Ποιοι παράγοντες εξασφαλίζουν την επιτυχία μετά από μια επέμβαση laser για τη διόρθωση μυωπίας, υπερμετρωπίας και αστιγματισμού;


Γράφει ο Ιωάννης Α. Μάλλιας, Χειρουργός Οφθαλμίατρος

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό μετά από μια επέμβαση διόρθωσης με laser να υπάρχει επιτυχία και ο ασθενής να είναι ευχαριστημένος από τα λειτουργικά αποτελέσματα της επέμβασης.

Ποιοί είναι οι παράγοντες εκείνοι που εξασφαλίζουν την επιτυχία και το χαμόγελο ικανοποίησης στα πρόσωπα των ασθενών;

«O πρώτος και σημαντικότερος παράγοντας είναι η σχολαστική επιλογή του ασθενούς. Ο υποψήφιος χρειάζεται να είναι υγιής και να μην παίρνει φάρμακα όπως η αμιοδαρόνη και ισοτρετινοΐνη» τονίζει ο διαπρεπής χειρουργός οφθαλμίατρος κ. Ιωάννης Α. Μάλλιας, Διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η χρήση αντισυλληπτικών δεν αποτελεί απόλυτη αντένδειξη, αλλά χρειάζεται να την συνεκτιμήσει ο θεράπων οφθαλμίατρος μαζί με τους βαθμούς που πρόκειται να διορθωθούν και την επιλογή της μεθόδου για την αποφυγή μιας επιπλοκής που ονομάζεται κερατεκτασία.

Ασθενείς με γλαύκωμα, παθήσεις της ωχράς κηλίδας και του αμφιβληστροειδούς καλό είναι να μην προχωρούν σε επέμβαση. Ασθενείς οι οποίοι πάσχουν από αυτοάνοσα νοσήματα, ιδίως όταν αυτά είναι σε ενεργό φάση, καλό είναι να μην προχωρούν σε διαθλαστική επέμβαση. Επίσης, ασθενείς με τελικού σταδίου ξηροφθαλμία δεν είναι καλοί υποψήφιοι για τη διόρθωση με το laser, σύμφωνα με τον κ. Μάλλια, ο οποίος έχει μετεκπαιδευτεί στις επεμβάσεις διόρθωσης με laser στην οφθαλμολογική κλινική του Πανεπιστημίου Columbia της Νέας Υόρκης των ΗΠΑ.

Οι ασθενείς είναι σκόπιμο προεγχειρητικά να υποβάλλονται τόσο σε καμπυλομετρική όσο και σε υψομετρική τοπογραφία κερατοειδούς, καθώς επίσης και σε μέτρηση του πάχους του κερατοειδούς σε πολλαπλά σημεία (καταγραφή του παχυμετρικού χάρτη). Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να ανιχνεύεται υποκλινικός κερατόκωνος, καθώς επίσης και ασθενείς που έχουν πολύ λεπτό κερατοειδή. Και οι δύο κατηγορίες ασθενών δεν είναι καλοί υποψήφιοι για διαθλαστική επέμβαση με το Excimer laser.

Είναι σκόπιμο όσοι ασθενείς είναι χρήστες φακών επαφής να διακόπτουν τη χρήση των φακών (τουλάχιστον μία εβδομάδα για τους μαλακούς και ένα μήνα για τους σκληρούς φακούς επαφής), έτσι ώστε ο κερατοειδής να αποκτά την κανονική του μορφολογία και αυτή να μην επηρεάζεται από τη χρήση των φακών.

«Στους ασθενείς με σταθεροποιημένο κερατόκωνο και λεπτό κερατοειδή πολύ καλά αποτελέσματα έχει η εμφύτευση φακικού ενδοφακού ICL», συμπληρώνει ο κ. Μάλλιας. Σε ασθενείς με ανώμαλο αστιγματισμό πολύ καλά αποτελέσματα έχουν οι τοπογραφικά κατευθυνόμενες σμιλεύσεις. Στις περιπτώσεις αυτές ο ασθενής υποβάλλεται σε διαδοχικές τοπογραφίες κερατοειδούς με ειδικό μηχάνημα. Τα τοπογραφικά δεδομένα του κερατοειδούς μεταφέρονται σε ηλεκτρονική μορφή (στικάκι USB) στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του laser, έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η εξατομικευμένη σμίλευση.  

Καθοριστικής σημασίας για την επιτυχή έκβαση της επέμβασης είναι ο σχολαστικός καθορισμός του διαθλαστικού σφάλματος. Η μέτρηση των βαθμών της μυωπίας και της υπερμετρωπίας χρειάζεται να γίνεται τόσο με την υποκειμενική μέθοδο όσο και μετά από κυκλοπληγία (κυκλοπληγική μέτρηση).

Κατά την κυκλοπληγία γίνεται ενστάλαξη ειδικών σταγόνων οι οποίες σταματούν τη δράση του ακτινωτού μυός (μυς ο οποίος βρίσκεται στο εσωτερικό του ματιού) με αποτέλεσμα να σταματά προσωρινά η προσαρμογή. Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζουμε ότι ο ασθενής άθελά του με τις απαντήσεις του κατά την εξέταση δεν θα οδηγήσει το γιατρό σε λάθος μέτρηση. Είναι σκόπιμο ο γιατρός να συγκρίνει τον κερατοειδικό αστιγματισμό από την τοπογραφία του κερατοειδούς με τον αστιγματισμό που προκύπτει από τη διάθλαση. Σε περιπτώσεις που οι δύο μετρήσεις δεν συμβαδίζουν, σκόπιμο είναι ο γιατρός να επαναλαμβάνει τη διάθλαση και να παίρνει την τελική απόφαση για το αν θα προχωρήσει σε τοπογραφικά κατευθυνόμενη σμίλευση και για τους βαθμούς που θα εισαγάγει στο software του laser.

Μεγάλη σημασία έχει ο προεγχειρητικός σχεδιασμός και η επιλογή της κατάλληλης μεθόδου. Ο γιατρός χρειάζεται σχολαστικά να υπολογίζει το πάχος του τμήματος του κερατοειδούς που θα φωτοαφαιρεθεί από το laser, καθώς επίσης και να υπολογίζει το πάχος του τμήματος του κερατοειδούς που θα απομείνει (residual stromal bed), για να αποφευχθεί η πιθανότητα εμφάνισης κερατεκτασίας. Σε μυωπικές σμιλεύσεις πάνω από 6 βαθμούς, σε υπερμετρωπικές διορθώσεις και σε ασθενείς με σχετικά λεπτό κερατοειδή, τόσο η επέμβαση PRK όσο και η επέμβαση Lasik μπορούν να συνδυαστούν με διασύνδεση κολλαγόνου (cross-linking, Lasik Extra, PRK Extra) μειώνοντας περαιτέρω τον κίνδυνο εμφάνισης κερατεκτασίας, καθώς επίσης και την πιθανότητα υποστροφής του διαθλαστικού αποτελέσματος με την επανεμφάνιση μυωπίας ή υπερμετρωπίας.

Η διάγνωση προϋπάρχουσας ελαφράς ξηροφθαλμίας ή και βλεφαρίτιδας πριν την επέμβαση, καθώς επίσης και η θεραπεία τους προεγχειρητικά είναι παράγοντες καθοριστικής σημασίας για ένα άριστο μετεγχειρητικό αποτέλεσμα.

«Σε περιπτώσεις βλεφαρίτιδας συστήνεται η περιποίηση των βλεφάρων με ζεστές κομπρέσες ή με την εφαρμογή κατάλληλης θεραπευτικής μάσκας, η χορήγηση τεχνητών δακρύων, καθώς και χορήγηση σταγόνων κορτιζόνης για την καταπολέμηση της υποκλινικής φλεγμονής της οφθαλμικής επιφάνειας» τονίζει ο διαπρεπής χειρουργός, «καθώς η θεραπεία της βλεφαρίτιδας προεγχειρητικά μειώνει την πιθανότητα εμφάνισης μιας επιπλοκής της Lasik που ονομάζεται DLK (Defuse Lamellar Keratitis), κατά την οποία φλεγμονώδη κύτταρα συναθροίζονται μέσα στο στρώμα του κερατοειδούς κάτω από το flap και η οποία μπορεί να μειώσει σημαντικά την όραση μετεγχειρητικά».

Η πλήρης διακοπή της χρήσης των φακών επαφής τουλάχιστον 20 μέρες πριν την επέμβαση, εκτός από το γεγονός ότι εξασφαλίζει καλύτερο λειτουργικό αποτέλεσμα, μειώνει την πιθανότητα εμφάνισης μόλυνσης μετεγχειρητικά. Ο κ. Μάλλιας επισημαίνει: «Μερικά μέτρα ακόμα που χρειάζεται να λαμβάνουν οι ασθενείς για την αποφυγή μόλυνσης είναι η διακοπή προϊόντων μακιγιάζ 10 μέρες πριν και 10 μέρες μετά την επέμβαση και η αποφυγή κολύμβησης σε πισίνες και στη θάλασσα» και προσθέτει: «Η χρήση αντιβιοτικού κολλυρίου και αντισηπτικού αφρού καθαρισμού των βλεφαρίδων μειώνει περαιτέρω τον κίνδυνο εμφάνισης κάποιας μόλυνσης. Στο σημείο αυτό σκόπιμο είναι να αναφερθεί ότι το κάπνισμα, χωρίς να είναι αντένδειξη για να προχωρήσει κάποιος στην επέμβαση, σκόπιμο είναι να αποφεύγεται την ημέρα της επεμβάσεως και τις πρώτες μετεγχειρητικές ημέρες, γιατί ο καπνός ερεθίζει τα μάτια και επιτείνει την υποκλινική φλεγμονή στην οφθαλμική επιφάνεια».

Ο γιατρός, τέλος, τονίζει πως: «Στο σημείο αυτό σκόπιμο είναι να αναφερθεί ότι σημαντικό ρόλο στο αποτέλεσμα παίζει και η τεχνολογία των laser που χρησιμοποιούνται» και καταλήγει: «Τα τελευταίας γενιάς Excimer laser, η χρήση του femto second laser στη Lasik και η άρτια εκπαίδευση του θεράποντος οφθαλμιάτρου είναι παράγοντες που εξασφαλίζουν άριστα αποτελέσματα και χαρίζουν πλατιά χαμόγελα στα πρόσωπα των ασθενών».

Ο Ιωάννης Α. Μάλλιας είναι χειρουργός οφθαλμίατρος, Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημíου Αθηνών, Clinical Fellow της Οφθαλμολογικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Columbia της Νέας Υόρκης, Ειδικός στις χειρουργικές επεμβάσεις Καταρράκτου - Γλαυκώματος-Μεταμοσχεύσεων Κερατοειδούς και Διόρθωση Μυωπίας, Υπερμετρωπίας, Αστιγματισμού με Laser. (www.laser4myopia.gr)  


Πληροφορίες: 210-9320215