Ο ματωμένος Ιούλιος του 1943 κατά της επέκτασης της βουλγαρικής Κατοχής στη Μακεδονία

Ο μήνας Ιούλιος είναι σημαδιακός για την ελληνική Μακεδονία, για την Ελλάδα ολόκληρη, καθώς τον Ιούλιο του 1943, στην μαύρη περίοδο της Γερμανικής Κατοχής διοργανώθηκαν μερικές από τις
πιο συγκλονιστικές μαχητικές εκδηλώσεις,
που γνώρισε αυτός ο τόπος, ανατρέποντας τα σχέδια για την επέκταση της βουλγαρικής φασιστικής Κατοχής στη Μακεδονία. Το τραγικό είναι ότι οι αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης που πρόταξαν τα στήθια τους για την υπεράσπιση της ελληνικότητας της Μακεδονίας από τους Βουλγάρους φασίστες, κατηγορήθηκαν αργότερα ως … Εαμοβούλγαροι!.
Όπως είναι γνωστό, λίγες ημέρες μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τα Γερμανικά στρατεύματα, η τότε βουλγαρική κυβέρνηση του τσάρου Βόρις, απαίτησε και έλαβε από τον Χίτλερ ως «δώρο» για τη συμμετοχή της στον πόλεμο, στο πλευρό των Ναζί, τον στρατιωτικό έλεγχο της ανατολικής Μακεδονίας και της δυτικής Θράκης.
Βούλγαροι αξιωματικοί ποζάρουν στην Κατοχή στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης
Μετά την υπογραφή συμφωνίας μεταξύ Γερμανίας-Βουλγαρίας, με την οποία η δεύτερη αναλάμβανε την «διαφύλαξη της ησυχίας και της τάξης» στις κατειλημμένες από τη Βέρμαχτ περιοχές της Ανατ. Μακεδονίας και Δυτ. Θράκης, τα βουλγαρικά στρατεύματα άρχισαν στις 18 Απριλίου την κατάληψη των ελληνικών περιοχών που βρισκόταν ανατολικά από το Στρυμόνα και μέχρι τον Έβρο. Η κατάληψη ολοκληρώθηκε στις 20 Απριλίου και μέχρι τις 22 Απριλίου 1941 τα βουλγαρικά στρατεύματα είχαν προωθηθεί έως τα τουρκικά σύνορα.
Από την πρώτη στιγμή στις κατακτημένες περιοχές ακολουθείται πολιτική βίαιης ενσωμάτωσης στο βουλγαρικό κράτος. Από τις 5 Μαίου καταλαμβάνονται όλες οι δημόσιες θέσεις από βουλγαρικές διοικητικές αρχές και η Αν. Μακεδονία και η Δυτ. Θράκη αποτελούν στο εξής ιδιαίτερη επαρχία του βουλγαρικού κράτους με το όνομα «Μπελομόριε», από το Bjalo More, όπως ονομάζεται στα βουλγαρικά το Αιγαίο. Ως τις 10 Μαίου είχαν καταργηθεί όλες οι ελληνικές αρχές.
Στις Σέρρες, η Εθνική Τράπεζα μετονομάζεται σε «Βουλγαρική Eθνική Τράπεζα»
Η φασιστική κυβέρνηση της Σόφιας επιδίωξε εξ αρχής τον ταχύτατο εκβουλγαρισμό της περιοχής και την προσάρτησή τους στη βουλγαρική επικράτεια. Περισσότεροι από 100.000 Έλληνες κάτοικοι, αναγκάστηκαν να πάρουν το δρόμο της προσφυγιάς, περνώντας το Στρυμόνα και καταφεύγοντας δυτικά από τη βουλγαρική ζώνη, γνωρίζοντας τη σκληρότητα του βουλγαρικού κατοχικού στρατού και τα ασφυκτικά εναντίον τους μέτρα της βουλγαρικής διοίκησης.
Η μαρτυρία του συνταγματάρχη Κ.Κωνσταντάρα
Ο συνταγματάρχης Κώστας Κωνσταντάρας, που υπήρξε διοικητής του 26ουσυντάγματος του ΕΛΑΣ Ανατ. Μακεδονίας-Θράκης, σημείωσε πολύ γλαφυρά τα αισθήματα του ελληνικού πληθυσμού για την καταπίεση που επί 3,5 χρόνια υφίστατο στη διάρκεια της βουλγαρικής κατοχής:
«Δεν υπάρχει πιο βάρβαρη πράξη να σε αναγκάζουν να αρνηθείς την εθνικότητά σου. Να σου απαγορεύουν να μιλάς τη μητρική σου γλώσσα. Να μην υπάρχουν σχολεία για τα παιδιά σου. Να μην ορίζεις ζωή και περιουσία. Να σε στέλνουν χωρίς αιτία όμηρο στο Δούναβη. Να σου λένε ότι ο Φίλιππος, επειδή τον αποκαλούσε ο Δημοσθένης για τη σκληρότητά του «βάρβαρο», ήταν Βούλγαρος κι αυτός και ο Αλέξανδρος κι’ εσύ να μην μπορείς να μιλήσεις. Να σε αναγκάζουν να χειροκροτάς τις νίκες των εχθρών και να γελάς όταν η ψυχή σου θρηνεί».
Ο συνταγματάρχης Κώστας Κωνσταντάρας (αριστερά) διοικητής του 26ου συντάγματος
του ΕΛΑΣ, ποζάρει στο φωτογραφικό φακό όταν ήταν στη Σχολή Ευελπίδων. Δεξιά ο Στέργιος Βαλιούλης
Ο Στέργιος Βαλιούλης
Ο λογοτέχνης Στέργιος Βαλιούλης, που έζησε στο πετσί του τη σκληρή βουλγαρική κατοχή, μας άφησε στο βιβλίο του «Πολίτης Β΄ Κατηγορίας» μία συγκλονιστική περιγραφή για τις μαύρες εκείνες ημέρες της καταχνιάς που είχε καλύψει ολόκληρη την βουλγαροκρατούμενη περιοχή:
«Μέρα τη μέρα, η κατάσταση χειροτέρευε. Άρχισαν να φτάνουν οι πολιτικοί εγκέφαλοι και καθοδηγητές, φανατισμένοι σωβινιστές και φασιστόμουτρα, πρόθυμοι να αρπάξουν, να σφάξουν, να ατιμάσουν, να αφανίσουν κάθε τι που δεν ήταν βουλγαρικό. Με το παλιό γνωστό κόλπο της έρευνας για ανακάλυψη κρυμμένου οπλισμού, άρχισαν να μπαίνουν στα σπίτια και να ξαφρίζουν αδιάντροπα και χωρίς πρόσχημα ότι χτυπούσε στο μάτι. Καταργήθηκαν οι ελληνικές αστυνομικές ταυτότητες κι αντικαταστάθηκαν με καινούριες στη γλώσσα τους. Απαγορεύτηκε η μετακίνηση από τόπο σε τόπο χωρίς ειδική άδεια, φυσικά στη βουλγαρική. Μήτε στα χωράφια δεν μπορούσε να πάει κανείς χωρίς σχετικό σημείωμα της χωροφυλακής ή του «Κμετ». Η κυκλοφορία περιορίστηκε σε ορισμένες ώρες. Απαγορεύτηκε η κατοχή ελληνικών βιβλίων και εφημερίδων, όποιας ημερομηνίας έκδοσης»
Ανοίγει η όρεξη των κατακτητών
Η κυβέρνηση του βασιλιά Βόρις και του πρωθυπουργού Μπογκντάν Φίλωφ, θεωρώντας τη διανομή των ελληνικών εδαφών που τους είχαν παραχωρηθεί από τον Χίτλερ ως μόνιμη, άρχισε αργότερα να έχει βλέψεις και κατά του υπόλοιπου τμήματος της Μακεδονίας που βρισκόταν υπό Γερμανική κατοχή. Έτσι, στις 14 Ιουλίου 1942,οι εφημερίδες δημοσίευσαν γερμανική ανακοίνωση που ανέφερε:
«Δια στρατιωτικούς λόγους, οφειλομένους εις την γενικήν πολεμικήν κατάστασιν και εξαιτίας της πληγής των ανταρτών, κατέστη αναγκαία η ενίσχυσις των στρατευμάτων κατοχής εν Ελλάδι. Εν τω πλαισίω των μέτρων τούτων, την από στρατιωτικής απόψεως ασφάλειαν εις την περιοχήν ανατολικώς του ποταμού  Αξιού – πλην της πόλεως Θεσσαλονίκης – ανέλαβον βουλγαρικά στρατεύματα».
Από την ανακοίνωση γινόταν φανερό ότι το αντάρτικο, που είχε φουντώσει στην κατεχόμενη Ελλάδα, υποχρέωνε τους Γερμανούς να απασχολούν περισσότερα στρατεύματα για την αντιμετώπισή του. Γι’ αυτό, εκ των πραγμάτων υποχρεώθηκαν να αναθέσουν τα ελαφρύτερα καθήκοντα των κατοχικών δυνάμεων στην περιοχή ανατολικά του Αξιού ποταμού (εκτός από τη Θεσσαλονίκη) στους Βούλγαρους συμμάχους τους, που ήδη είχαν υπό την κατοχή τους τις περιοχές ανατολικά του ποταμού Στρυμόνα.
Ξεσηκώνεται ο ελληνικός λαός
Η είδηση εκείνη, ξεσηκώνει τον ελληνικό λαό από τη μία έως την άλλη άκρη της  χώρας και με πρωτοβουλία του ΕΑΜ, διοργανώνονται ογκώδη μαχητικά συλλαλητήρια σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και όλες σχεδόν τις πόλεις και κωμοπόλεις της Μακεδονίας. Είχε προηγηθεί προκήρυξη του ΕΑΜ που καλούσε το λαό και τις ΕΑΜικές οργανώσεις σε συναγερμό, για τη σωτηρία της Μακεδονίας και της Θράκης από τους Βούλγαρους φασίστες.
Παναγιώτα Σταθοπούλου αριστερά και Κούλα Λίλη δεξιά
Στις 22 Ιουλίου, πάνω από 300.000 κόσμου, αδιαφορώντας για την απειλητική παρουσία των κατοχικών δυνάμεων σε επίκαιρα σημεία της πρωτεύουσας, πλημμυρίζουν τους δρόμους της Αθήνας. Από τα σημεία συγκέντρωσης (Μοναστηράκι, Πλατεία Λαυρίου, Ομόνοια) το ανθρώπινο ποτάμι κινήθηκε προς το κέντρο, κρατώντας ελληνικές σημαίες και φωνάζοντας συνθήματα, όπως «Όχι στην Επέκταση» και «Έξω οι Βούλγαροι φασίστες από τη Μακεδονία και τη Θράκη». Τα κατοχικά θωρακισμένα οχήματα προσπάθησαν να διαλύσουν τους διαδηλωτές. Οι συγκρούσεις δεν άργησαν να γενικευτούν.
Στη διασταύρωση των οδών Πανεπιστημίου και Ομήρου μία 17χρονη Επονίτισσα, η Παναγιώτα Σταθοπούλου, προσπάθησε με το σώμα της να ακινητοποιήσει ένα άρμα. Ένας Γερμανός, μέλος του πληρώματος, την πυροβόλησε και τη σκότωσε.
Την ίδια στιγμή, η 19χρονη φοιτήτρια της Γαλλικής Ακαδημίας, Κούλα Λίλη επιτέθηκε στον οδηγό του άρματος με το τακούνι του παπουτσιού της, αλλά έπεσε κι αυτή νεκρή από τα πυρά του πληρώματος. Συνολικά, την ημέρα εκείνη 30 διαδηλωτές έχασαν τη ζωή τους, 300 τραυματίστηκαν και 500 συνελήφθησαν.
ΘΩΜΗΣ ΧΑΤΖΗΘΩΜΑΣ
Σπουδαστής του Πολυτεχνείου, στέλεχος της ΕΠΟΝ. Έπεσε από ριπή πολυβόλου βαδίζοντας με πλακάτ μπροστά στους χιτλερικούς στην οδό Πανεπιστημίου,
Στη συμβολή των οδών Πανεπιστημίου και Ομήρου της Αθήνας, στο κτίριο της Τράπεζας της Ελλάδας, υπάρχει μια εντοιχισμένη πλάκα όπου είναι γραμμένα τα ονόματα ηρώων ΕΠΟΝιτών, που έπεσαν κάτω από τις ερπύστριες των γερμανικών τανκς τη μέρα της μεγαλειώδους διαδήλωσης του λαού της Αθήνας και του Πειραιά.
Τα μαχητικά συλλαλητήρια στη Μακεδονία 
Είχαν προηγηθεί ογκώδη μαχητικά συλλαλητήρια σε όλες τις πόλεις και κωμοπόλεις της Μακεδονίας κατά της καθόδου των Βουλγάρων φασιστών.
Στη Θεσσαλονίκη, στις 10 Ιουλίου 1943, είχε οργανωθεί παλλαϊκή 24ωρη απεργία, με τη συμμετοχή όλου του πληθυσμού, ενώ συγκροτήθηκαν μεγάλες διαδηλώσεις τόσο στο κέντρο της πόλης (στις οδούς Τσιμισκή και Νίκης), όσο και στις συνοικίες. Συλλαλητήρια, είχαν πραγματοποιηθεί επίσης από 5-10 Ιουλίου 1943 στο Κιλκίς, το Λαγκαδά, την Έδεσσα, τη Βέροια, την Κοζάνη, τα Γιαννιτσά κ.α.
Όπως έγραφε σε ρεπορτάζ της η μυστική εφημερίδα Ελευθερία, όργανο του ΕΑΜ Μακεδονίας:
«Η Μακεδονία ολόκληρη συνταράχτηκε από ένα τεράστιο κύμα παλλαϊκών απεργιών και διαδηλώσεων. Οι κατααγανακτισμένες μάζες του λαού μας ξεχύθηκαν στους δρόμους των Μακεδονικών πόλεων… για το καινούριο έγκλημα του διαμελισμού της Μακεδονίας και της παράδοσης της Κεντρικής Μακεδονίας στους Βουλγάρους δολοφόνους φασίστες. Η Μακεδονική ύπαιθρος αντιλάλησε από τις μαχητικές κραυγές του λαού μας: Θάνατος και κατάρα στους δολοφόνους φασίστες. Έξω από τη χώρα μας οι Βούλγαροι, Γερμανοί και Ιταλοί κατακτητές. Κάτω οι εκτελέσεις και το αίσχος της ομηρίας. Ζήτω η ενιαία, ακέραια και ελεύθερη Ελλάδα μας».
Είχε αφήσει εποχή το συλλαλητήριο κατά της καθόδου των Βουλγάρων φασιστών, που είχε πραγματοποιηθεί στη Νιγρίτα, τις ίδιες μέρες, καθώς είχαν πάρει μέρος πάνω από 15.000 λαού, δύο φορές δηλαδή περισσότεροι από τους κατοίκους που είχε η πόλη της Νιγρίτας, καθώς είχαν καταφθάσει αγρότες από όλες τις περιοχές της σημερινής επαρχίας Βισαλτίας. Με τον Γραμματέα του ΕΑΜ Νιγρίτας, Γιώργη Τσαρουχά, να εκφωνεί πατριωτικό λόγο, συνεγείροντας τα πλήθη.
Σύμφωνα με ανακοίνωση της διοίκησης των βουλγαρικών στρατευμάτων:
«Εις εκτέλεσιν συμφωνίας μετά της μεγάλης μας συμμάχου Γερμανίας, εισήλθον βουλγαρικά στρατεύματα υπό την διοίκησίν μου εις τμήματα της Μακεδονίας και Χαλκιδικής. Σας διαβεβαιώ ότι οι Βούλγαροι δεν έρχονται ως κατακτηταί, δεν θα θίξουν την περιουσίαν και την τιμήν του λαού, θα φερθούν δικαίως και αμερολήπτως έναντι του φιλησύχου λαού, σκληρώς όμως και αδυσωπήτως έναντι των Ελλήνων εκείνων οίτινες θα ετόλμνουν να φέρουν εμπόδια εις την επίλυσιν των προβλημάτων μας…             
                                   Ο διοικητής των βουλγαρικών στρατευμάτων
                                                                        Στρατηγός Ζίλκωφ».

Ένα ρεπορτάζ της «Ελευθερίας»
Στην  μυστική εφημερίδα Ελευθερίατης 28ης Ιουλίου 1943, δημοσιεύονταν ρεπορτάζ για τις κινητοποιήσεις που έγιναν στη Θεσσαλονίκη κατά της βουλγαρικής επέκτασης . Όπως έγραφε:
«Ολόκληρος ο λαός της Μακεδονίας διαδήλωσε την αγανάκτηση και διαμαρτυρία του κατά του νέου διαμελισμού της Μακεδονίας με την παραχώρηση του τμήματος μέχρι του Αξιού στους Βουλγάρους τη μεταβολή του υπόλοιπου σε Γερμανικό προτεκτοράτο. Στη Θεσσαλονίκη από 5-10 Ιουλίου, έγιναν λαϊκές διαδηλώσεις κάτω από την καθοδήγηση του ΕΑΜ σε όλες τις συνοικίες (Επτάλοφο, Νεάπολη, Διοικητήριο, Τούμπα, Χαριλάου, Καλαμαριά) στις οποίες πήραν μέρος πάνω από 10.000 λαού.
Παρά τις προσπάθειες των Γερμανών, της Ασφάλειας και της ΠΑΟ να κλείσουν τον πληθυσμό στα σπίτια τους με προκήρυξή τους και να εμποδίσουν τις εκδηλώσεις, στην οδό Τσιμισκή και στη Λεωφόρο Νίκης μόλις εμφανίστηκαν οι Βούλγαροι, αποδοκιμάστηκαν. Επακολούθησε διαδήλωση με επικεφαλής της ΕΠΟΝ που διέσχισε τη Λεωφόρο Νίκης, τραγουδώντας τον Εθνικό Ύμνο. Επίσης σε διάφορες συγκεντρώσεις και στις εκκλησίες έγιναν ομιλίες από ομιλητές του ΕΑΜ».
Η αντίδραση του Εθνικού Μακεδονικού Συμβουλίου
Το Σάββατο 10 Ιουλίου 1943, είχε οριστεί ως η ημέρα που θα έμπαινε ο βουλγαρικός στρατός στη Θεσσαλονίκη. Το «Εθνικό Μακεδονικό Συμβούλιο» που είχε πρόεδρό του τον Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γεννάδιο, είχε αποφασίσει μερικές ημέρες νωρίτερα να κηρυχθεί η 10η Ιουλίου ως ημέρα πένθους. Ενώ ταυτόχρονα η οργάνωση ΠΑΟ με προκήρυξη που κυκλοφόρησε την παραμονή, καλούσε τον λαό «εις πάνδημον Ελληνικήν διαμαρτυρίαν» και συνιστούσε «να μην ανοίξει ουδείς το κατάστημά του, ουδείς να κυκλοφορήσει εις τας οδούς μέχρι της 16ης ώρας.
Σύμφωνα με τον Γιώργο Καφταντζή, η προκήρυξη της ΠΑΟ που καλούσε τους Θεσσαλονικείς να μην ανοίξουν τα μαγαζιά και να μείνουν στα σπίτια τους με κλειστά τα παράθυρα έπιασε, καθώς ταυτιζόταν και με το σύνθημα του ΕΑΜ που καλούσαν σε γενική απεργία. Έτσι η πόλη εκείνο το πρωί της 10ης Ιουλίου σχεδόν ερημώθηκε. Ενώ έπεσαν στο κενό οι απειλές της γερμανικής στρατιωτικής διοίκησης Θεσσαλονίκης-Αιγαίου, που τις διαλαλούσαν με τα μεγάφωνα ειδικά αυτοκίνητα της γερμανικής προπαγάνδας σε όλη την πόλη πως θα εφαρμόζονταν σοβαρά μέτρα εναντίον όποιου με την απεργία «ήθελε παραβλάψει αμέσως ή εμμέσως τα συμφέροντα των αρχών Κατοχής».
Αψηφώντας τις απειλές αυτές οι πολίτες της Θεσσαλονίκης πήραν μέρος στην γενική απεργία, ενώ δεκάδες συνεργεία έγραφαν τις νύχτες στους τοίχους της Θεσσαλονίκης συνθήματα κατά του βουλγαρικού επεκτατισμού και το βράδυ της 9ης Ιουλίου ομάδες φοιτητών  σκέπασαν με μαύρα πέπλα όλα τα κεντρικά αγάλματα της Θεσσαλονίκης (Βότση, Καρατάσσου κλπ).
Η προκήρυξη του ΕΑΜ
Εμπνευσμένη προκήρυξη του ΕΑΜ
Είχε προηγηθεί εμπνευσμένη προκήρυξη της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΑΜ, στις 8 Ιουλίου 1943 που καλούσε το λαό «σε συναγερμό για τη σωτηρία του Μακεδονικού λαού από τα νύχια των αιμοβόρων εισβολέων, που καταπατούν τα καθαγιασμένα χώματα των πλουσιότερων και ομορφότερων Ελληνικών περιφερειών».
Και η προκήρυξη του ΕΑΜ κατέληγε ως εξής: «Θάνατους στους Βούλγαρους εισβολείς. Κάτω οι τύραννοι χιτλεροφασίστες. Ζήτω η Ελληνική Μακεδονία και ο Μακεδονικός λαός. Ζήτω η Ελλάδα μας. Η Κ.Ε. του ΕΑΜ».
Σε απόφασή του εκδόθηκε στις 10 Ιουλίου 1943, το Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΕ, προειδοποιούσε ότι «Οι Βούλγαροι εισβολείς θα πληρώσουν ακριβά τον άναντρο θρίαμβο τους. Θάνατος στους Γερμανο–Ιταλο-Βουλγάρους επιδρομείς. Ζήτω ο ενωμένος εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας του Ελληνικού λαού…»
Σύμφωνα με τον τότε γραμματέα της ΕΠΟΝ Θεσσαλονίκης, Λευτέρη Ελευθερίου, η αντίθεση κατά της επέκτασης της βουλγαρικής κατοχής, αγκάλιασε πλατύτερα στρώματα με παθητική και ενεργητική αντίσταση.
Και την 10η Ιουλίου 1943 που θα έμπαινε ο βουλγαρικός στρατός στη Θεσσαλονίκη, το ΚΚΕ, το ΕΑΜ, η ΕΠΟΝ με όλα τα διαφωτιστικά μέσα και τις παράνομες εφημερίδες τους Λαϊκή Φωνή, Ελευθερία, Λεύτερα Νιάτα αλλά και με συγκεντρώσεις, καλούσαν το λαό ενάντια στους βουλγαροφασίστες. Στις διαδηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν εκείνη τη μέρα στη Θεσσαλονίκη, πήραν μέρος 50.000 άτομα.
Την επόμενη ημέρα, συνεχίστηκαν οι συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις σε διάφορες συνοικίες της Θεσσαλονίκης, όπως την Επτάλοφο, τη Νεάπολη, την Τούμπα, τη Χαριλάου, την Καλαμαριά. Η μεγαλύτερη συγκέντρωση είχε πραγματοποιηθεί δίπλα στο Διοικητήριο,  με ομιλητή το στέλεχος της ΕΠΟΝ Πανεπιστημίου, Γιώργο Καφταντζή. Όπως αφηγήθηκε αργότερα ο ίδιος:
«Πήδηξα σε μία καρέκλα του καφενείου «Εθνικό», πλάϊ στο Διοικητήριο και άρχισα την ομιλία. Δεν πρόφτασα να πω παρά εννιά λέξεις: “Λαέ της Θεσσαλονίκης, κάτω από το τρικέφαλο φασιστικό τέρας…” και οι γκεσταμπίτες καραδοκώντας, άρχισαν τους πυροβολισμούς. Επακολούθησαν συμπλοκές και άγριο κυνηγητό. Είχαμε ορισμένους τραυματίες και πιάστηκαν μερικοί».
Τάκης Βαφείδης
H σύλληψη και θανάτωση του Βαφείδη
Ανάμεσα στους συλληφθέντες, ήταν ο Καβαλιώτης φοιτητής της Νομικής Σχολής Θεσσαλονίκης, Τάκης Βαφείδης που πέρασε τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους από το Γερμανικό Στρατοδικείο. Καταδικάστηκε σε θάνατο, κλείστηκε στις φυλακές του Γεντί-Κουλέ και στη συνέχεια μεταφέρθηκε σε γερμανικό στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Αυστρία, όπου εκτελέστηκε από τα Ες-Ες όταν πλησίαζαν οι Σύμμαχοι
Τελικά μπροστά στην αποφασιστικότητα του ελληνικού λαού, ο βουλγαρικός στρατός δεν έκανε, όπως προγραμμάτιζε την παρέλαση στη Θεσσαλονίκη, η επέκταση της βουλγαρικής κατοχής δεν έγινε και οι Γερμανοί κατακτητές αναγκάστηκαν να αναστείλουν την υλοποίηση των αποφάσεων τους.
Είναι χαρακτηριστικό ότι οι Βούλγαροι, προωθούμενοι αργότερα προς τη Χαλκιδική, περνούσαν από τη Θεσσαλονίκη μόνο τις νυχτερινές ώρες για να μην γίνονται αντιληπτοί από τους Θεσσαλονικείς.
Όπως δε γράφει ο Γιώργος Καφταντζής «μόνο στις 22 Ιουλίου, πέρασαν μέρα τμήματα ιππικού με αντιαρματικά πυροβόλα και μεταγωγικά για τη Χαλκιδική, μα τα αποδοκίμασαν στην οδό Τσιμισκή και στην παραλία οι περαστικοί και οι θαμώνες των καφενείων και των μαγαζιών, χτυπώντας κάτω τις καρέκλες, σφυρίζοντας, χλευάζοντας, τραγουδώντας τον εθνικό ύμνο κλπ».
Δυστυχώς, αυτοί όλοι που πάλεψαν για τη ματαίωση επέκτασης της βουλγαρικής Κατοχής στη Μακεδονία, αυτοί που πρόταξαν τα στήθια τους στον αγώνα κατά του φασισμού και του Ναζισμού, μετά την απελευθέρωση της χώρας, αντί να τιμηθούν και να αναγνωριστεί η τεράστια προσφορά τους στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του έθνους, καταδιώχτηκαν ως «Εαμοβούλγαροι», φυλακίστηκαν, εξορίστηκαν, εκτελέσθηκαν και διαπομπέφθηκαν. Και χρειάστηκε να περάσει μισός και πλέον αιώνας, μέχρι την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης.

του Σπύρου Κουζινόπουλου - http://www.mixanitouxronou.gr/seleo.gr
_