Υπόθεση Θεοφίλου: "H τιμή της Δικαιοσύνης"

Η δικαιοπολιτική διάσταση της απόφασης για την υπόθεση του Τάσου Θεοφίλου είναι τεράστια 

καθώς, εν μέσω μιας συνολικής κρίσης των θεσμών, κάνει το αυτονόητο: επαναφέρει τη λογική του κράτους δικαίου και της νομιμότητας στην απονομή της δικαιοσύνης, ανεξάρτητα από το ποιος είναι και τι πιστεύει ο κατηγορούμενος, όπως εξάλλου προβλέπεται από τον νόμο.
Η υπόθεση μας διδάσκει ότι η υστερία με την τρομοκρατία πρέπει να λήξει, μεταξύ άλλων, επειδή κάνει κακό και στους θεσμούς και στη Δημοκρατία και στους πολίτες. Μας δείχνει, επίσης, πως πρέπει να έχουμε επίγνωση ότι με φθηνά συνθήματα τύπου «καταδικάζω τη βία απ' όπου κι αν προέρχεται», με λογύδρια αυτολύπησης, ως εξ αγχιστείας θύματα της τρομοκρατίας (δεν έχω δει κανένα πραγματικό θύμα της τρομοκρατίας να κάνει εμπαθείς δηλώσεις), αλλά και με επικοινωνιακές ατάκες που στοχοποιούν ανθρώπους, κοινωνικές ομάδες και πολιτικές δυνάμεις, δεν αντιμετωπίζεται η τρομοκρατία· αντίθετα, ενισχύεται η μισαλλοδοξία, αναπαράγονται αλλοπρόσαλλες πολιτικές που οδηγούν στη διόγκωση του βίαιου ακτιβισμού και στον εκφασισμό μέρους των εκπροσώπων του κράτους. Μας διδάσκει, τέλος, ότι η προσήλωση στη δημοκρατία δεν σημαίνει πολιτικό μίσος, «στερεοτυπικές κατασκευές» για τον άλλο και εξόντωση αντιφρονούντων, αλλά το αντίθετο.
Η έκβαση της υπόθεσης Θεοφίλου θέτει και το ίδιο το κράτος ενώπιον πλήθους ερωτημάτων και ανοίγει μια συζήτηση για τη λειτουργία των ποινικοκατασταλτικών θεσμών. Ενα βασικό ερώτημα αφορά τον ίδιο τον αθωωθέντα: Ποιος θα του δώσει πίσω τα τόσα χρόνια ελεύθερης ζωής που αδίκως στερήθηκε μέσα στη φυλακή;
Θεωρεί το κράτος ότι απέναντι σε έναν αδίκως ταλαιπωρηθέντα και στιγματισθέντα πολίτη θα πρέπει να θεσπίσει, ως έκφραση συγγνώμης, κάποια μέτρα ηθικής αποκατάστασης για το κακό που του προξένησε εκτός από υλική αποζημίωση; Διότι εδώ μάλλον βρισκόμαστε ενώπιον μιας υπόθεσης θυματοποίησης ενός πολίτη από το ίδιο το κράτος και όχι ενώπιον μιας συνήθους αυστηρής, αλλά συνετής δικαστικής πρακτικής, αν λάβουμε υπόψη τους όρους και τις συνθήκες υπό τις οποίες η υπόθεση εξελίχθηκε.
Η υπόθεση Θεοφίλου προσφέρεται, επίσης, για σοβαρή περίσκεψη σχετικά με λειτουργίες του ποινικοκατασταλτικού συστήματος και στο πλαίσιο αυτό είναι ανάγκη να επανεξεταστούν:
- Η συνολική προανακριτική διαδικασία: το θεσμικό πλαίσιο συλλογής και επεξεργασίας πληροφορίας, αποδεικτικού υλικού, ιδίως γενετικού υλικού και η αξιοπιστία του για να συγκαταλεχθεί μεταξύ των αποδεικτικών μέσων· ο τρόπος, οι κανόνες και οι προϋποθέσεις κατάρτισης ανακριτικού φακέλου μιας υπόθεσης.
- Η αναθεώρηση των διαδικασιών ελέγχου, επιθεώρησης και λογοδοσίας των αστυνομικών και δικαστικών λειτουργών για το σύννομο του τρόπου με τον οποίο χειρίζονται τις υποθέσεις που τους ανατίθενται και την αιτιολογία υπαγωγής πραγματικών περιστατικών σε διατάξεις του νόμου.
Εως τώρα, η αποτελεσματικότητα των αρχών αυτών κρίνεται με ποσοτικά κριτήρια, γεγονός που έχει αποσαθρώσει επί της ουσίας και την αρχή της ηθικής απόδειξης και την καλή χρήση της διακριτικής ευχέρειάς τους και συμβάλλει έμμεσα σε άτυπη θεσμοποίηση στερεοτυπικών αντιλήψεων απέναντι σε πολίτες που βρίσκονται υπό την εξουσία τους.
- Η αναθεώρηση του θεσμικού πλαισίου επιβολής της προσωρινής κράτησης και η χρήση των θεσπισμένων εναλλακτικών μέτρων.
- Η αναδιάρθρωση των δικαστικών και αστυνομικών υπηρεσιών που ενεπλάκησαν στην υπόθεση, όχι όμως στο πλαίσιο μιας ανακλαστικής αντίδρασης που θα αξιοποιηθεί πολιτικά, αλλά στο πλαίσιο ενός αναστοχασμού για τα λάθη ή τις παραβιάσεις που έγιναν από τις αρχές. Είναι ανάγκη να αναλυθούν τα λάθη και οι παραλείψεις, οι εξωθεσμικοί παράγοντες που επηρέασαν τη λειτουργία των αρχών (π.χ. στερεότυπα κατά των αναρχικών), η καταχρηστική αξιοποίηση των αποδεικτικών στοιχείων, οι λόγοι που οδήγησαν σε αυτό.
- Προς αυτή την κατεύθυνση, θα ήταν χρήσιμη η επανεξέταση της υπόθεσης για εκπαιδευτικούς πια σκοπούς: να αποτελέσει, δηλαδή, ένα εκπαιδευτικό υπόδειγμα-παράδειγμα προς αποφυγήν για δικαστικούς λειτουργούς και αστυνομικούς.
Ακόμα και εάν αθωώθηκε ο Θεοφίλου, η υπόθεσή του συμβάλλει περαιτέρω στην κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στη Δικαιοσύνη: καθένας που δεν ανήκει στους στερεοτυπικά «καθώς πρέπει» πολίτες, θα πρέπει να φοβάται πλέον ότι μπορεί να βρεθεί «άδικα μπλεγμένος»;
Μια τέτοια προοπτική δεν οδηγεί σε αποτροπή, όπως υποστηρίζουν πολλοί, αλλά το αντίθετο, σε ριζοσπαστικοποίηση. Η ανάκτηση της εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς είναι μια διαδικασία που πρέπει να αρχίσει από το ίδιο το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας τους και να στοχεύει αρχικά σε δύο αντίθετους πόλους: πρώτον, τους ίδιους τους λειτουργούς του συστήματος και, δεύτερον, εκείνους που παραβιάζουν τον νόμο έστω και οριακά. Αυτή εξάλλου είναι βασική αρχή για τις πολιτικές πρόληψης του εγκλήματος είτε του κράτους είτε των πολιτών.
Σοφίας Βιδάλη

_καθηγήτρια ΔΠΘ

efsyn.gr