Επάγγελμα Πυροσβέστης: Δημόσιος Υπάλληλος ή μήπως μια καθημερινή παρτίδα «τάβλι» με το θάνατο;

Τις τελευταίες ημέρες, με την αντιπυρική περίοδο να βρίσκεται στην κορύφωσή της και το όνομα του προσφάτως αδικοχαμένου, στη δασική πυρκαγιά στο Ζευγολατιό, Δόκιμου Ανθυποπυραγού να
προστίθεται στη μακρά λίστα των ηρωικώς πεσόντων, εν ώρα υπηρεσίας, πυροσβεστικών υπαλλήλων, ολοένα και περισσότεροι είναι αυτοί που αναρωτιούνται τι είναι αυτό που ωθεί κάποιον να ακολουθήσει το επάγγελμα του Πυροσβέστη.
Στην εποχή της «ξερολικής» και επιδερμικής θεώρησης των πάντων, εύκολα θα βρεθούν κάποιοι που θα απαντήσουν χωρίς δεύτερη σκέψη: «Μονιμότητα, σταθερό μηνιαίο εισόδημα, κύκλος εργασιών περιοριζόμενος στους καλοκαιρινούς μήνες και «τάβλι» ή σύγχρονες παραλλαγές αυτού κατά το υπόλοιπο διάστημα του έτους».
Και επειδή σε κάθε περίπτωση οι αριθμοί είναι αμείλικτοι, με το μισθό του Δοκίμου να ανέρχεται στα 200€ και μετά την έξοδο από την Πυροσβεστική Ακαδημία να κυμαίνεται μεταξύ 600-700€, με 48.400 αστικά και 10.200 δασικά συμβάντα στα οποία, σύμφωνα με επίσημα στατιστικά στοιχεία της Υπηρεσίας, επεμβαίνει το Π.Σ. κατά μέσο όρο ανά έτος, με 19 πεσόντες πυροσβέστες και δεκάδες άλλους τραυματίες την τελευταία μόνο δεκαετία, η συγκεκριμένη επαγγελματική επιλογή δεν δύναται αβίαστα να θεωρηθεί ως σώφρων και δελεαστική.
Ο σύγχρονος Έλληνας πυροσβέστης οφείλει, όπου επεμβαίνει, να λειτουργεί με αυξημένο το αίσθημα της ομαδικότητας, ωστόσο ασκεί ένα τόσο μοναχικό επάγγελμα ∙ ο περιορισμένος χρόνος που έχει για να «καθαρίσει» το μυαλό του και να προετοιμαστεί ψυχολογικά όταν καλείται να αφήσει την οικογένειά του λόγω έκτακτης επιφυλακής, οι στιγμές που ετοιμάζεται να εισέλθει σε ένα φλεγόμενο διαμέρισμα για να σώσει ένα εγκλωβισμένο άτομο, τα ελάχιστα λεπτά που έχει προκειμένου να κατέβει στη χαράδρα για να προλάβει τη δασική πυρκαγιά πριν του ξεφύγει και επεκταθεί, τα δευτερόλεπτα λίγο πριν τελειώσει ο αέρας στην αναπνευστική συσκευή του που κοιτιέται κατάματα με το θάνατο και τον ξεγελά και η λυτρωτική ώρα της επιβράβευσης με ένα μπουκάλι νερό από τον πολίτη που είδε να σώζονται οι άνθρωποι και η περιουσία του.
Ακόμα και στη σύγχρονη Ελλάδα των μνημονίων, ο επαγγελματίας πυροσβέστης αν επιθυμούσε μια ανεκτή οικονομικά ζωή θα επέλεγε σύντομα διαφορετική ενασχόληση. Το «είναι» του, παρ’ όλα αυτά, είναι ποτισμένο με την αγάπη προς το συνάνθρωπο και το περιβάλλον, την κοινωνική προσφορά που περνά μέσα από τον κίνδυνο και φυσικά δεν αποτιμάται σε χρήμα. Η τελική έκφραση ανακούφισης του αρχικά απελπισμένου συνανθρώπου, η αγκαλιά και το χτύπημα στην πλάτη του γονιού που για λίγα λεπτά της ώρας θα έχανε το εγκλωβισμένο από τις αδηφάγες πύρινες φλόγες παιδί του, το απλό «ευχαριστώ» του συμπολίτη του είναι γι’ αυτόν αξίες υπέρτερες όσο και ασυμβίβαστες με την υλιστική και ατομικιστική κοινωνία όπου ζούμε και η οποία, ωστόσο, βλέπει στα μάτια του τον μικρό ήρωα της καθημερινότητας που τόσο λείπει από άλλες εκφάνσεις της.
Τη σήμερον ημέρα, ο έλληνας πυροσβέστης με τα περιορισμένα μέσα ατομικής προστασίας και τις προκλήσεις που συχνά ξεπερνούν τα σενάρια οποιασδήποτε εκπαίδευσης αλλά με περίσσεια επαγγελματισμού και αυταπάρνησης ως στοιχεία της χαρακτηροδομής του, δε σβήνει μόνο φωτιές αλλά αποτελεί τον κατεξοχήν επιχειρησιακό λειτουργό της πολιτικής προστασίας, ο οποίος οφείλει να βρίσκεται σε αδιάλειπτη ετοιμότητα, προκειμένου να σταθεί με υψηλό βαθμό επαγγελματικής συνείδησης και χωρίς φόβο απέναντι σε σύνθετες φυσικές και ανθρωπογενείς καταστροφές και γενικά σε κάθε τύπου εκδηλούμενες απειλές.
Η κοινωνική αναγνώριση και η καθημερινή αποδοχή του πυροσβέστη, κόντρα στη διαρκώς εντεινόμενη και συχνά άδικη αμφισβήτηση των θεσμών της συντεταγμένης πολιτείας, αποδεικνύει ότι ο συγκεκριμένος επαγγελματίας δεν αποτελεί μέλος ενός στεγανοποιημένου club «βολεμένων» αλλά εμπνεόμενος από την αρχή της κοινωνικής αλληλεγγύης που υπηρετεί με κίνδυνο ζωής, επιδιώκει, μέσω της εξωστρέφειας, να εμφυσήσει ότι ο καθένας αποτελεί υπό προϋποθέσεις έναν «οιονεί» πυροσβέστη.

Άρα μήπως τελικά ο πυροσβέστης δεν είναι απλά ένας ακόμα δημόσιος υπάλληλος αλλά ένας σύγχρονος «μαχητής» σε πραγματικές συνθήκες πολέμου κόντρα στα απρόβλεπτα στοιχεία της φύσης που επιτείνονται από τη συντελούμενη κλιματική αλλαγή αλλά και την επιπολαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης; 

του Αντώνη Κούκουζα,Προέδρου της Ε.Π.Α.Υ.Π.Σ 
_