Η προσωρινή κράτηση ως μέτρο δικονομικού καταναγκασμού και οι δυσλειτουργίες που παρατηρούνται κατά την εφαρμογή της

I – Εισαγωγή
Προσωρινή κράτηση θεωρείται «η δυνάμει δικαστικού εντάλματος προσωρινή στέρηση της ελευθερίας του κατηγορουμένου προ πάσης κρίσεως περί ενοχής δια
την αποδιδόμενη πράξη επί σκοπώ διευκολύνσεως της ανακριτικής διαδικασίας»[1]. To άρθρου 24 του Ν. 3811/2009 προσδιορίζοντας εκ νέου τον σκοπό επιβολής περιοριστικών όρων, ο οποίος πλέον συνίσταται στο: «να αποτραπεί ο κίνδυνος τέλεσης νέων εγκλημάτων και να εξασφαλιστεί ότι εκείνος στον οποίο επιβλήθηκαν θα παραστεί οποτεδήποτε στην ανάκριση ή στο δικαστήριο και θα υποβληθεί στην εκτέλεση της απόφασης.»

 γράφει ο Καδήρ Αϊκούτ



To άρθρο 6 του Συντάγματος αναφέρει τα εξής: «Κανένας δεν συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται, χωρίς αιτιολογημένο δικαστικό ένταλμα , που πρέπει να επιδοθεί τη στιγμή που γίνεται η σύλληψη ή προφυλάκιση»[2]. Επιπλέον το ατομικό δικαίωμα της προσωπικής ελευθερίας κατοχυρώνεται ρητά από το άρθρο 5, παρ. 3 του Ελληνικού Συντάγματος. Ο κοινός νομοθέτης έχει την δυνατότητα να θεσπίζει περιορισμούς του δικαιώματος της προσωπικής ελευθερίας  κατά το μέτρο που είναι απαραίτητοι , αναγκαίοι και βρίσκονται  σε αναλογία με το σκοπούμενο αποτέλεσμα τηρουμένων πάντοτε των συνταγματικών εγγυήσεων. Αποδεκτές – φορείς του δικαιώματος είναι αποκλειστικά φυσικά πρόσωπα (ημεδαπά- αλλοδαπά). Ένα μέρος της θεωρίας υποστηρίζει την δυνατότητα κάμψης του δικαιώματος και στην περίπτωση του άρθρου 48 του Συντάγματος εφόσον δηλαδή τεθεί σε εφαρμογή ο νόμος περί καταστάσεως πολιορκίας.
Η προσωρινή κράτηση στην παλιότερη μορφή της αλλά ακόμα και στην σημερινή μορφή δημιουργεί αρκετά προβλήματα, όπως η παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας, η άδικη πολλές φορές και αναιτιολόγητη στέρηση της προσωπικής ελευθερίας (μέσω αυθαίρετης ερμηνείας των διατάξεων που επιτρέπουν την προσωρινή κράτηση) και παρατηρείται κατάχρηση της δυνατότητας επιβολής της προσωρινής κράτησης αφού πρέπει να επιδιώκονται κάποιες αρχές κατά την χρήση της προσωρινής κράτησης όπως αναγκαιότητας, αναλογικότητας, μη υπερβάσεως υπερμέτρου κλπ.[3]
II – Πότε πρέπει να επιβάλλεται η προσωρινή κράτηση;
Στην πράξη υπάρχουν νόμιμοι λόγοι επιβολής της προσωρινής κράτησης και απόκρυφοι λόγοι επιβολής αυτής οι οποίοι παρουσιάζονται παρακάτω. Σύμφωνα με το άρθρο 283 ΚποινΔ  οι κυριότεροι λόγοι που δικαιολογούν την επιβολή προσωρινής κράτησης είναι οι ακόλουθοι[4]:

α) ο κίνδυνος φυγής (causa arresti). Αυτή η προϋπόθεση πληρείται εφόσον ο κίνδυνος φυγής προκύπτει από το γεγονός ότι ο δράστης δεν έχει μόνιμη ή γνωστή διαμονή ή υπήρξε φυγόποινος ή έστω φυγόδικος στο παρελθόν ή κρίθηκε ένοχος για απόδραση κρατουμένου ή παραβίαση περιορισμών διαμονής. Απαιτείται ρητή αιτιολόγηση του σκοπού φυγής του κατηγορουμένου γεγονός που υποδηλώνει, αφενός ότι δεν αρκεί μόνο η διαπίστωση των λοιπών προϋποθέσεων για την επιβολή προσωρινής κράτησης, αφετέρου ότι εναρμονίζεται με τους σκοπούς του άρθρου 296 ΚΠΔ. Δηλαδή ΔΕΝ αρκεί το ένταλμα προσωρινής κράτησης να αναφέρει αυτόν τον λόγο αλλά να αιτιολογεί (παρουσιάζει) κιόλας αν πράγματι υπάρχει κίνδυνος φυγής, π.χ. η σύλληψη κατηγορουμένου έγινε στο αεροδρόμιο πριν διαφύγει στο εξωτερικό[5]. Ειδικότερα στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος έχει σταθερή εργασία , οικογένεια, σταθερή κατοικία, ακίνητη περιουσία και γενικότερα σταθερούς δεσμούς με το κοινωνικό περιβάλλον πρέπει να αφήνεται ελεύθερος και απαγορεύεται η προσωρινή κράτηση.

β) Ο κίνδυνος τέλεσης νέων εγκλημάτων. Αυτός ο λόγος ουσιαστικά δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα είδος προληπτικής προσωρινής κράτησης ώστε να μειωθεί δραστικά ο αριθμός των τελούμενων εγκλημάτων. Ειδικότερα, ο εν λόγω κίνδυνος που παλαιότερα συνδεόταν με τον αξιολογικό και αόριστο όρο του «ιδιαίτερα επικίνδυνου δράστη» και είχε οδηγήσει στην διατύπωση του κριτηρίου των «ειδικώς μνημονευόμενων πραγματικών περιστατικών  της προηγούμενης ζωής» του δράστη, πλέον (άρθρο 24 του Ν. 3811/2009) αναδιατυπώνεται και αντικαθίσταται με από μία ασφαλέστερη προϋπόθεση: τη διαπίστωση «προηγούμενων αμετάκλητων καταδικών για κακούργημα». Έτσι ως πραγματικά περιστατικά της προηγούμενης ζωής του δράστη δεν επιτρέπεται να αξιολογούνται συμπεριφορές συγκλίνουσες ή αποκλίνουσες από κοινωνικά μοντέλα , αλλά μόνο ειδικά περιστατικά που έχουν ποινική απαξία και είναι πραγματικά, αφού αποτυπώνονται σε αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου. Τονίζεται δε ότι για την ορθή εφαρμογή του κριτηρίου, δεν αρκεί η απλή διαπίστωση της ύπαρξης προηγούμενων αμετάκλητων αποφάσεων, αλλά επιπλέον απαιτείται να διαλαμβάνεται σε ειδική πάντα αιτιολογία η αξιοποίηση των αιτιακών όρων, που συνδέονται με το ως άνω ποινικό παρελθόν και  δικαιολογούν την εγγύζουσα τη βεβαιότητα κρίση για τη συνέχιση της εγκληματικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου και στο μέλλον[6].
 γ) Ο κατηγορούμενος για να γίνει επιβολή προσωρινής κράτησης πρέπει να διώκεται για κακούργημα ή για το πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή και να υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Οι  σοβαρές ενδείξεις – ή ορθότερα υπόνοιες– ενοχής δεν ταυτίζονται με τις επαρκείς, αλλά απαιτούν ισχυρότερη πιθανολόγηση, όπως άλλωστε απαιτεί η αρχή του προσήκοντος βαθμού υπονοιών ή ισχύος των ενδείξεων[7]. Στο ένταλμα προσωρινής κράτησης πρέπει υποχρεωτικά να παρουσιάζονται αυτές οι σοβαρές ενδείξεις. Ωστόσο όσον αφορά τις ανθρωποκτονίες από αμέλεια κατά συρροή που εισάχθηκαν με τον ν. 3346/2005 δημιουργούνται προβλήματα. Στην ουσία επιβάλλεται προσωρινή κράτηση λόγω πίεσης από ΜΜΕ, κοινής γνώμης και λόγω βαρύτητας του εγκλήματος[8]. Ο συγκεκριμένος νόμος είναι αποτέλεσμα των πολύνεκρων ατυχημάτων (βλ. Τέμπη) και αντιδράσεων της κοινής γνώμης. Παρόλο που στην Ελλάδα επιτρέπεται η προσωρινή κράτηση μόνο για το πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή άλλες χώρες επιτρέπουν την προσωρινή κράτηση ακόμα και για όλα τα πλημμελήματα (βλ. Τουρκία). Αξίζει να σημειωθεί ότι στο άρθρο 276 παράγραφος 5 προβλέπεται πλέον ρητά , κατόπιν της τροποποιήσεως που επέφερε ο Ν. 3189 / 2003 η δυνατότητα προσωρινής κρατήσεως των ανηλίκων που έχουν συμπληρώσει το 13ο έτος της ηλικίας τους και εφόσον εναντίον τους απειλείται, λόγω της εξ αυτών τελεσθείσης πράξεως, ποινή καθείρξεως τουλάχιστον 10 ετών .
δ) Το κριτήριο των «συγκεκριμένων χαρακτηριστικών» της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο πράξης καθώς και του κριτηρίου των «ιδιαίτερων» χαρακτηριστικών της επανεξετάζεται με τον Ν . 3811/2009. Δημιουργείται πλέον νέο εδάφιο στο οποίο εμφατικά περιορίζεται το εύρος εφαρμογής  του συγκεκριμένου κριτηρίου μόνο στα πολύ σοβαρά κακουργήματα, δηλαδή σε εκείνα για τα οποία απειλείται εκ του νόμου ποινή ισόβιας κάθειρξης, πρόσκαιρης κάθειρξης (5-20) ή κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών(10-20 έτη), ενώ ρητά αποκλείονται τα ηπιότερα κακουργήματα, δηλαδή αυτά για τα οποία απειλείται ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης μέχρι δέκα ετών.
Όσον αφορά τώρα τους απόκρυφους λόγους επιβολής προσωρινής κράτηση «praeter legem» αποτελούν λόγους ΔΕΝ αποτελούν σε καμία περίπτωση νόμιμο λόγο επιβολής προσωρινής κράτησης τουλάχιστον για τα δεδομένα του Ελληνικού ΚποινΔ και έτσι παράνομα στερείται η ελευθερία από τους κατηγορούμενους. Αποτέλεσμα; Καταδίκη της χώρας μας σε αποζημίωση από ΕΔΔΑ. Αυτοί οι απόκρυφοι λόγοι είναι:
α) Η βαρύτητα του εγκλήματος που υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι τελέστηκε παρόλο που ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΡΗΤΑ από τον Ελληνικό ΚποινΔ και την νομολογία ΕΔΔΑ. Η Ελληνική νομολογία καταφάσκει  δυστυχώς τον κίνδυνο τέλεσης νέων εγκλημάτων ή τον κίνδυνο φυγής του κατηγορουμένου επικαλούμενη αντίστοιχα τη βαρύτητα του εγκλήματος ή την αναμενόμενη ποινή κύρωσης.
β) Κοινή γνώμη που επηρεάζει τον ανακριτή κατά την επιβολή της προσωρινής κράτησης. Τα ΜΜΕ δε διστάζουν να χρησιμοποιήσουν βαρύτατους χαρακτηρισμούς ή υποτιμητικά σχόλια ακόμα και στο στάδιο της προδικασίας  ποδοπατώντας έτσι το τεκμήριο της αθωότητας που φτάνει έως και τον επηρεασμό του ανακριτή ώστε να επιβάλλει προσωρινή κράτηση. Επιπλέον απόκρυφος λόγος είναι ο κίνδυνος συσκότισης μιας υπόθεσης, ο κίνδυνος αντεκδικήσεως και τέλος ο έμμεσος εξαναγκασμός του κατηγορουμένου σε συνεργασία με τις αρχές.  Όσον  αφορά την επιβολή προσωρινής κράτησης λόγω του κινδύνου συσκότισης της υποθέσεως δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπάρχει περίπτωση, εφόσον ο κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος, να επιχειρήσει να καταστρέψει ή να αλλοιώσει τα ίχνη του εγκλήματος του, να αφαιρέσει  επιβαρυντικά για εκείνον στοιχεία από τους ανακριτικούς υπαλλήλους να χρησιμοποιήσει αθέμιτα μέσα (λόγω χάρη απειλή ή εξαπάτηση) προκειμένου να αναγκάσει τυχόν συγκατηγορουμένους του, μάρτυρες ή πραγματογνώμονες να προβούν σε ψευδή κατάθεση ή τέλος να εξωθήσει τρίτους στη διενέργεια αντίστοιχων πράξεων[9].
III – Λάθη που γίνονται κατά την διαδικασία επιβολής προσωρινής κράτησης
Για την επιβολή της προσωρινής κράτησης πρέπει ο ανακριτής να έχει λάβει την απολογία κατηγορουμένου και όσον αφορά την προσωρινή κράτηση να υπάρχει σύμφωνη γνώμη και του εισαγγελέα[10]. Η έλλειψη της σύμφωνης γνώμης του εισαγγελέα συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα κατ’ άρθρο 171§1 β΄ ΚΠΔ, σχετική με τις διατάξεις για την κίνηση της ποινική δίωξης από τον εισαγγελέα και την υποχρεωτική συμμετοχή του στη διαδικασία στο ακροατήριο και σε πράξεις της προδικασίας που ορίζονται στο νόμο. Αλλά και η παράλειψη ακρόασης του κατηγορουμένου και του συνηγόρου του από τον εισαγγελέα συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα κατ’ άρθρο 171§1 δ΄ ΚΠΔ, σχετική με τις διατάξεις για την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος.
Αξίζει να αναφέρουμε πως η προσωρινή κράτηση ΔΕΝ είναι υποχρεωτική να επιβληθεί, αλλά απλά υπάρχει δυνατότητα να επιβληθεί εφόσον είναι ανάγκη. Ο Εισαγγελέας και ο ανακριτής οφείλουν να εξετάσουν πρώτα τη δυνατότητα να αφήσουν ελεύθερο τον κατηγορούμενο , στη συνέχεια να εξετάσουν την αναγκαιότητα επιβολής περιοριστικών όρων και τέλος την περίπτωση επιβολής προσωρινής κράτησης[11]. Από το άρθρο 5 της Σύμβασης της Ρώμης (ΕΣΔΑ) προκύπτει ότι ότι ουδέποτε η προσωρινή κράτηση είναι υποχρεωτική καθώς δεν εφαρμόζεται προς τιμωρητικό σκοπό αλλά αποτελεί μέτρο εξαιρετικό.
Πολλές φορές βλέπουμε αναιτιολόγητα εντάλματα προσωρινής κράτησης που απλά έχουν κάνει αντιγραφή- επικόλληση την διάταξη 282 ΚποινΔ με τις προϋποθέσεις της επιβολής προσωρινής κράτησης. Αυτή η πρακτική ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ. Απαιτείται διπλή αιτιολόγηση επιβολής προσωρινής κράτησης κατά τρόπο ώστε να προκύπτει αφενός ο λόγος για τον οποίο οι περιοριστικοί όροι δεν αρκούν, αφετέρου το αναγκαίο της επιβολής της προσωρινής κράτησης[12]. Η ανάγκη ρητής, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας  από την οποία θα προκύπτει με σαφήνεια  η απροσφορότητα των περιοριστικών όρων θα προηγείται της αντίστοιχης αιτιολόγησης συνδρομής των προϋποθέσεων προσωρινής κράτησης. Στο εξής λοιπόν απαιτείται ρητά να αιτιολογείται για πιο λόγο στη συγκεκριμένη περίπτωση η επιβολή περιοριστικών όρων δεν ήταν πρόσφορη για την επίτευξη των σκοπών του άρθρου 296 ΚΠΔ και στη συνέχεια να αιτιολογείται  η διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων επιβολής προσωρινής κράτησης. Η γενική αναφορά στα «στοιχεία της δικογραφίας» ή η τυπική παράθεση (αντιγραφή) των προϋποθέσεων του νόμου – χωρίς κανένα στοιχείο, που να θεμελιώνει αυτές τις προϋποθέσεις – δεν μπορεί να θεωρηθεί φυσικά ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. ΔΕΝ συνιστά αιτιολογία το παρακάτω : << Είναι όμως βέβαιο ότι μετά την απόλυση του δεν θα εμφανιστεί στο δικαστήριο κατά την ημέρα που θα εκδικασθεί η σχετική σε βάρος του κατηγορία διότι οι παραπάνω πράξεις για τις οποίες κατηγορείται είναι πολύ βαριές και τιμωρούνται ως κακουργήματα με ποινή κάθειρξης>> όπως αναφέρει και ο Ανδρουλάκης.
IV – Προβλήματα που δημιουργεί το σημερινό νομοθετικό καθεστώς
Η εκτεταμένη και αυθαίρετη χρήση της προσωρινής κράτησης αποτελεί κάμψη του τεκμηρίου, διότι εμποδίζει την υπεράσπιση του κατηγορουμένου με την έννοια ότι δεν του επιτρέπει από τη φυλακή την ανάπτυξη στρατηγικής υπεράσπισης και πρόσβαση του κατηγορουμένου σε μάρτυρες και άλλα αποδεικτικά μέσα (έτσι έχει κρίνει το Δι-Αμερικανικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση Suarez κατά Costa Rica της 12-11-1997). Στην πράξη η προσωρινή κράτηση αποτελεί τεκμήριο ενοχής (Βλ. ΕΔΔΑ στην υπόθεση Murray κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 8-2-1996).
Παρόλο που ο νόμος ορίζει (άρθ.282 παρ.3 ΚΠΔ) ότι μόνο η βαρύτητα της πράξης δεν αρκεί για να οδηγήσει σε προσωρινή κράτηση, η εθνική νομολογία αναφέρεται σχεδόν πάντα στη βαρύτητα της πράξης.
Όπως επισημαίνει ο Καρράς εφόσον γίνει παραβίαση των περιοριστικών όρων που επιβλήθηκαν λόγω πλημμελήματος υπάρχει κίνδυνος λόγω της νομοθετικής προχειρότητας να επιβληθεί προσωρινή κράτηση λόγω παραβίασης περιοριστικών όρων. Σε καμιά περίπτωση ΔΕΝ πρέπει η αδυναμία παροχής της εγγύησης (που είναι περιοριστικός όρος) να οδηγήσει σε επιβολή προσωρινή κράτησης[13].

Ο προσωρινά κρατούμενος πρέπει να κρατείται σε ξεχωριστό χώρο των σωφρονιστικών καταστημάτων. ΔΕΝ πρέπει να έρχεται σε επαφή με τους καταδίκους. Η παραμονή τους σε φυλακές πρέπει να γίνεται  υπό όρους διαβίωσης ανάλογους προς την ελεύθερη διαβίωση μόνο με τους απολύτως αναγκαίους περιορισμούς της ελευθερίας τους, προς αποφυγή της πρόωρης υποβολής τους στην εγκληματογόνο διεργασία της ιδρυματικής υποκουλτούρας. Παρόλο που ο Σωφρονιστικός Κώδικας (άρθρο 12 του ν. 1851/1989) προβλέπει αυτήν την πρακτική σήμερα ΔΕΝ εφαρμόζεται και οι προσωρινή κρατούμενοι μένουν σε άθλιες συνθήκες με καταδίκους.

V – Διάρκεια προσωρινής κράτησης και καταδίκες λόγω παράνομης κράτησης και στέρησης της ελευθερίας από ΕΔΔΑ
 Η διάρκεια της προσωρινής κράτησης εξαρτάται από το αν είναι κακούργημα ή το πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση. Επίσης διαφορετικές ρυθμίσεις προβλέπονται στο εσωτερικό δίκαιο κάθε χώρας. To άρθρο 6,  παρ. 4. εδ. Α του Συντάγματος ορίζει πως  νόμος ορίζει το ανώτατο όριο διάρκειας της προφυλάκισης (προσωρινής κράτησης), που δεν μπορεί να υπερβεί το ένα έτος στα κακουργήματα και τους έξι μήνες στα πλημμελήματα.  Με την αναθεώρηση δε του 2001 προστέθηκε νέο εδάφιο στην παρ. 4 του άρθρου 6, κατά το οποίο «απαγορεύεται η υπέρβαση των ανώτατων ορίων της προφυλάκισης με τη διαδοχική επιβολή του μέτρου αυτού για επί μέρους πράξεις της ίδιας υπόθεσης».
Από την επιβολή της προσωρινής κράτησης έως την έκδοση οριστικής απόφασης δεν μπορεί να διαταχθεί νέα προσωρινή κράτηση του ίδιου κατηγορουμένου για άλλη πράξη για την οποία , με βάση τα στοιχεία της δικογραφίας ήταν δυνατό να ασκηθεί ποινικής δίωξη ή να απαγγελθεί κατηγορία ταυτόχρονα με την ποινική δίωξη , συνεπεία της οποίας επιβλήθηκε η προηγούμενη προσωρινή κράτηση ή μέσα σε εύλογο διάστημα από αυτή».Κατ’ εξαίρεση ορίζεται περαιτέρω ότι επιβάλλεται νέα προσωρινή κράτηση αν η άσκηση της ποινικής διώξεως δεν ήταν δυνατή παρά μόνο τους τρεις τελευταίους μήνες, πριν τη συμπλήρωση του ανώτατου χρονικού ορίου της κρατήσεως ή την απόλυση του κατηγορουμένου. Η προσωρινή κράτηση που επιβάλλεται κατ’ αυτήν την εξαιρετική περίπτωση δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπερβαίνει το 1 έτος και δεν παρατείνεται. Συγκεκριμένα ο Ανδρουλάκης για την τεχνική παράτασης προσωρινής κράτησης που χρησιμοποιείται αναφέρει τα εξής: «Πριν από μερικά χρόνια σημειωνόταν ολοένα και περισσότερο μια μεθόδευση υπέρβασης και αυτού ακόμα του απώτατου ορίου των 18 μηνών με την κατάτμηση του αντικειμένου της κατηγορίας και την κλήση του κατηγορουμένου σε αλλεπάλληλες συμπληρωματικές της πρώτης απολογίας απολογίες. Ύστερα από κάθε μια εξεδίδετο νέο ένταλμα προσωρινής κράτησης και από την εκτέλεση του καθενός από αυτά άρχιζε νέο δεκαοχτάμηνο.» To ζήτημα ρυθμίστηκε ήδη με τον ν. 2408/1996 σύμφωνα με την οποία από την επιβολή προσωρινής κράτησης έως την έκδοση ορισιτκής απόφασης μπορεί να διαταχθεί νέα προσωρινή κράτηση του ίδιου κατηγορουμένου για άλλη πράξη για την οποία με βάση τα στοιχεία της δικογραφίας ήταν δυνατό να ασκηθεί ποινική δίωξη ή να απαγγελθεί κατηγορία ταυτόχρονα με την ποινική δίωξη συνεπεία της οποίας επιβλήθηκε η προηγούμενη προσωρινή κράτηση ή μέσα σε εύλογο διάστημα από αυτήν[14].

Στην πράξη συνηθίζεται συχνά ο κατακερματισμός της κατηγορίας και οι διαδοχικές ασκήσεις ποινικής διώξεως κατά του ίδιου κατηγορουμένου, με αποτέλεσμα να επιμηκύνεται απαράδεκτα το ανώτατο όριο της προσωρινής κρατήσεώς του κατά καταστρατήγηση των συνταγματικών επιταγών . Είναι προφανές ότι τέτοιου είδους τακτικές είναι όλως αντισυνταγματικές.

Βέβαια στο άρθρο 6, παρ. 4 του Συντάγματος και άρθρο 287 του ΚποινΔ υπάρχει η δυνατότητα, σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις, να παραταθούν τα ανώτατα όρια της προσωρινής κράτησης με απόφαση του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου για έξι μήνες στα κακουργήματα και τρεις μήνες στα πλημμελήματα[15].

VI – Τρόποι άμυνας κατά της προσωρινής κράτησης
Ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας προβλέπει δύο τρόπους δικονομικής αντίδρασης του κατηγορουμένου έναντι της προσωρινής κράτησης, την προσφυγή κατά του εντάλματος προσωρινής κράτησης του άρθρου 285 ΚΠΔ και την αίτηση άρσης ή αντικατάστασης της προσωρινής κράτησης των άρθρων 286 παράγραφος 2 και 291 ΚΠΔ. Ο Κ.Π.Δ. προβλέπει δυνατότητα προσφυγής του προσωρινά κρατούμενου κατά του εντάλματος, εντός 5 ημερών από την προσωρινή κράτηση, ενώπιον του συμβουλίου Πλημμελειοδικών. Η προσφυγή αυτή δεν έχει ανασταλτική δύναμη, με αποτέλεσμα ο προσφεύγων να υπόκειται κανονικά στην εκτέλεση του εντάλματος[16]. Αν το ένταλμα εκδόθηκε από το δικαστικό συμβούλιο με βούλευμα, επιτρέπεται εναντίον του προσφυγή. Αν όμως , το ένταλμα προσωρινής κράτησης εκδόθηκε βάση βουλεύματος δικαστικού συμβουλίου, το οποίο έκρινε τη σχετική διαφωνία ανακριτή και εισαγγελέα δεν επιτρέπεται προσφυγή στο Συμβούλιο Εφετών (άρθρο 286, παρ. 1) μέσα σε 10 ημέρες από τη επίδοση του βουλεύματος, σύμφωνα με τη οριζόμενη από το άρθρο 473, παρ. 1 αδ. α΄, γενική προθεσμία άσκησης ένδικων μέσων (άρθρο 285, παρ. 3). Η προσφυγή αποτελεί οιονεί ένδικο μέσο. Περιέχει, δηλαδή, ισχυρισμό νομικού σφάλματος, επιδιώκει τον έλεγχο της ορθότητας της διάταξης του ανακριτή και μεταβιβάζει προς τούτο την υπόθεση στο συμβούλιο πλημμελειοδικών που λειτουργεί εδώ ως δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο. Είναι, ωστόσο, οιονεί και όχι γνήσιο ένδικο μέσο, γιατί δε στρέφεται κατά δικαιοδοτικής κρίσης – απόφασης ή βουλεύματος – αλλά κατά διάταξης ανακριτή. Ως εκ τούτου εφαρμόζονται οι γενικοί ορισμοί που ισχύουν για τα γνήσια ένδικα μέσα, εκτός αν υπάρχει αντίθετη ρύθμιση ή αν λόγω της φύσης τους επιβάλλεται αντίθετη λύση.

Ο νόμος δεν καθορίζει ποιο μπορεί να είναι το περιεχόμενο της προσφυγής. Έτσι γίνεται δεκτό ότι ο προσφεύγων μπορεί να αναφερθεί είτε σε νομικούς λόγους, όπως είναι το τύποις υποστατό ή το άκυρο του εντάλματος, είτε σε πραγματικούς λόγους, όπως η μη τέλεση της πράξης από αυτόν ή η μη συνδρομή των όρων του άρθρου 282 παράγραφος 3 ΚΠΔ[17].

Στο άρθρο 286 Κ.Π.Δ. προβλέπεται η δυνατότητα άρσης ή αντικατάστασης της προσωρινής κρατήσεως , με αυτεπάγγελτη πρωτοβουλία του ανακριτή ή κατόπιν προτάσεως του εισαγγελέα ή και με αντίστοιχου περιεχομένου αίτηση του προσωρινώς κρατούμενου σε περίπτωση έκλειψης πλέον των λόγων που οδήγησαν αρχικά στην επιβολή του μέτρου . Το συμβούλιο πλημμελειοδικών επιλαμβάνεται της προσφυγής και έχει τη δυνατότητα είτε να άρει την προσωρινή κράτηση ή να την αντικαταστήσει με περιοριστικούς όρους , που πρέπει κατά την κρίση του να επιβληθούν[18]. Η αίτηση άρσης ή αντικατάστασης της προσωρινής κράτησης αποτελεί ένδικο βοήθημα. Διατυπώνεται μ’ αυτήν ένα αίτημα επανεκτίμησης μίας κρίσης ή ορισμένων δεδομένων που συνεπάγονται έννομες συνέπειες. Δεν περιέχει, σε αντίθεση με το ένδικο μέσο, ισχυρισμό νομικού σφάλματος και κρίνεται ως εκ τούτου από το ίδιο το δικαιοδοτικό όργανο που εξέδωσε τη διάταξη. στη συγκεκριμένη περίπτωση από τον ανακριτή. Συνεπώς, και ως προς αυτήν εφαρμόζονται οι γενικοί ορισμοί των ενδίκων μέσων υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχει αντίθετη ρύθμιση και δεν αποκλείεται λόγω της φύσης τους[19].
Στην περίπτωση που ο προσωρινά κρατούμενος υποβάλει την αίτηση, αρμόδιος να την κρίνει είναι ο ανακριτής. Εάν η αίτηση υποβληθεί μετά το πέρας της ανάκρισης και την υποβολή της δικογραφίας στον εισαγγελέα , αρμόδιο να κρίνει την αίτηση είναι το δικαστικό συμβούλιο (Συμβ. Πλημ. Χαν. 10/99).
Όταν εκδίδονται τώρα εντάλματα προσωρινής κράτησης χωρίς αιτιολογεί όπως απαιτεί το Σύνταγμα τότε υπάρχει αστική, ποινική και πειθαρχική ευθύνη των προσώπων που στερούν χωρίς λόγο την ελευθερία του κατηγορουμένου.
Το Σύνταγμα δεν την προβλέπει μεν ρητά. άλλά η μη τήρηση των διατάξεων του άρθρου 6 αποτελεί, οπωσδήποτε, τουλάχιστον παράβαση καθήκοντος για τον δημόσιο υπάλληλο, η οποία, σύμφωνα με τον Υπαλληλικό Κώδικα, μπορεί να συνεπάγεται και την οριστική παύση του υπαλλήλου ( άρθρο 206 παρ. 1 έδ. κη΄, άρθρο 207 παρ. 4 εδ. β΄).
Σχετικά με την αστική ευθύνη, οι παραβάτες υποχρεούνται εις άνόρθωσιν πάσης ζημίας προσγενομένης εις τον παθόντα και εις ικανοποίησιν αυτού λόγω ηθικής βλάβης δια χρηματικού ποσού ως νόμος ορίζει. Σχετικά ισχύουν τα άρθρα 297 -299 σε συνδυασμό με τα άρθρα 914 και 933 Α.Κ. Στην προκείμενη πάντως περίπτωση ιδρύεται από το Σύνταγμα αμάχητο τεκμήριο περί ηθικής βλάβης και ο δικαστής υποχρεούται να επιδικάσει σχετική αποζημίωση.
Όσον αφορά την ποινική ευθύνη αδίκημα κατακρατήσεως παρά το Σύνταγμα προβλέπεται από το άρθρο 326 Π.Κ. για το οποίο αρκεί ή απλή γνώση για την παράνομη κατακράτηση.  Επίσης ειδικό ζήτημα τίθεται στο άρθρο 21§1ΠΚ σχετικά με την προσταγή .Ο υπάλληλος επομένως σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υποχρεωθεί από το νόμο να εκτελέσει αντισυνταγματική επιταγή των προϊσταμένων του και επομένως οφείλει πάντοτε να εξετάζει την συνταγματικότητα των διαταγών που πρόκειται να εκτελέσει.
VII – Πως λειτουργεί η προσωρινή κράτηση σε άλλες χώρες;
Στο γερμανικό δίκαιο ορίζεται ρητά στη παράγραφο § 112 Abs.1 S.2 St PO ότι δεν επιτρέπεται να διαταχθεί προσωρινή κράτηση (Untersuchungshaft) όταν αυτή είναι δυσανάλογη προς τη σημασία της υπόθεσης και της αναμενόμενης ποινής. Η λήψη, ωστόσο, του επαχθούς μέτρου της προσωρινής κράτησης είναι δυνατή, σύμφωνα με την παράγραφο § 113 StPO, στην περίπτωση αποτροπής φυγής σε όλα τα πλημμελήματα και αποτροπής κινδύνου συσκότισης της υποθέσεως στα πλημμελήματα που τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης άνω των έξι μηνών. Η προσωρινή κράτηση διατάσσεται βάσει ειδικά αιτιολογημένου εντάλματος του δικαστή. Ο κατηγορούμενος μπορεί να ζητήσει οποτεδήποτε τη διενέργεια δικαστικού ελέγχου για την άρση ή αναστολή της. Η αναστολή της προβλέπεται μεταξύ άλλων και όταν κρίνεται ότι με λιγότερο επαχθή μέτρα μπορεί να επιτευχθεί ο σκοπός της προσωρινής κράτησης και η άρση της όταν οι προϋποθέσεις βάσει των οποίων διατάχθηκε η προσωρινή κράτηση δεν υφίστανται ή προκύπτει ότι αυτή θα ήταν δυσανάλογη προς τη σημασία της υπόθεσης και την αναμενόμενη ποινική κύρωση[20].
Το βρετανικό δίκαιο είναι προσανατολισμένο στην περιορισμένη διάρκεια της προσωρινής κράτησης. Συγκεκριμένα, η διατασσόμενη από το Magistrates Court προσωρινή κράτηση επιτρέπεται να υπερβαίνει καταρχάς τις 8 ημέρες. Κατά κανόνα ο κατηγορούμενος προσάγεται ανά οκταήμερο ενώπιον του δικαστή για την παράταση της κράτησης. Συνολικά το ανώτατο όριο είναι 40 ημέρες, ενώ σε περίπτωση τακτικής διαδικασίας η προσωρινή κράτηση μπορεί να αγγίξει μέχρι και τις 110 μέρες. Βέβαια κατά το βρετανικό δίκαιο η ποινή της προσωρινής κράτησης μπορεί να επιβληθεί τόσο για δικονομικούς όσο και για εγκληματοπροληπτικούς λόγους. Στη Μεγάλη Βρετανία είναι ευρύτατη η εφαρμογή της αρχής της προτεραιότητας των περιοριστικών όρων, γεγονός που περιορίζει σε σημαντικό βαθμό τον αριθμό των προσωρινά κρατουμένων. Η αρχή της προτεραιότητας όμως δεν ισχύει, όπως ορίζεται ρητά στα εγκλήματα της ανθρωποκτονίας και της εσχάτης προδοσίας και γενικότερα υποχωρεί στην πράξη σε περιπτώσεις βαριάς εγκληματικότητας[21].

Στο Τουρκικό δίκαιο, ο νόμος θέτει τις παραπάνω προϋποθέσεις που ανέφερα για επιβολή προσωρινής κράτησης. Επιπλέον όμως εκτός από τα κακουργήματα, προσωρινή κράτηση είναι δυνατόν να επιβληθεί και στα πλημμελήματα που τιμωρούνται τουλάχιστον με 1 έτος φυλάκισης. Επίσης υπάρχει ένας κατάλογος με εγκλήματα στο ΚποινΔ τους (που περιλαμβάνει και κακουργήματα αλλά και πλημμελήματα) στα οποία ανάλογα με την βαρύτητα τους είναι δυνατή η επιβολή προσωρινής κράτησης άσχετα από το αν συντρέχουν ή όχι οι υπόλοιπες προϋποθέσεις επιβολής προσωρινής κράτησης. Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα με την αναιτιολόγητη επιβολή προσωρινής κράτησης το αντιμετωπίζει σε μεγαλύτερο βαθμό και η Τουρκία και συνεχώς το θέμα των συλλήψεων και προσωρινών κρατήσεων (βλ. υπόθεση Εργκενεκόν και Κλουβί) απασχολεί συνεχώς τα ΜΜΕ και την κοινή γνώμη.

Στο ιταλικό δίκαιο η προσωρινή κράτηση (custodia preventive) διατάσσεται από τον ανακριτή, εφόσον υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής εναντίον του κατηγορουμένου. Η επιβολή της είναι υποχρεωτική σε περιπτώσεις σοβαρών εγκλημάτων που απειλούνται με βαριές ποινές κάθειρξης ή φυλάκισης και προαιρετική σε περιπτώσεις ελαφρύτερων εγκλημάτων που απειλούνται με πολύ μικρότερες ποινές φυλάκισης (άρθρο 273 C.p.p.). Στην τελευταία περίπτωση θα πρέπει να πρόκειται για πράξη, της οποίας το ανώτατο όριο της απειλούμενης ποινής υπερβαίνει τα τρία έτη, ενώ οι λοιπές προϋποθέσεις που λαμβάνονται υπόψη είναι ο κίνδυνος φυγής του κατηγορουμένου, ο κίνδυνος αλλοίωσης των αποδείξεων και ο κίνδυνος διάπραξης νέων ομοειδών ή ρητά αναφερόμενων νέων εγκλημάτων. Ο ανακριτής στην απόφασή του αυτή λαμβάνει υπόψη και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου και τις συνθήκες υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη. Αν δε συντρέχουν οι νόμιμοι όροι ή έχουν εκλείψει οι προϋποθέσεις περί επιβολής της προσωρινής κράτησης διατάσσεται αμέσως και αυτεπάγγελτα από τον ανακριτή η αποφυλάκιση του κρατουμένου, η οποία είναι δυνατόν να τελεί υπό την τήρηση περιοριστικών όρων[22].

Τέλος, στο γαλλικό δίκαιο, μετά τις πρόσφατες τροποποιήσεις του 1992 και 1993, η προσωρινή κράτηση δεν επιφυλάσσεται μόνο για κακουργήματα, αλλά και για αξιόποινη πράξη, η οποία απειλείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, εκτός κι αν πρόκειται για  αυτόφωρο έγκλημα, οπότε αρκεί να υπερβαίνει η απειλούμενη ποινή ένα χρόνο. Μάλιστα κατά το γαλλικό δίκαιο σκοπός της επιβολής της προσωρινής κράτησης δεν είναι μόνο η αποτροπή του κινδύνου της φυγής, του δράστη ή ο κίνδυνος συσκότισης της υποθέσεως, αλλά κυρίως η εξασφάλιση της δημόσιας τάξης και η προστασία του κατηγορουμένου από το «μένος» της κοινής γνώμης. Η διάρκειά δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες με δυνατότητα παράτασης, η οποία δεν μπορεί να είναι ανώτερη των τεσσάρων μηνών. Η απόλυση του κρατουμένου, η οποία μπορεί να συνοδεύεται ή όχι από μέτρα δικαστικού ελέγχου, δηλαδή περιοριστικούς όρους, διατάσσεται από τον ανακριτή αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αίτησης του εισαγγελέα, ενώ μπορεί να τη ζητήσουν και ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του. Τέλος, προβλέπεται η επιδίκαση αποζημίωσης στον άδικα προσωρινά κρατηθέντα[23].

IX – Επίλογος – Συμπεράσματα
Αρκετοί είναι εκείνοι οι οποίοι υποστηρίζουν, ότι η προσωρινή κράτηση είναι αναγκαία, καθόσον διευκολύνει το έργο της ανάκρισης για τη συγκέντρωση του αποδεικτικού υλικού, διασφαλίζει τη δημόσια τάξη απομακρύνει τον κίνδυνο αντεκδικήσεων και κατευθύνει την κοινή γνώμη. Οι υποστηρικτές της προσωρινής κρατήσεως υποστηρίζουν ότι  αυτή προλαμβάνει την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων. Σύμφωνα με αυτούς η πολιτεία, καθώς αποβλέπει στην πρόληψη αυτών, οφείλει να λαμβάνει πρόνοια
α. Για την προφύλαξη της κοινωνίας από το άτομο που τέλεσε την αξιόποινη πράξη και κατά το διάστημα από την τέλεσή της μέχρι την έναρξη εκτίσεως της ποινής που του επιβλήθηκε και
β. Για την προφύλαξη του δράστη από την αυτοδικία του πλήθους «κοινωνίας»
Γιατί, αν είναι αλήθεια ότι η προφυλάκιση σαν μέσον υποβοηθά α. την ανάκριση, β. εξασφαλίζει την από μέρος της πολιτείας εκτέλεση της ποινής που τυχόν να επιβαλλόταν, γ. προφυλάσσει τον κατηγορούμενο από την αυτοδικία του πλήθους, συνεπάγεται ότι αμέσως με τη σύλληψή του, δηλαδή από τη στιγμή που αυτός στερείται κατ ΄ ουσία την προσωπική του ελευθερία. διατελεί πια στη διάθεση και εξουσία των αρμόδιων αρχών.

H προσωρινή κράτηση ταυτόχρονα αποτελεί όμως και  προσβολή της προσωπικότητάς του κατηγορουμένου  αφού μειώνει την τιμή και την υπόληψή του στην κοινωνία αποκόπτει το άτομο από την κοινωνική ζωή ,θέτει σε κίνδυνο το οικογενειακό και επαγγελματικό του περιβάλλον  δεδομένου ότι το στερεί από τα απαραίτητα μέσα συντηρήσεως και από τη δυνατότητα να προσφέρει την προσωπική του εργασία και συμμετοχή στην επιχείρησή του και το φέρει σε επαφή με άλλα άτομα τα οποία είναι ηθικά και κοινωνικά μειωμένα, με κίνδυνο να μυηθεί πολλές φορές, ακόμη και στην τακτική τους προς τέλεση αξιόποινων πράξεων. Σε περίπτωση αθωώσεως του τέλος γεννιέται η ανάγκη της ηθικής και υλικής αποκαταστάσεώς του.
Η προσωρινή κράτηση αποτελεί μέτρο έκτακτου χαρακτήρα στα δικαστικά συστήματα όλων των κρατών μελών. Πρέπει να εφαρμόζεται μόνον όταν όλα τα άλλα μέτρα κρίνονται ανεπαρκή. Δυστυχώς όμως στην Ελλάδα αλλά και σε πολλά κράτη γίνεται επιβολή προσωρινής κράτησης χωρίς αιτιολόγηση και με τρόπο που η κοινωνία την αντιλαμβάνεται ως ποινή φυλάκισης (και όχι ως δικονομικό μέτρο) με αποτέλεσμα να στερούνται οι κατηγορούμενοι την ελευθερία τους κατά παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας. Περαιτέρω η προσωρινή κράτηση επιφέρει ηθική βλάβη στον κατηγορούμενο (ειδικότερα αν αθωωθεί ενώπιον δικαστηρίου στη κύρια διαδικασία) με αποτέλεσμα να προσφεύγει έπειτα στην ΕΔΔΑ για αποζημιώσεις από την Ελλάδα για άδικη κράτηση, ηθική βλάβη κτλπ. Επίσης αποτέλεσμα της μανίας επιβολής προσωρινής κράτησης είναι  ο κοινωνικός στιγματισμός του κατηγορουμένου ο οποίος παρόλο που θα αθωωθεί στο τέλος της κύριας διαδικασίας λόγω του στιγματισμού θα οδηγηθεί στο έγκλημα. Δηλαδή η προσωρινή κράτηση εξαρθρώνει την μετέπειτα πορεία του είτε αφορά την επαγγελματική του δραστηριότητα είτε την ενδοοικογενειακή συνοχή. Σε αυτό συμβάλλει και η κράτηση του κατηγορουμένου (υποδίκου) μαζί με τους καταδίκους  (κατά παραβίαση του σωφρονιστικού κώδικα που απαιτεί ρητά την ξεχωριστή κράτηση καταδίκων και υποδίκων) δεδομένου των συνθηκών που επικρατούν στις Ελληνικές φυλακές. Οπωσδήποτε οι ρυθμίσεις του σωφρονιστικού κώδικα πρέπει να εφαρμοστούν στην πράξη προς αποφυγή της πρόωρης υποβολής τους στην εγκληματογόνο διεργασία της ιδρυματικής υποκουλτούρας.
Επομένως απαραίτητα πρέπει να τηρούνται οι αρχές της αναλογικότητας, απαγορεύσεως υπερμέτρου, αναγκαιότητας και προσήκοντος βαθμού υπονοιών και επιπλέον η αρχή in dubio pro reo[24]. Επίσης η επιβολή προσωρινής κράτησης πρέπει να εφαρμόζεται ως εσχάτη λύση δηλαδή ως ultimum refugium και δεν πρέπει να νοείται ως προφυλάκιση αλλά απλά ως μέτρο για την επίτευξη των σκοπών του άρθρου 296 ΚποινΔ. Ωστόσο η  προφυλάκιση σήμερα  εξακολουθεί να ζει και βασιλεύει[25]. Το 1/3 των κρατουμένων στις φυλακές είναι προσωρινά κρατούμενοι και πολλοί από αυτούς, όταν γίνει η δίκη τους, κρίνονται αθώοι. Αυτό συμβαίνει, γιατί τα δικαστήρια ασκούν καταχρηστικά την διακριτική ευχέρεια που τους δίνεται να επιβάλλουν ή όχι προσωρινή κράτηση σε έναν κατηγορούμενο με αποτέλεσμα να στερούν πολύ εύκολα την ελευθερία ενός ατόμου στο στάδιο της προδικασίας εμμένοντας σε παλαιότερες αντιλήψεις.

Επιπλέον αξίζει να αναφέρουμε πως η προσωρινή κράτηση δεν έχει το χαρακτήρα ποινής και έτσι ο κατηγορούμενος πρέπει σε κάθε περίπτωση να τυγχάνει συμπεριφοράς που δεν θίγει την τιμή, την υπόληψή του και την εν γένει προσωπικότητά του. Πρέπει ο κατηγορούμενος (υπόδικος) που κρατείται προσωρινά να λαμβάνεται την προστασία και τα δικαιώματα που προβλέπει ο Σωφρονιστικός κώδικας για τους κρατουμένους.

Στους κατηγορουμένους που άδικα και χωρίς λόγο επιβλήθηκε η προσωρινή κράτηση και στερήθηκαν την ελευθερία τους πράγμα το οποίο, όσον αφορά την Ελληνική δικαιική πραγματικότητα, φαίνεται να συμβαίνει, τουλάχιστον ως προς την προσωρινή κράτηση, σε μεγάλο ποσοστό πρέπει να δοθεί αποζημίωση. Ο νόμος 2915/2001 (άρθρο 533 ΚποινΔ) και το άρθρο 7 του Συντάγματος προβλέπουν  τέτοια αποζημίωση για τους άδικα στερηθέντες την ελευθερία κατηγορούμενος μετά από πολλές καταδίκες από ΕΔΔΑ. Ειδικότερα, στη διάταξη της παρ. 1 στοιχείο α΄ του άρθρου 533 ορίζεται ότι «έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν από το δημόσιο αποζημίωση οι προσωρινά κρατηθέντες, που αθωώθηκαν αμετάκλητα με βούλευμα ή απόφαση δικαστηρίου», ενώ το άρθρο 533 αποκλείει το δικαίωμα αποζημίωσης από το Δημόσιο, αν εκείνος που κρατήθηκε προσωρινά έγινε από πρόθεση παραίτιος της προσωρινής κράτησης[26].
Ωστόσο τα όρια αποζημίωσης (9-10 ευρώ / ημέρα κράτησης) βρίσκονται σε εξευτελιστικά επίπεδα και πρέπει να αυξηθούν.
Τελειώνοντας, αξίζει να αναφέρουμε πως οι τροποποιήσεις που ξεκίνησαν το 2009 βρίσκονται στη σωστή κατεύθυνση διότι αποσκοπούν στην πράξη να εφαρμοστούν οι ανωτέρω αναφερθείσες αρχές της αναλογίας, της αναγκαιότητας, της απαγόρευσης του υπέρμετρου, της αναγκαίας αναλογίας μεταξύ του επιβαλλόμενου μέτρου και της βαρύτητας της διωκόμενης αξιόποινης πράξης, όπως επίσης της προσφορότητας ή καταλληλότητας κλπ. Περαιτέρω, δίνουν, σε πρακτικό επίπεδο, μία άμεση λύση σε πρακτικά ζητήματα που γεννώνται από τις δυσλειτουργίες του σωφρονιστικού μας συστήματος.

Πολίτες, που απλώς κατηγορούνται, ακόμη και με μια απλή μήνυση, βρίσκονται στη φυλακή. Αυτό δεν αφορά μόνον τους αποκαλούμενους “ειδεχθείς εγκληματίες”. Αφορά τον οποιονδήποτε Πολίτη γιατί οποιοσδήποτε Πολίτης μπορεί να κατηγορηθεί και βέβαια να κατηγορηθεί άδικα. Οι πολίτες, που αδιαφορούν γι’ αυτά τα θέματα, καλό είναι να γνωρίζουν ότι ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις τις τροπές της τύχης. Και όταν η καμπάνα χτυπάει, δεν ξέρεις για ποιον χτυπάει. Μπορεί αύριο να χτυπάει για σένα.
* ο Καδήρ Αϊκούτ είναι ασκούμενος δικηγόρος


[1]  Ζησιάδην ποιν. δικ. Τομ. Β, σελ. 92.
[2] Η χρησιμοποίηση του όρου χαρακτηρίζεται ωστόσο, ακόμη και υπ’ αυτήν την ερμηνεία, ως αδόκιμη από κάποιους θεωρητικούς. Βλ. Ανδρουλάκη, Θεμελιώδεις Έννοιες της Ποινικής Δικής, σελ. 343  επ. // με το ν. 1128 / 1981 υιοθετήθηκε ρητά ο όρος προσωρινή κράτηση, και έτσι ο θεσμός απεκδύθηκε, τυπικά τουλάχιστον τον μανδύα της προποινής.
[3] Καρράς, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, σελ. 374 επ. και 578 επ.
[4] Καρράς, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, σελ. 581 επ.
[5] Καρράς Αργ., ΟΠ.Π., σελ. 581 επ.
[6] Καρράς Αργ., ΟΠ.Π., σελ. 581 επ.
[7] Καρράς Αργ., ΟΠ.Π., σελ. 580 επ.
[8] Συμεωνίδη, Δικονομικές παράμετροι της συζήτησης για την οριοθέτηση ενδεχόμενου δόλου και συνειδητής αμέλειας και δυνατότητα επιβολής προσωρινής κράτησης σε περίπτωση συρροής ανθρωποκτονιών από αμέλεια. (άρθρο 11 Ν 3346/2005), Ποινική Δικαιοσύνη 2006, 451επ. (σ.451-458)  = πρακτικά του Συνεδρίου του Δικηγορικού Συλλόγου Ρόδου, με τίτλο: Ενδεχόμενος δόλος –Ενσυνείδητη αμέλεια –Τρίτη μορφή υπαιτιότητας;, Π.Ν.Σάκκουλας, 2006, σ.190-207.
[9] Ανδρουλάκης, θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης, σελ. 349 και Δαλακούρα, Προσωρινή κράτηση: Κριτική θεώρηση του επίμαχου θεσμού υπό το πρίσμα τα δογματικής θεμελίωσής του, Υπερ 1996, σελ.718
[10] Καρράς Αργ., ΟΠ.Π., σελ. 583 επ.
[11] Παρατηρήσεις Κωνσταντινίδη Α., Ποιν. Χρον. ΜΑ/932, 6τη Διάταξη 12/1981 Ανακρ. Τριπόλεως   και Πρόταση Είσ. Α.Π. Σ΄ Αλεξόπουλου στην Α.Π. 500/1986 , Ποιν, Χρον. ΛΣΤ΄, 669
[12] Καρράς, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, σελ. 584
[13] Καρράς Αργ., ΟΠ.Π., σελ. 596.
[14] Ανδρουλάκης  359 – 360
[15] Ανδρουλάκης, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, σελ. 358 επ.
[16] Καρράς Αργ., ΟΠ.Π., σελ. 585 επ.
[17] Σταθέας Γ, Προσωρινή κράτηση, σελ. 97
[18] Συμβ. Πλημ. Λευκ. 11/2002
[19] Μαργαρίτη Λ, Ποινική δικονομία – Ένδικα Μέσα, 2005, σελ. 15  .
[20] Rotthaus Κ.-P., Προβλήματα του δικαστικού ελέγχου νομιμότητας κατά την έκτιση της ποινής κατά της ελευθερίας και της προσωρινής κράτησης στη Γερμανία, Υπερ 1997, σελ. 959 επ. και Βαθιώτης Κωνσταντίνος,  Διάταξη του Ανακριτή του γερμανικού ομοσπονδιακού Ακυρωτικού (BGH – Ermittlungsrichter) της 14.9.1995 – 2 BjS – 1 BGS 894/95, ΠοινΧρ 1998, σελ. 694επ., του ιδίου, Απόφαση Ομοσπονδιακού Ακυρωτικού (BGH) της 30.5.2001 – 1 StR 42/01 (LG Augsburg), NStZ 2001, σ. 553, ΠοινΧρ 2002, σελ. 166επ., Βουρλιώτη Χ, Η στέρηση της ελευθερίας ως μέτρο δικονομικού καταναγκασμού και τα όρια επιβολής του, Ποινικά Χρονικά 2002, σελ. 398.
[21] Βουρλιώτη, ό.π., σελ. 398.
[22] Βουρλιώτη, ό.π., σελ. 398.
[23] Βουρλιώτη, ό.π., σελ. 398, και Ζαΐρη Α., Η ενίσχυση του τεκμηρίου αθωότητας και των δικαιωμάτων των θυμάτων στη νέα γαλλική νομοθεσία, ΠΛογ 2001, σελ. 1251επ. και ιδίως 1258.
[24]  Καλφέλη Γ., «Να μπαίνουν όλοι φυλακή;», εφ. «ΤΑ ΝΕΑ», 11-1-2010, σελ. 6
[25] Νικ. Ανδρουλάκη, Θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης, εκδ. 1994, σελ. 353.
[26] Δέδες, ποινική δικονομία, σελ. 662. και  Ματσούκη, Η αποζημίωση για άδικη κράτηση και καταδίκη, ΠραξΛογΠΔ 2001. 633 επ. 27.




curia.gr

_