Πολιτικοί θεσμοί - στρατιωτικές επεμβάσεις

Αφιέρωμα: Η Ελλάδα του Μεσοπολέμου
Ενδιαφέρον έχει να εξετάσει κανείς σε εύρος την πολιτική ιστορία της βίας στην Ελλάδα, όπως αυτή διαμορφώθηκε σε περιόδους πριν και μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ένα από τα θεμελιώδη ζητήματα που κλήθηκε να αντιμετωπίσει το νεοσύστατο κρατίδιο με τα περιορισμένα σύνορα στη διάρκεια του 19ου αιώνα ήταν η θεσμοθέτηση της πολιτικής ζωής.
 
Ωστόσο, κι αυτή η προσπάθεια έβρισκε πραγματικές δυσκολίες, παρά τις καλές προθέσεις που υπήρχαν. Το νεοϊδρυθέν κρατίδιο δεν μπορούσε εύκολα να ενσωματώσει αλλαγές, ιδιαίτερα να δεχτεί τη μάλλον άκριτη μεταφύτευση θεσμών, που λειτουργούσαν ευεργετικά σε άλλα κράτη, τα οποία τους αφομοίωναν ως μια φυσική συνέπεια της ιδιοσυστασίας τους. Στη χώρα μας, που απελευθερώθηκε και στάθηκε στα πόδια της χάρη στις ξένες παρεμβάσεις, ήταν εξαιρετικά δύσκολο να αφομοιωθούν θεσμικές αλλαγές σε μια παράδοση που ακουμπούσε αλλού. 
 
Όλο αυτό το διάστημα χαρακτηρίζεται από την αδυναμία να συγκροτηθεί μια εθνική αστική τάξη, σύμφωνα με τα πρότυπα των χωρών της Δυτικής Ευρώπης, η οποία θα αναλάμβανε «τιμής ένεκεν» να επανδρώσει τον κρατικό μηχανισμό. Αντίθετα, κομματικοί εγκάθετοι, συνήθως «υιοί εκ πατρός γιδοβοσκού», εκφύλισαν όλους τους μηχανισμούς λειτουργίας των θεσμών και δημιούργησαν τις δομές ενός πελατειακού συστήματος, το οποίο αντέχει λυσσαλέα ακόμα και στις πολύπαθες μέρες που βιώνουμε στο παρόν μας, αδυνατώντας να ξεπεράσουμε τις χρόνιες κακοδαιμονίες μας… Αυτή η πελατειακή αντίληψη αναπτύχθηκε με ιλιγγιώδεις ρυθμούς μετά την επάνοδο των κομμάτων στην πολιτική ζωή της χώρας το 1844. Η θεσμοθέτηση της πολιτικής εξουσίας της χώρας, δίχως βίαιες επεμβάσεις - παρεμβάσεις επετεύχθη με ικανοποιητικά αποτελέσματα το 1875 και μετά. Με δυο λόγια, το κοινοβουλευτικό πολίτευμα και γενικότερα η πολιτική ζωή της χώρας βρήκε έναν ρυθμό, δίχως ωστόσο να μπορούμε να ισχυριστούμε ότι δεν υπήρχαν προσκόμματα και αδυναμίες. 
 
Στα χρόνια που ακολούθησαν, η χώρα βρέθηκε αντιμέτωπη με την εξέλιξη του Ανατολικού Ζητήματος και με τα λυτρωτικά οράματα, παρά την πρόσφατη ήττα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, η οποία είχε βιωθεί ως «εθνική ταπείνωση». Ταυτόχρονα, το Κρητικό και Μακεδονικό αποτελούσαν φλέγουσες εκκρεμότητες της εξωτερικής μας πολιτικής. Την ίδια εποχή υπήρχαν και εσωτερικές αναταράξεις (πτώχευση, σταφιδική κρίση, Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος). Όλα αυτά οδήγησαν σε ένα γενικευμένο κλίμα δυσφορίας που κατέληξε στην περίφημη στρατιωτική επέμβαση στου Γουδή. Το στρατιωτικό αυτό κίνημα, ωστόσο, απέκτησε ευρεία κοινωνική συναίνεση, ερμηνεύτηκε ως «αστική επανάσταση» και οδήγησε το ελληνικό κράτος σε μια πραγματικά εκσυγχρονιστική περίοδο υπό την ηγεσία του Ελευθέριου Βενιζέλου. Να σημειώσουμε εδώ ότι το Κίνημα δεν αμφισβήτησε ούτε κατά κεραία το υπάρχον πολιτικό σύστημα. Παρ’ όλα αυτά, αποτέλεσε κατά κάποιον τρόπο ένα ιδιότυπο προοίμιο για τις μελλοντικές και καθόλου ανάλογες στρατιωτικές επεμβάσεις που ακολούθησαν στην εποχή του Μεσοπολέμου.
 
Η εποχή του Μεσοπολέμου 
Τα γεγονότα που ακολούθησαν μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο άλλαξαν ριζικά τις πολιτικές πρακτικές και ισορροπίες της προπολεμικής περιόδου. Μετά τη λήξη του πολέμου, όλα πλέον ήταν αλλιώς! Για την ακρίβεια, η προπολεμική παλαιά Ελλάδα σε λίγα θύμιζε τη νέα. Πάνω από όλα, η χώρα είχε διπλάσια έκταση, διπλάσιο πληθυσμό και πρόβλημα εθνικής ομοιογένειας σε αντίθεση με την περίοδο προ των Βαλκανικών Πολέμων. Ακόμα, η νέα Ελλάδα δείχνει να είναι πιο αρχέγονη από την παλιά με πιο έντονα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα. Σίγουρα πιο φτωχή από εκείνη του 1910… 
 
Μια άλλη διαφορά είναι ότι η Ελλάδα στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου διχάστηκε βαθύτατα βιώνοντας συνθήκες εμφυλίου πολέμου. Ο Εθνικός Διχασμός θα σφραγίσει την πολιτική και οικονομική ζωή του τόπου για πολλά χρόνια και θα πληρωθεί με βαρύτατο αντίτιμο. Οι συνθήκες που δημιουργούνται ξεπερνούν τις δυνατότητες θεσμικών λύσεων, με αποτέλεσμα ο στρατός να θεωρείται ως αποδεκτή λύση, κυρίως ύστερα από μια μακρά περίοδο πολέμων που στρατιωτικοποίησε την κοινωνία και την οικονομία της χώρας. Ο στρατός βρίσκει την ευκαιρία μέσα από ευνοϊκές συνθήκες να αυτονομηθεί από την πολιτική εξουσία αναλαμβάνοντας πρωτοβουλίες. Έτσι, έχουμε μια συνεχή στρατιωτική περίοδο που συνεχίζεται μετά τους Βαλκανικούς στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο στα πεδία των μαχών της Ουκρανίας και της Μ. Ασίας. Ταυτόχρονα ο στρατός δραστηριοποιείται και στα εσωτερικά μέτωπα, ακόμα κι όταν οι εξωτερικές πολεμικές συγκρούσεις τελειώνουν. 
 
Από το κοινοβούλιο στη δικτατορία 
Μέσα σε αυτές τις έντονες ανακατατάξεις που μορφοποιούν τη νέα ελληνική πραγματικότητα με δυναμικές συγκρούσεις σε όλες τις λειτουργίες του κράτους, οι θεσμικές λύσεις αποδεικνύονται ανεπαρκείς, ενώ αντίθετα νομιμοποιούνται οι βίαιες επεμβάσεις προκειμένου να λυθούν τα πολιτικά και κοινωνικά αδιέξοδα. Ταυτόχρονα, εκείνη την περίοδο στην Ιταλία δεν είναι τυχαίο ότι τυγχάνει μεγάλης αποδοχής η φασιστική ιδεολογία με την οποία και φλέρταραν οι περισσότεροι των πολιτικών της εποχής, καθώς ο κοινοβουλευτισμός περνούσε μια περίοδο έντονης κρίσης και αδυναμίας να δώσει λύσεις. 
 
Το ελληνικό κράτος στην περίοδο του Μεσοπολέμου βρισκόταν αντιμέτωπο σε όλα τα επίπεδα με μια πλειάδα προβλημάτων, πραγματικών και φανταστικών, που πίεζαν φορτικά για λύσεις. Υπήρχαν εν πρώτοις οι εθνικοί κίνδυνοι, κυρίως από τη μεριά της Βουλγαρίας, η οποία αμφισβητούσε τις ρυθμίσεις των συνθηκών ειρήνης, ενώ οι διεκδικήσεις της έβρισκαν ευήκοον ους και στο εσωτερικό από το ΚΚΕ, όπως είχε μετονομασθεί το ΣΕΚΕ το 1924, διαμορφώνοντας έτσι στη χώρα ένα κλίμα εθνικής αμφισβήτησης υπό τη μορφή της κομμουνιστικής απειλής. 
 
Τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στη διάρκεια του Μεσοπολέμου ήταν ιδιαίτερα έντονα και δραματικά. Κορυφαίο φυσικά γεγονός υπήρξε η εθνική τραγωδία της Μικρασιατικής Καταστροφής, το προσφυγικό ζήτημα που προέκυψε και οι συνθήκες που κλήθηκε η Ελλάδα να υπογράψει. Αλλά και στο εσωτερικό, η χώρα βρέθηκε αντιμέτωπη με πολλά και επίσης δυσεπίλυτα πολιτικά προβλήματα, τα οποία λόγω των έκτακτων περιστάσεων έπρεπε να λυθούν άμεσα. Ιδιαίτερα την πολυκύμαντη περίοδο 1924 -1926, ο στρατός έχει μετατραπεί σε ένα εργαλείο που όλοι οι πολιτικοί ήθελαν να ελέγχουν, ενώ σε πολλές περιπτώσεις ξέφυγε από τα χέρια τους και στράφηκε εναντίον τους. 
 
Γενικά, επικρατούσε ένα έκρυθμο κλίμα, όπως εύστοχα αποτυπώνεται στην εκτίμηση του Σεραφείμ Μάξιμου, ενός στελέχους του ΚΚΕ εκείνης της περιόδου, ο οποίος είπε ότι το κοινοβούλιο και η δικτατορία αποτελούν εναλλακτικές μορφές άσκησης της εξουσίας… 
 
 
 
ΞΕΝΟΦΩΝ Α. ΜΠΡΟΥΝΤΖAΚΗΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 1971 στις 08-06-2017
 
_