Ζώνη υψηλού κινδύνου το κέντρο για ασφαλιστικές

Ζώνη υψηλού κινδύνου θεωρούν οι ασφαλιστικές εταιρείες την ευρύτερη περιοχή του κέντρου, με αποτέλεσμα είτε να ζητούν από τους καταστηματάρχες αυστηρά μέτρα προστασίας προκειμένου να
τους ασφαλίσουν είτε να αρνούνται την ασφαλιστική κάλυψη. Τα επεισόδια την εβδομάδα που μας πέρασε με τους βανδαλισμούς σε 67 καταστήματα είχαν ως αποτέλεσμα μικρής έκτασης ζημιές -εκτιμήσεις του ΕΒΕΑ κάνουν λόγο για 150.000 ευρώ- αφού οι ταραχές δεν συνοδεύθηκαν από φωτιές. Σε κάθε περίπτωση επανέφεραν στο προσκήνιο τον προβληματισμό της ασφαλιστικής αγοράς, αλλά και του εμπορικού κόσμου, που παρά τη θεσμοθέτηση των ανοιχτών Κυριακών, από τον Μάιο μέχρι τον Οκτώβριο, αποφεύγει να ανοίγει τα καταστήματα υπό τον φόβο των επεισοδίων.
Η εμπειρία των τελευταίων χρόνων έχει οδηγήσει ορισμένες ασφαλιστικές εταιρείες να αποσυρθούν από την ασφάλιση συγκεκριμένων δρόμων, που θεωρούνται απαγορευμένη ζώνη. Μεταξύ αυτών είναι τα Εξάρχεια και η ευρύτερη περιοχή του Πολυτεχνείου, που περικλείεται από την οδό Στουρνάρη και κάποια τμήματα της Πατησίων.
Η απροθυμία αρκετών εταιρειών να ασφαλίσουν καταστήματα του κέντρου είναι συνέπεια των πολύ συχνών επεισοδίων τα τελευταία χρόνια στο κέντρο της πόλης, στο οποίο όπως σημειώνουν «οι βανδαλισμοί δεν είναι πλέον ένα τυχαίο γεγονός, αλλά έχουν εξελιχθεί σε πάγια τακτική μετά από κινητοποιήσεις ή διεκδικήσεις κοινωνικών ομάδων». Η Ερμού, ο πιο εμπορικός δρόμος της πόλης είναι ασφαλίσιμος κίνδυνος, αλλά οι προϋποθέσεις είναι αυστηρές και η μη τήρησή τους μπορεί να οδηγήσει σε άρνηση καταβολής της αποζημίωσης. Τα μέτρα προστασίας που απαιτούνται για να αναλάβει μια εταιρεία την ασφάλιση είναι η ύπαρξη ενισχυμένων μεταλλικών ρολών, αντίστοιχα με αυτά που τοποθετούν οι τράπεζες και μετατρέπουν το εμπορικό κατάστημα σε ένα μικρό προστατευμένο «φρούριο». Συνήθης πρακτική που υιοθετείται σε παρόμοιες καλύψεις είναι οι απαλλαγές, δηλαδή ο όρος ότι η εταιρεία θα καλύψει τη ζημιά πάνω από ένα ποσό, που μπορεί να είναι τα 1.000, τα 2.000 ή τα 5.000 ευρώ. Μέχρι του ποσού αυτού το κόστος της ζημιάς πληρώνει ο ασφαλισμένος και με τον τρόπο αυτό η εταιρεία συμμετέχει στην αποζημίωση σημαντικών καταστροφών που μπορεί να είναι οικονομικά δυσβάσταχτες για τον επιχειρηματία. Η πρακτική αυτή είναι και ο πιο συνηθισμένος τρόπος για τη συγκράτηση των ασφαλίστρων, που, παρά τα εκτεταμένα επεισόδια και τις ζημιές που έχουν προκληθεί τα τελευταία χρόνια στο κέντρο της πόλης, είναι προσιτά. Σύμφωνα με στοιχεία από τις εταιρείες, το κόστος ασφάλισης ενός μεσαίου καταστήματος π.χ. με υποδήματα και ύψος ασφαλισμένου κεφαλαίου τα 100.000 ευρώ κυμαίνεται μεταξύ 220 - 300 ευρώ τον χρόνο, ανάλογα με την εταιρεία, αλλά και τη σχέση του πελάτη με την ασφαλιστική. Το ασφάλιστρο αυτό μπορεί να παρέχεται με ή χωρίς όριο απαλλαγής, αφού το βασικό κριτήριο για να ασφαλιστεί κάποιος είναι τα μέτρα προστασίας. Η ύπαρξη αντιβανδαλιστικών, μεταλλικών ρολών, τα οποία μάλιστα θα πρέπει να καλύπτουν όλο το κατάστημα και φυσικά να μένουν κλειστά τις ώρες που τα καταστήματα δεν λειτουργούν, θεωρούνται απαράβατος όρος για όλη την αγορά.
Με βάση την εικόνα από τις μεγάλες ασφαλιστικές εταιρείες, τα δύο τρίτα περίπου των καταστημάτων του κέντρου διαθέτουν ασφαλιστική κάλυψη έναντι επεισοδίων. Πρόκειται για την κάλυψη που παρέχεται συμπληρωματικά στη βασική ασφάλιση πυρός υπό τον τίτλο «τρομοκρατικές ενέργειες, στάσεις, απεργίες, οχλαγωγίες, κακόβουλες ενέργειες», η οποία όμως παρέχεται μόνο εάν ο ασφαλισμένος έχει λάβει όλα τα μέτρα τα προστασίας. Αρκετά από τα καταστήματα του κέντρου ανήκουν σε μεγάλες εμπορικές αλυσίδες, που είναι ούτως ή άλλως ασφαλισμένες στο πλαίσιο μιας συνολικής συμφωνίας, στο βαθμό που μια ασφαλιστική εταιρεία, ασφαλίζει το όλο το δίκτυο μιας εμπορικής αλυσίδας και όχι μεμονωμένα καταστήματα. Το πρόβλημα έτσι εντοπίζεται στα μικρότερα μαγαζιά που είτε αμελούν τη σκοπιμότητα ύπαρξης ασφαλιστικής κάλυψης, είτε συναντούν την απροθυμία των ασφαλιστικών εταιρειών να αναλάβουν τον κίνδυνο.
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
_