Εγκλωβισμένοι στη Σάμο

H Μπάσμα αποφεύγει να κυκλοφορεί στον καταυλισμό. Μόνο την ώρα του φαγητού αφήνει το μικρό ISO box στο οποίο διαμένει μαζί με ένα ηλικιωμένο ζευγάρι Σύρων και την 23χρονη Αμινέ από το
Ιράκ. Ακόμα και στο μπάνιο ποτέ δεν πηγαίνει μόνη. Από τότε που δύο άντρες τής επιτέθηκαν και αποπειράθηκαν να τη βιάσουν, όπως ισχυρίζεται, μέσα στη σκηνή όπου έμενε όταν πρωτοέφθασε στη Σάμο, φοβάται πολύ και ανησυχεί ότι κάτι πολύ χειρότερο μπορεί να της συμβεί. Κάτι που θα κοστίσει την ίδια της τη ζωή.
Μολονότι η ίδια κατήγγειλε το περιστατικό της επίθεσής της στην αστυνομία, στους φερόμενους δράστες δεν ασκήθηκε ποτέ καμία δίωξη. Ήταν ο λόγος της εναντίον του δικού τους. Δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία αποφάνθηκε η αστυνομία. Στο μεταξύ εκείνοι επαναπροωθήθηκαν στην Τουρκία. Και έκτοτε δεν έπαψαν να τη θεωρούν υπεύθυνη γι' αυτό και να την απειλούν με συνεχή μηνύματα στο κινητό της. «Θα σε βρούμε όπου κι αν πας. Και θα σε σκοτώσουμε».
Η Μπάσμα είναι 28 χρονών με καταγωγή από την Αλγερία και μια δύσκολη ζωή ήδη από τα 14 της, όταν οι γονείς της την ανάγκασαν σε ένα γάμο παρά τη θέλησή της ενώ η ίδια ένιωθε διαφορετική. «Δεν ήθελα να παντρευτώ αλλά δεν μπορούσα να τους πω τον πραγματικό λόγο. Εγκατέλειψα το σύζυγό μου μία εβδομάδα μετά το γάμο και το έσκασα. Πήγα σε μία φίλη μου και κρύφτηκα για να μη με βρουν και με σκοτώσουν για να ξεπλύνουν την οικογενειακή ντροπή», εξομολογείται. Λίγα χρόνια αργότερα πεθαίνει η μητέρα της. Από «τη στεναχώρια της», όπως λέει η ίδια. Τη βρίσκει ο αδελφός της και τη βοηθάει να στηριχθεί οικονομικά. Της ανοίγει κομμωτήριο αλλά ταυτόχρονα την παρακολουθεί άγρυπνα. Γιατί οι γυναίκες στην Αλγερία δεν επιτρέπεται να είναι μόνες. Έχουν πάντα κηδεμόνα. Το σύζυγο, τον αδελφό, τον πατέρα.
Όταν ο αδελφός της θα ανακαλύψει την κρυφή της σχέση με μια άλλη γυναίκα, θα υποστεί έντονη σωματική και ψυχολογική βία. Ξυλοδαρμοί, βρισιές και κατάρες. Την κλειδώνει σε ένα δωμάτιο του σπιτιού. Μόνο νερό και τροφή της επιτρέπονται. Το γεγονός αυτό και η απόδρασή της σηματοδοτούν για εκείνη την αρχή μιας άλλης περιπέτειας, της ελευθερίας αλλά και της προσφυγιάς. Αυτής που την έφερε τον Ιανουάριο του 2017 στη Σάμο.
Από τότε ζει στον καταυλισμό της Σάμου, μαζί με χιλιάδες ακόμα πρόσφυγες που ζουν εγκλωβισμένοι. Εκεί ένιωσε η ίδια την ανάγκη να εξομολογηθεί τη ζωή της σε μία άλλη νεαρή γυναίκα και από τότε στιγματίστηκε για τη διαφορετικότητά της. «Όπου περνώ ακούω να μου λένε στα μούτρα "η λεσβία, η λεσβία" και όλες οι κοπέλες στον καταυλισμό με αποφεύγουν. Καμία δε μου μιλάει γιατί φοβούνται πως αν τις δουν μαζί μου θα βγάλουν κι αυτές κακό όνομα. Νιώθω μόνη και αβοήθητη. Κάθε βράδυ όταν πέφτω να κοιμηθώ κλαίω από απελπισία». Άνθρωποι σαν την Μπάσμα που κυνηγήθηκαν εξαιτίας του σεξουαλικού τους προσανατολισμού υπάρχουν και άλλοι που ζουν στους καταυλισμούς. Και χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής και φροντίδας καθώς έρχονται αντιμέτωποι με το διπλό στιγματισμό: του πρόσφυγα και του μέλους της ΛΟΑΤΙ κοινότητας. Μετά την άμεση παρέμβαση του SolidarityNow, η Μπάσμα μεταφέρθηκε από τον καταυλισμό της Σάμου και στεγάζεται σήμερα με ασφάλεια σε κατάλυμα στο πλαίσιο του προγράμματος Safe Refugee* που υλοποιεί η οργάνωση για τους ΛΟΑΤΙ πρόσφυγες.
pho
Οι «εκπτώσεις» μίας Συμφωνίας
Από το Μάρτιο του 2016, όταν ανακοινώθηκε η συμφωνία της ΕΕ με την Τουρκία και τέθηκε σε ισχύ, ο στόχος ήταν να μειώσει τις προσφυγικές ροές μέσω της Ελλάδας. Για μία περίοδο αυτό λειτούργησε ή φάνηκε πως λειτουργεί και οι 850.000 πρόσφυγες που έφθασαν στη χώρα το 2015, αντικαταστάθηκαν από μία σταθερή, αλλά σαφώς μικρότερη ροή. Η συμφωνία ωστόσο όπως αποδείχθηκε όχι μόνο δεν πέτυχε, αλλά οδήγησε το καθεστώς υποδοχής και ασύλου στα σύνορα της Ε.Ε. σε πρωτοφανείς εκπτώσεις: σε επίπεδο νομικό, σε επίπεδο διαφάνειας και λογοδοσίας και πρωτίστως, σε επίπεδο ανθρωπιστικό.
H Σάμος, το νησί αυτό του νοτιοανατολικού Αιγαίου, το κοντινότερο στην Τουρκία, από την οποία τη χωρίζει το Στενό της Μυκάλης -μία στενή λωρίδα θάλασσας μόλις 750 μέτρων- έχει υποδεχθεί μερικές δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες από το Σεπτέμβρη του 2015 μέχρι τον Απρίλη του 2017.
Βρίσκονται τόσο κοντά οι δύο τόποι που ο 39χρονος Νατζίμ από το Ιράκ, που ζει μαζί με την οικογένειά του στον καταυλισμό της Σάμου, ακούει τις προσευχές του ιμάμη απέναντι. Κι έχει κι εκείνος τη δική του προσευχή να πει. «Θέλω να ζήσω ως ελεύθερος άνθρωπος. Να πάρω την οικογένειά μου μακριά από εδώ, να τη φροντίσω σωστά και να προσφέρω στα παιδιά μου μία κανονική ζωή. Να τα ξαναδώ να πηγαίνουν σχολείο».
Ο Νατζίμ έφυγε από το Ιράκ μαζί με τη γυναίκα του και τα πέντε τους παιδιά εξαιτίας της βίας, ρισκάροντας τη ζωή τους για την ασφάλεια και την ειρήνη. Σήμερα, τέσσερις μήνες μετά και αίτησή του για άσυλο δεν έχει ακόμα εξετασθεί.
Σε απόσταση μόλις 10 λεπτών από το Βαθύ της Σάμου, οι περισσότεροι από 1.500 πρόσφυγες - σχεδόν 70% από τη Συρία- ζουν στοιβαγμένοι και κάτω από δυσχερείς συνθήκες στον καταυλισμό του νησιού. Αριθμός που ξεπερνά κατά πολύ τη χωρητικότητα του κέντρου υποδοχής που είχε αρχικά προβλεφθεί να προσφέρει προσωρινή στέγη σε 700 ανθρώπους. Πολλοί από τους οποίους ζουν εδώ περισσότερους από 9 μήνες με περιορισμένη και ελλιπή πρόσβαση σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες. Και η κατάσταση μόνο να χειροτερέψει προβλέπεται. Τα ευρωπαϊκά κονδύλια σταδιακά σταματούν, οι καθυστερήσεις στη διαδικασία εξέτασης των αιτημάτων ασύλου μεγαλώνουν, οι διεθνείς οργανώσεις στην πλειοψηφία τους αποσύρονται και το ανθρωπιστικό έργο περνά στην ελληνική κυβέρνηση.
Ένα μωσαϊκό εθνικοτήτων αναγκασμένοι να ζουν σε καταυλισμούς -62.000 συνολικά ο αριθμός των εγκλωβισμένων προσφύγων στην Ελλάδα-, σε ένα αβέβαιο παρόν και με τις ελπίδες τους για άσυλο ή για να φθάσουν σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα, να εξανεμίζονται. Εγκλωβισμένοι σε μια πραγματικότητα που δεν επέλεξαν.
Μοιάζει λες και η Ευρώπη και η διεθνής κοινότητα επιθυμούν να αφήσουν πίσω τους την ξεχασμένη προσφυγική κρίση. Να τη σκουπίσουν κάτω από το χαλάκι της εξώθυρας. Ήδη στην Αγγλία, οι συντηρητικοί στις προεκλογικές εξαγγελίες τους έθεσαν την πιθανότητα να επανεξετάσουν τους «διεθνείς νομικούς ορισμούς του ασύλου και του καθεστώτος του πρόσφυγα». Οι φωνές αντιπάθειας προς τους πρόσφυγες σταθερά αυξάνονται -εντός και εκτός συνόρων-, με τις εγχώριες φωνές να κάνουν λόγο για «πλήγμα στον τουρισμό της χώρας». Οι πορείες οργισμένων κατοίκων, πρόσφατα στη Χίο αλλά και αλλού, δεν είναι μόνο ξενοφοβικές και εμφανώς ρατσιστικές αλλά συχνά οργανώνονται από μέλη της ακροδεξιάς.
Ο Νατζίμ, που πίσω στη χώρα του ήταν επιτυχημένος επιχειρηματίας με τη δική του δουλειά, ένας «σωστός οικογενειάρχης» όπως λέει η ίδιος, ένας αφοσιωμένος πατέρας, βλέπει τα πράγματα απλά. «Εμείς δε θέλουμε να αναστατώσουμε τους πολίτες της Σάμου. Καταλαβαίνουμε ότι κι εκείνοι μπορεί να φοβούνται. Όπως φοβόμαστε κι εμείς. Έχω ζήσει στην Ελλάδα πριν χρόνια. Και τώρα έφερα εδώ την οικογένειά μου. Διακινδυνέψαμε πολύ όταν πήραμε την απόφαση να μπούμε σε μια βάρκα. Το μόνο που θέλω είναι μια ευκαιρία για τα παιδιά μου. Και μετά εγώ θα βρω την άκρη. Να ανοίξω τη δική μου δουλειά εδώ. Αγαπώ αυτόν τον τόπο και νομίζω πως μπορούμε να δώσουμε πολλά».
----------------------------------------------------
To SolidarityNow συνεχίζοντας να αποτυπώνει την κατάσταση και τις συνθήκες που επικρατούν στους προσφυγικούς καταυλισμούς, βρέθηκε στη Σάμο και παρουσιάζει το δεύτερο κατά σειρά ντοκιμαντέρ 360ο με τίτλο «Εγκλωβισμένοι στη Σάμο» που δημιουργήθηκε σε συνεργασία με το βραβευμένο φωτορεπόρτερ Γιώργο Μουτάφη.
Η ιστορία του Νατζίμ γίνεται το έναυσμα για το SolidarityNow ώστε να μιλήσει ανοιχτά μέσα από ένα ντοκιμαντέρ, υπογραμμίζοντας την επιτακτική ανάγκη για το κλείσιμο των καταυλισμών και την άμεση μεταφορά των ευάλωτων πληθυσμών σε ανεξάρτητες δομές στέγασης και φιλοξενίας στην ενδοχώρα, σε συνθήκες ασφάλειας.
huffingtonpost.gr
_