούθησαν αυτήν και, πολύ φοβάμαι, εκείνων που έπονται. Σίγουρα, κανείς δε θα έπρεπε να είναι ευτυχής όταν για ακόμη μια φορά, ο καθεστωτικός μηχανισμός προπαγάνδας βρίσκει λαβές για να πλήξει το κύρος μιας ένοπλης οργάνωσης, τον ευρύτερο χώρο του ένοπλου και κατ’ επέκταση το ίδιο το επαναστατικό κίνημα. Εκείνος ο οποίος πανηγυρίζει για φερόμενες προσωπικές μικροπολιτικές νίκες και χάνει τη μεγάλη εικόνα της ιδεολογικής ζημιάς την οποία υφιστάμεθα όλοι, είναι πολιτικά αδαής και ατομικά φελλός. 

Δε θα προσέλθω, σε καμία των περιπτώσεων, σε μια δημόσια συζήτηση απολογισμού στα πλαίσια της οργάνωσης ούτε φυσικά και κριτικής. Άλλωστε, δεν ήταν και ποτέ αυτό το επίδικο των τελευταίων γεγονότων. Αυτά τα πράγματα, όπως έχω πει και στο παρελθόν, πρέπει να γίνονται στην ώρα τους κι από τους άμεσα ενδιαφερομένους. Και μόνο εξαιτίας αυτής, ακριβώς, της έλλειψης προκύπτει και η όλη αλληλουχία των δυσάρεστων γεγονότων. Ό,τι δε λύνεται εγκαίρως, όταν ο κόμπος είναι ακόμη χαλαρός, συνήθως καταλήγει να κόβεται. Αυτή είναι η πολιτική, αυτή είναι η ζωή και κανένας δεν έχει το δικαίωμα να παθαίνει κατάπληξη από τέτοιες επιβεβλημένες εξελίξεις. 

Από την πρώτη στιγμή της σύλληψής μου το 2010, είπα ξεκάθαρα ότι θα αναλάβω την πολιτική ευθύνη της συμμετοχής μου στον Επαναστατικό Αγώνα. Για εμένα δεν υφίστατο εναλλακτική. Αυτό υπαγορεύει η πολιτική μου παιδεία, αυτό υπαγορεύει η τιμή και η συνείδησή μου. Το 2012 ορισμένοι σύντροφοι -στον αγώνα- έκαναν την επιλογή να συνεχίσουν την ένοπλη δράση της οργάνωσης. Επιλογή την οποία, για τους δικούς μου λόγους, δεν έκανα εγώ. Η σαφής διάκριση των δύο περιόδων δράσης, της ίδιας οργάνωσης είναι γεγονός. Μετά από το θάνατο του Λάμπρου Φούντα, τις συλλήψεις και μιας πλειάδας ενδοοργανωσιακών και ενδοκινηματικών χειρισμών, υπήρξε ένα ευδιάκριτο όριο μετάβασης σε μια κατάσταση για την οποία δε μου αντιστοιχούσε ούτε και είχα τη βούληση να αναλάβω την ευθύνη. Πολύ περισσότερο, όμως, και δε θα εκθέσω εδώ, μιας και δεν είμαι εγώ ο απολογούμενος. 

Εδώ και πολλά χρόνια δέχομαι συνεχείς επιθέσεις από τους δύο συντρόφους -στον αγώνα- δίχως να απαντώ. Δεν είμαι σίγουρος αν αυτή η επιλογή ήταν η πιο σοφή, αλλά γνωρίζοντας την πολιτική σπέκουλα η οποία θα ακολουθούσε από τα παπαγαλάκια της αντιτρομοκρατικής -όπως και έγινε- παρέμεινα εγκρατής στις αντιδράσεις μου. Άλλωστε, απέναντι στη γραφικότητα δεν αξίζει να λερώνεις τα χέρια σου με μελάνι. Αλίμονο αν έπρεπε να απαντώ κάθε φορά που η εμμονή γινόταν σωσίβιο ύπαρξης. 

Φτάνουμε, όμως, στο εφετείο του ΕΑ όπου, όπως αναμενόταν, το πράγμα εκτραχύνεται με το χειρότερο τρόπο. Και φτάνουμε στο πολιτικό επίδικο της όλης αντιπαράθεσης, το οποίο δεν είναι άλλο από τη δήλωση αποποίησης της πολιτικής ευθύνης για τη συμπλοκή στη Δάφνη, τη θρασύτατη απαξίωση του νεκρού συντρόφου μας μπροστά στο δικαστήριο του εχθρού, αλλά και την όλη συμπεριφορά εν είδει «πολιτικής αγωγής» εις βάρος μου. Τα λόγια όλων μας έχουν χαραχτεί ανεξίτηλα. Φτάνει μόνο κάποιος να ανατρέξει στις αδιαμφισβήτητες πηγές για να βγάλει τα συμπεράσματά του. Γι' αυτό, άλλωστε, φρόντισαν κάποιοι να υπάρχει και σε ήχο και γραπτώς, δίχως καμία αιδώ. Όλα τα υπόλοιπα δεν είναι παρά προπέτασμα καπνού για να φύγει η συζήτηση από αυτή την ιστορική προδοσία. Διαστρέβλωση, διαβολή, καταιγισμός κειμένων… Λέγε λέγε, κάτι θα μείνει. Ιστορικά δοκιμασμένη συνταγή -και ενίοτε πετυχημένη- από έτερους πολιτικούς χώρους για την εξόντωση πολιτικών αντιπάλων ή φορέων διαφορετικών αντιλήψεων. Πολιτικών χώρων που, μάλιστα, σήμερα χλευάζονται μετά βδελυγμίας από εκείνους που οικειοποιούνται ασμένως τις πρακτικές τους.

Ας δούμε όμως μερικές από αυτές τις έσχατες αστείες κατηγορίες… 

Α) περί «πολιτικής ήττας»…

«Άφησα τελευταία την οργάνωση. Εδώ και επτά χρόνια ο καθένας από μας κρίνεται, τόσο από την κοινωνία, αλλά και από το κίνημα. Και έτσι πρέπει. Ποτέ σε όλα αυτά τα χρόνια δεν προσδιόρισα τον εαυτό μου ως επαναστάτη, αλλά ως αγωνιστή. Αυτό μου αντιστοιχεί. Ποτέ δε διανοήθηκα να μονοπωλήσω την ιστορία του Επαναστατικού Αγώνα ρίχνοντας το ανάθεμα σε οποιονδήποτε άλλο. Όμως, και πότε δε διανοήθηκα να αποποιηθώ την πολιτική ευθύνη για την ήττα της οργάνωσης το 2010 και πολύ περισσότερο για εκείνη την κομβική στιγμή της συμπλοκής στη Δάφνη. Τούτο το ατόπημα, είμαι βέβαιος ότι δεν θα ξεπλυθεί πότε από την Ιστορία». (https://athens.indymedia.org/post/1575560/)
Αυτά ήταν τα ακριβή μου λόγια, στη δήλωση την οποία έκανα εντός του δικαστηρίου στη συνεδρίαση της 30/6. Για όλους τους εγγράμματους, τους μη χειραγωγουμένους ανθρώπους, αλλά και προπάντων τους μη οπαδούς, η έκφραση αυτή δεν έχει καμιά σχέση με τους ισχυρισμούς των δύο συγκατηγορουμένων μου. Ποτέ δε μίλησα για «πολιτική ήττα» της οργάνωσης, όπως πολύ εύκολα έσπευσαν να οικοδομήσουν ένα ολόκληρο επιχείρημα απαξίωσης εναντίον μου. Όπως τους είπα και στο δικαστήριο, η τέχνη της διαστρέβλωσης χρειάζεται επιδεξιότητα. 
Είναι αδιαμφισβήτητο ότι η συμπλοκή στη Δάφνη, ο θάνατος του Λάμπρου Φούντα και οι μετέπειτα συλλήψεις μας ήταν μια επιχειρησιακή – στρατιωτική ήττα της οργάνωσης. Για την ήττα αυτή υπάρχουν σαφώς πολιτικές ευθύνες όλων των μελών της οργάνωσης. Ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος, ο οποίος τόλμησε να επιρρίψει την ευθύνη της αρνητικής έκβασης της επιχείρησης απαλλοτρίωσης αυτοκινήτου στη Δάφνη σε όσους συμμετείχαν, άρα και στο νεκρό σύντροφο, αποποιήθηκε δημοσίως -και με τον πιο πολιτικό τρόπο που θα μπορούσε- τη δική του ευθύνη. Κι ενώ παράλληλα, όλα αυτά τα χρόνια μονοπωλεί την ιστορία του ΕΑ, αναθεματίζοντας τους πάντες, έρχεται τώρα να βγάλει την ουρά του απ' έξω στο πιο κρίσιμο γεγονός. Τούτος είναι ο απόλυτος ορισμός της λαμογιάς. Κι ας μην ξεχνά κανείς ότι εξ αιτίας αυτής του της αποστροφής πυροδοτήθηκε η όλη ένταση των τελευταίων ημερών. Ακόμα και τα καθεστωτικά δημοσιεύματα, εν αντιθέσει με άλλα «κινηματικά» το προσδιόρισαν ως έτσι. 

Οι οργανώσεις και τα κινήματα ηττώνται πολιτικά μόνο με έναν τρόπο… ούτε με την καταστολή, ούτε με τη φυλάκιση, ούτε με το θάνατο, αλλά με την αυτοαπαξίωση. Όσο δε μαθαίνουμε να διαχειριζόμαστε αυτές τις ήττες, καταλήγουμε ακόμη και σε θλιβερά προσωπικά αδιέξοδα. 

Β) περί προστασίας… 

Έχει υπάρξει ξανά συμπλοκή μεταξύ ημών μέσα στη φυλακή. Μάλιστα, με έναν τρόπο που δεν τιμά καθόλου το συγκατηγορούμενό μου. Δε θυμάμαι, όμως, ούτε να δημοσιοποιήθηκε πουθενά, ούτε κανένα να επικαλεστεί πρακτικά της φυλακής, ούτε να ζητήσει προστασία. Τα πράγματα είναι απλά. Ο συγκατηγορούμενός μου είναι ανεπιθύμητος στην ειδική πτέρυγα των γυναικείων φυλακών Κορυδαλλού. Ήταν δική του επιλογή -όπως και παραδέχθηκε μπροστά σε υπαρχιφύλακα στις 6/7- να κρατηθεί στο διαχωρισμένο, πια, σκέλος της πτέρυγας (β’ θέση), ενώ του είχε γίνει πρόταση για μεταφορά του σε πτέρυγα των ανδρικών φυλακών. 
Δε χρειάστηκα ποτέ προστασία. Πολύ περισσότερο από κείνον. Οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ το γνωρίζουν αυτό πολύ καλά, όπως κι ο ίδιος. Δεν είμαι εγώ υπεύθυνος για την κράτηση του σε απομόνωση, ούτε είναι δουλειά μου να βάζω κρατούμενους όπου θέλω, πράγμα το οποίο ζητά εκείνος. Άλλωστε, δεν είμαι εγώ ο οποίος φώναζε στις 30/6, μέσα στο δικαστήριο, «…θα σε διώξω από την πτέρυγα». Όπως, επίσης, ούτε είμαι εγώ που απαίτησα να σπάσει η κινητοποίηση των κρατουμένων με το κράτημα ανοιχτών προαυλίων το μεσημέρι, για να προαυλιστώ. Δεν απομένει παρά να θέσει ο ίδιος ξανά το ζήτημα της απομόνωσής του για να παλευτεί συλλογικά από τους πολιτικούς κρατούμενους και να μεταχθεί σε πτέρυγα της επιλογής του, εκτός από τη δική μας. Εφόσον φυσικά θέλει ακόμα κάτι τέτοιο. 

Γ) περί συνοδοιπορίας με τις δικαστικές αρχές… 

Δεν είμαι εγώ εκείνος ο οποίος ζήτησα από το πενταμελές εφετείο, κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης των εγγράφων, να ξαναδιαβαστεί η εισαγγελική πρόταση του πρωτόδικου δικαστηρίου εκθειάζοντάς την, μάλιστα. Δεν είμαι εκείνος ο οποίος ανέφερα ότι έτερος συγκατηγορούμενός μου ανέλαβε την πολιτική ευθύνη εξ ανάγκης, επειδή υπήρχαν ΑΔΙΆΣΕΙΣΤΑ στοιχεία εναντίον του. Δεν είμαι εκείνος που, στο πρωτόδικο, συναίνεσέ με μεγάλη ευκολία στην ανάγνωση κατάθεσης μάρτυρα κατηγορίας, ο οποίος δεν είχε παραστεί στην ακροαματική διαδικασία και αναγνώριζε κατά 80% έτερο συγκατηγορούμενό του. Δεν είμαι εκείνος ο οποίος υπαγόρευσε σε «παπαγαλάκι» του ρεπορτάζ για τα «περιστατικά της συνεδρίασης της 30/6», υποδεικνύοντας ποιος χτύπησε ποιον και μάλιστα παραπέμποντας στα πρακτικά της έδρας προς επιβεβαίωση. Έχουν υπάρξει, δυστυχώς, κι άλλα τέτοια περιστατικά σε ανάλογες δίκες, αλλά πραγματικά τώρα είναι η πρώτη φορά που αυτό γίνεται. Αυτή η «πρωτιά» είναι πραγματικά όλη δική τους! Αποτέλεσμα αυτής της επίκλησης, της δημοσιοποίησης του ηχητικού, με συνέπεια να γίνει εξάπλωση του γεγονότος στα καθεστωτικά, ήταν να ζητήσει ο εισαγγελέας της έδρας τη διαβίβαση των πρακτικών στην αρμόδια εισαγγελία για άσκηση δίωξης. Επίσης, το ίδιο το ηχητικό αποτέλεσε τον κυρίαρχο ανασταλτικό λόγο για τη μη χορήγηση της άδειάς μου, πράγμα που τελικά αποφεύχθηκε. 

Η όλη σπέκουλα πάνω στο ζήτημα της διάκρισης 1ης και 2ης περιόδου ξεκίνησε έπειτα από ακόμη μια δημόσια αντιπαράθεση. Τότε, είχα απαντήσει με το εξής κείμενο (https://athens.indymedia.org/post/1553273/) σε άλλη μια κομπλεξική επίθεση. Η συνέχεια ήρθε εκτός της φυλακής. Η κατηγορία ήταν σαφής. Ότι ευθύνομαι για την ισόβια στη δίκη για την επίθεση της ΤτΕ. Το επιχείρημα ήθελε τα λεγόμενα μου να τεκμηριώνουν την κατηγορία της διεύθυνσης επί της οποίας επιβλήθηκε η ισόβια στον συγκατηγορούμενό μου. Όμως, ανεξάρτητα από τη φαιδρότητα των επιχειρημάτων, αλλά και της ίδιας της υπερασπιστικής γραμμής που ακολουθήθηκε στο εν λόγω δικαστήριο, η αλήθεια είναι ότι η ισόβια επιβλήθηκε επί της φυσικής αυτουργίας της έκρηξης και όχι επί της διεύθυνσης. Όμως, η συγκατηγορούμενη που βρισκόταν τότε εκτός φυλακής δεν το γνώριζε αυτό. Όταν αργότερα το έμαθε έπαψε να αναφέρεται σε αυτό. Το επιχείρημα είχε καταρρεύσει. Όμως η κατηγορία της συνοδοιπορίας παρέμεινε. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, δε βαραίνει εμένα. Όποιος έγινε γνώστης των πεπραγμένων του συγκεκριμένου κατηγορουμένου στο δικαστήριο της ΤτΕ, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της εξέτασης των μαρτύρων υπεράσπισης μπορεί να συνάγει τα συμπεράσματά του. Άλλωστε, αυτά επισημάνθηκαν και στην αγόρευση της εισαγγελέως. Εκεί πραγματικά κρίνεται ποιος συνδράμει ή όχι στις αποφάσεις της δικαιοσύνης. Ούτε στις βρισιές και τις μαγκιές ούτε στην επίδειξη των γεννητικών οργάνων του. Από τέτοιες φαιδρότητες χορτάσαμε. Οι πρώτες, όμως, σταματάνε εδώ. Πολιτική αγωγή στη δίκη που δικάζομαι εγώ δε θα ανεχτώ. 
……….. 

Κανείς δεν είναι ευτυχής για τα τελευταία γεγονότα. Σε όλους μας, ανεξαιρέτως, κάνουν ζημιά. Όμως, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με κάτι νέο, όπως υποστηρίζουν οι πάσης φύσεως προσβληθέντες ουδετερόφιλοι του «χώρου». Εδώ και χρόνια υφίσταμαι αυτόν τον πόλεμο κάνοντας ιώβεια υπομονή, ακριβώς για να μην πληχθεί το κύρος της οργάνωσης και του ευρύτερου ένοπλου χώρου. Δεν είμαι ένα «πρώην μέλος του ΕΑ». Είμαι εκείνος ο οποίος ανέλαβα την πολιτική ευθύνη για τη συμμετοχή στην 1η περίοδο δράσης της. Αυτό είναι συνυφασμένο με την πολιτική μου ιστορία, με το ίδιο μου το είναι. Το κόστος το οποίο περιλαμβάνει αυτή η επιλογή, και είναι πληρωτέο με χίλιες δυο στερήσεις που αφορούν πολλούς ανθρώπους πέρα από μένα, δεν είναι αναιρέσιμο. Όσο ζω κι αναπνέω, όσο παραμένω υπέρμαχος του αγώνα για μια δίκαια κοινωνία, ο Επαναστατικός Αγώνας δε φεύγει από πάνω μου. Αυτό θα πρέπει να χωνευτεί από όλους, είτε με τον ένα τρόπο είτε με τον άλλο. 

Εν όψει της πορείας για τον πρώτο χρόνο από το θάνατο του Λάμπρου, είχε υπάρξει μία απίστευτη αντιπαράθεση μεταξύ της τότε «συλλογικότητας φυλακισμένων μελών του ΕΑ» και αλληλέγγυων. Ανεξάρτητα από τα δίκια και των δύο πλευρών, αποτέλεσμα ήταν πολύς κόσμος να σταματήσει να ασχολείται με την υπόθεση. Το σύνθημα που κυριάρχησε στα στόματα των συντρόφων ήταν το «ο Λάμπρος είναι ένας από μας» και επίσης το «ο Λάμπρος ζει στην καρδιά του κάθε αγωνιστή». Σήμερα, έχει έρθει η ώρα που αυτά τα συνθήματα απαιτούν τη δικαίωση όσων επιχειρηματολογούσαν ότι ο Λάμπρος ανήκει σε όλο το κίνημα. Σήμερα, ο Λάμπρος Φούντας ξαναθάφτηκε. Περί αυτού πρόκειται. Και μάλιστα, όχι από κάποιον τυχάρπαστο του αντίπαλου στρατοπέδου, αλλά από κάποιον που ώς τώρα διατεινόταν ότι ο νεκρός σύντροφος ήταν όλος δικός του. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με τα εσωτερικά του ΕΑ, όπως κάποιοι υποστηρίζουν. Αν επρόκειτο γι’ αυτά θα είχαν λυθεί με άλλο τρόπο και σε άλλο μέρος. Εδώ κανείς δε μπορεί να κρύβεται. Δεν είναι δική μου υπόθεση, μόνο, να υπερασπιστώ τη μνήμη και την τιμή του ανθρώπου για τον οποίο, δικαίως, καμαρώνει ολόκληρος ο «χώρος». Και ετούτη η επιλογή μου να μπει ένα τέρμα στον αχαλίνωτο αμοραλισμό μιας εκφυλισμένης αντίληψης για τον αγώνα, δε μπορεί να υποβιβάζεται σε ψευδή άλλοθι προσωπικών εμπαθειών. 

Τα αυτονόητα στον αναρχικό χώρο είναι σαν την αχνή γραφή με τελειωμένο στυλό. Πρέπει να θερμαίνεις την ακίδα και να πατάς από πάνω πολλές φορές για να μείνουν. Όλοι μας έχουμε βιώσει εμπειρίες που μας γέμισαν πάθος και βούληση για αγώνα, αλλά και αισχρές καταστάσεις που μας έκαναν να αμφισβητήσουμε την ορθότητα των γραμμών μας. Μια από τι μεγάλες παθογένειές μας ήταν αυτή η αλόγιστη πλειοδοσία που οδήγησε στο να εμφανίζονται ξαφνικά φαντασιώσεις με χιλιάδες σφαίρες να σφυρίζουν στο indymedia, πλάθοντας έναν επίπλαστο «επαναστατικό» κόσμο με σαθρό υπόβαθρο. Μετά την εξέγερση του Δεκέμβρη, κατά τη διάρκεια της οποίας, πραγματικά, υπήρξαμε μια πολιτική δύναμη με παρουσία στα κοινωνικά δρώμενα της χώρας, πλανηθήκαμε συλλογικά σε ένα φαντασιακό συνειδητό όπου είμαστε οι πρωταγωνιστές και οι καλύτεροι όλων. Ε, λοιπόν, δεν είμαστε. Η Αναρχία, σε πολιτικό επίπεδο συσχετισμών δύναμης παγκοσμίως, δεν αποτελεί σήμερα κάποια ιδιαίτερη απειλή για τον καπιταλισμό. Ακόμη και στον ελλαδικό χώρο όπου διατηρούμε σαφώς μια αίγλη, το πολιτικό μας στίγμα είναι αμυδρό για τα δεδομένα της κρίσης. Πολλές φορές η αντιπολιτευτική χρήση μιας φουσκωμένης υπερβάλλουσας εικόνας για εμάς μας πλανά. Αυτό δεν είναι κακό να το παραδεχτούμε, εφόσον πραγματικά θέλουμε να το αλλάξουμε. Και είναι, ακριβώς, αυτές οι λογικές της «επαναστατικής» πλειοδοσίας που μας έχουν φέρει ώς εδώ. Οι ίδιες λογικές που διαμόρφωσαν ένα εμφυλιοπολεμικό κλίμα μέσα στις «χώρο» και οι ίδιες οι οποίες διατείνονται ότι αν ήταν στη θέση του Λάμπρου θα τα είχαν κάνει όλα τέλεια. Ε, λοιπόν δεν τα έκαναν παρά σκατά.

Αν θέλουμε, πραγματικά, να αναπτύξουμε διαδικασίες αγώνα όπου θα ενδυναμωθεί η αλληλεγγύη, η συντροφικότητα κι ο σεβασμός ανάμεσά μας, θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε και δυναμικά -αν χρειαστεί- αυτές τις παθογενείς καταστάσεις. Μπορούμε αν θέλουμε να συνεχίσουμε να κρύβουμε κάτω από το χαλί καθετί που αντιβαίνει στις πρωταρχικές αξίες του αναρχισμού και στην επαναστατική ηθική που διδαχθήκαμε από εξαίρετους συντρόφους στην Ιστορία μας. Μπορούμε να συνεχίσουμε να κανιβαλίζουμε το «χώρο» μας με αλληλοκατηγορίες, συκοφαντίες, ψεύδη και μεμψιμοιρία. Μπορούμε να συνεχίσουμε να επαιρόμαστε για τις προγνώσεις μας, την μονοδιάστατη αλήθεια μας, την αυταρέσκεια και το βοναπαρτισμό μας. Όμως όλοι ξέρουμε πού καταλήγει αυτός ο δρόμος. Κι όσοι δεν τον έχουν δει, μπορούν εύκολα να φανταστούν. Είναι στο χέρι όλων μας να αλλάξουμε ρότα. Και είναι στο χέρι μας να στείλουμε αυτή την αρρώστια και τους φορείς της εκεί που πραγματικά τους αξίζει. Άλλωστε, δεν ήταν ποτέ ζήτημα προσώπων. Γιατί τα πρόσωπα, όταν αυτοαπαξιώνονται, όταν ξεφτιλίζονται, δεν έχουν όνομα ούτε επώνυμο ούτε ιστορία. Γίνονται, απλώς, ένα τίποτα… 

Όταν ήμουν μικρός ρωτούσα τους φίλους μου πόσα παγωτά έχουν φάει για να συμπληρώσω με τη σειρά μου, όλο αυταρέσκεια, σε αυτά άλλο ένα. Τώρα, μου είναι απίστευτα δύσκολο να δεχθώ αυτό το πισωγύρισμα ως σοβαρή πολιτική αντίληψη μέσα στην Αναρχία. Αυτή η παθολογία πρέπει να σταματήσει εδώ. Και δικό μου θέμα είναι μόνο να την αναδείξω. Τίποτε παραπάνω. Όλο το υπόλοιπο είναι ζήτημα του κινήματος το οποίο, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να πράξει τα δέοντα.

_