IMIA 1996: Σ΄ αυτούς απευθυνόταν το σήμα του Α/ΓΕΝ Ι.Στάγκα! Μαρτυρία που συγκινεί

Το κείμενο που ακολουθεί, δεν διεκδικεί μήτε δάφνες, μήτε επαίνους. Δεν έχει να δώσει κάποιο ειδικό βάρος στα γεγονότα, ούτε να κάνει… “αποκαλύψεις”. Θα ήταν πρέπον αυτές να τις είχαν
κάνει οι πρωτεργάτες εκείνων των ημερών. Η συγκεκριμένη καταγραφή, είναι  απλά μία ακόμα συνεισφορά, στα τόσα και τόσα που έχουν γραφεί και που αξίζει να τα διαιωνίζουμε. Είναι ίσως ο μόνος τρόπος, όχι μόνο να συντηρούμε την μνήμη αυτών που με την θυσία τους, τίμησαν τα κόκκαλα των προγόνων τους, αλλά και να τους δείχνουμε πως δεν έχουν ξεχαστεί. Το κείμενο το παραθέτω όπως ακριβώς το πήρα. Δεν έχει σημασία ποιός είναι αυτός που το έγραψε (αν και είμαι βέβαιος πως κάποιοι από εσάς, εύκολα θα τον αναγνωρίσουν…). Φύλαξα την ανωνυμία του, κατ’ επιθυμίαν του γράφοντος. Σημασία έχει ότι το κατέθεσε με την ελπίδα ότι βοήθησε κι αυτός με τον τρόπο του, να κρατηθεί ψηλά η σημαία, που δεκαετίες μετά τα γεγόνότα, η μνήμη του απλού λαού αποδεικνύει περίτρανα πως όσο κι αν προσπάθησαν κάποιοι, δεν μπόρεσαν να την υποστείλουν μέσα του.
“Ήταν ένα μικρό καράβι… Και σε αυτό το… μικρό καράβι, έτυχε να βρεθώ με απόσπαση εκείνες τις χειμωνιάτικες μέρες που μύριζαν… κρίση (εθνική και μετέπειτα συνειδήσεων…). Το μοναδικό μεγάλο -και καλά- πλοίο που βρισκόταν κοντά στην περιοχή εκείνες τις ώρες που ξέσπασε ο ‘”τσαμπουκάς”. Έτυχε. Επιστρέφαμε από μεταφορά για λογαριασμό της ΕΛ.ΔΥ.Κ.
Είχα περάσει την αλλαγή του χρόνου “ένδον”. Καλωσόρισα τον νέο χρόνο με μεταφορά. Καπάκι παίρνω την απόσπαση για Κύπρο και να έχεις και το Αιγαίο στα ντουζένια του… Δεν έβλεπα την ώρα να γυρίσω πισω.
Με το που αφήσαμε την Κύπρο ο καιρός είχε τα…κέφια του. Καβατζώνουμε την Κάσο και να έχει μια κακοκαιρία… να “χορεύουν κι οι πεθαμένοι”. Να είμαστε κουρασμένοι και να σου έχει κι ένα καιρό… δαιμονισμένο. Ένας αέρας που ούρλιαζε, σαν υστερική πεθερά. Μια θάλασσα να μας κοπανάει αλύπητα. Τεσσερισήμυσι χιλλιάδες τόνοι χάλυβα, χοροπηδάνε στα κύματα και μαζί τους κι εμείς. Είναι από τις στιγμές που καταλαβαίνεις πως το Αιγαίο, ποτέ δεν μπορείς να το ξέρεις, όσο καλά νομίζεις πως το ξέρεις.
Και κουφάλα και απρόβλεπτη” όπως το έθεσε τότε κι ο Θ.
Δύστροπος ίππος…” του απαντώ.
Δύσκολη γκόμενα” επανέρχεται ο Θ.
Κι έχει και… τα ‘ρούχα’ της” προσθέτω.
Ίσως μας το φύλαγε επειδή… ‘καλοπεράσαμε’ κάτω“. 
Και κάπως έτσι βάλθηκε να κυλάει η βραδυνή βάρδια την οποία την μοιραζόμασταν με τον Θ. στη γέφυρα, κάθε νύχτα από την αρχή του ταξιδιού. Δεν είχα ξανακάνει μαζί του. Δεν είμασταν φίλοι. Το Αγαίο μας έκανε.
Ο καιρός, το Αιγαίο και η… ανασκόπηση για τις γουρουνιές μας στη Μεγαλόνησο, όλα διακόπτoνται απότομα. Το ένα σήμα αρχίζει να σκάει πίσω απ’ τ’ άλλο. Ο ασύρματος παίρνει φωτιά. Από το αρχηγείο να ζητάνε στίγματα, Ε.Τ.Α. πορείες, στοιχεία πλού. Αρχίζω να σκέφτομαι πως μας προορίζουν για νέα μεταφορά και ότι θα το πάρω επ’ ώμου κι αυτό το… “μπαλάκι” και θα πάω σπίτι μου… καλό Πάσχα. Βάζουμε μιά τάξη και βγάζουμε τα στοιχεία που μας ζητάνε.
Δεν  προλαβαίνουμε να πάρουμε μια τζούρα και σκάει η ερώτηση “ποιά η απόστασή σας από τα Ίμια;“. Εντάξει μετά από κάμποσο ψάξιμο τα βρήκαμε στον χάρτη. Κι εκεί καταλάβαμε ότι η ερώτηση δεν είχε τίποτα το… normal. Μύριζε ανεξήγητα απαίσια. Μύριζε… πρόβλημα. Φωνάζουμε τον Κυβερνήτη. Ψάχνει στον χάρτη. Ρίχνει μετρήσεις. Σκάει κι άλλο σήμα. Το διαβάζει κι η έκφραση στο πρόσωπό του αρχίζει να ανταγωνίζεται το σκοτάδι της γέφυρας. Σκοτεινιασμένος ο ουρανός από πάνω μας. Kατράμι το Αιγαίο ολόγυρά μας. Όμως το δικό του το βλέμα εκείνες τις στιγμές, ήταν όλοι οι καιροί μαζί…
Έχουμε τσαμπουκά…” βρυχάται καθώς διατάζει αλλαγή πορείας. Από εκείνη την ώρα, δεν άφησε την γέφυρα ξανά. Επάνω ξαγρυπνούσε, επάνω το γεύμα του, επάνω τον καφέ του, επάνω τα πάντα. Ότι χρειαζόταν, έστελνε τον ναύτη στην καμπίνα να του το φέρει. Στην ξηρά το λένε “επαγγελματισμός”. Στην δική μας γλώσσα (την τόσο… πεζή για τους στεριανούς) το λένε “αίσθηση καθήκοντος”. Στα μισά του δρόμου, αλλάζουν γνώμη στο Γ.Ε.Ν. Παίρνουμε εντολή για άμεση επιστροφή στον Ναύσταθμο, με εντολή για επανάπλου σε προκαθορισμένο σημείο προς επαναφόρτωση “πολεμικού υλικού”. Το βαπόρι τρέμει σύγκορμο καθώς 10.000 άλογα ξεχύνονται στις 2 Wartsila που πλέον καλπάζουν με 900 στροφές το λεπτό. Πηγαίνουμε πλέον μ’ “όλο τον δρόμο” κάτι που δεν συνηθίζετε όταν έχεις κακοκαιρία απέναντί σου. Το πλοίο καπνίζει σαν… “φουγάρο”. Φτάνουμε εσπευσμένα στον ναύσταθμο. Κυριαρχεί ένας οργασμός που όμοιό του, δεν έχω ξαναδεί στον έναν χρόνο της στρατιωτικής θητείας μου.
Τα μαζεύω και βάζω πλώρη για το πλοίο που υπηρετούσα. Χαιρετώ τον Θ. Μου σφίγγει και τα δύο τα χέρια δυνατά και μου κλείνει το μάτι:
Θα τα πούμε όταν γυρίσουμε. Να προσέχεις εκεί έξω…“.
Ήταν ένας πραγματικά περίεργος αποχαιρετισμός. Ωστόσο, η μοίρα είχε επιλέξει να μην τα… “πούμε εκεί έξω” (αρχικά τουλάχιστον…). Το δικό μου το πλοίο, θα ήταν ένα από τα ελάχιστα -αν όχι το μοναδικό- που δεν θα έπαιρνε μέρος στον “τσαμπουκά”, όπως έμαθα προς μεγάλη μου απογοήτευση. Ήταν ήδη ανεβασμένο στη δεξαμενή, για εκτεταμένες επισκευές. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Μου ήταν αδύνατο να το συλλάβω. Όλα τα πλοία του Π.Ν. όλα τα παλιοσείρια μου εκεί έξω κι εγώ στον τάκο. Κυριολεκτικά στον τάκο (αφού το πλοίο καθόταν στους τάκους της δεξαμενής κι εγώ ήμουν μέσα σ’ αυτό…).
Σιγά-σιγά άρχισαν όλοι οι Αξιωματικοί να φεύγουν για άλλα σκάφη. Θα συμπλήρωναν τα κενά, παίρνοντας την θέση εκείνων που ακόμη δεν είχαν προλάβει να παρουσιαστούν στις μονάδες τους. Δεν μπορούσα να το χωνέψω ότι θα έμενα πίσω “να τους κουνάω το μαντήλι”… Πήγα και βρήκα τον Κυβερνήτη μου. Toυ ζήτησα να με στείλει όπου έκρινε ότι θα μπορούσα να βοηθήσω. Αρκεί να έφευγα. Η απάντηση που μου έδωσε, με έκανε να καταλάβω για πολλοστή φορά, ότι δεν ήταν καθόλου τυχαίο που δεν είχε καταφέρει να κερδίσει τον σεβασμό κανενός μας μέσα στο βαπόρι μας. Ήταν μιά απάντηση που με το που την ξεστόμισε, με έκανε να ρίξω το βλέμα στο πάτωμα από την ντροπή που ένιωσα κι αυτόματα επιβεβαιώσε με τον πιό μικρό τρόπο, το πόσο λίγος ήταν για το πόστο που κράταγε. Ήταν -ευτυχώς- μια θλιβερή εξαίρεση μέσα σε ένα ώριμο, ανιδιοτελές και θαραλλέο πλήρωμα.
Δεν το έβαλα κάτω. Δεν ήμουν ούτε κανένας “G.I. Joe” ούτε κανένας Rambo. Aπλά, ο Θεός είχε κληρώσει, η μπίλια να κάτσει στην σειρά μου. Για κάποιον λόγο είχαμε πάει να υπηρετήσουμε αυτήν την έρημη πατρίδα. Ότι κι αν συνεπάγεται κι ότι κι αν κλείνει μέσα της η έννοια αυτή, για τον καθένα μας, οφείλαμε να απαντήσουμε στο κάλεσμά της. Kαι είναι ένα κάλεσμα περίεργο. Δεν το μετράς. Δεν το ζυγίζεις. Απλά υπακούς, όπως έκαναν δεκάδες γεννιές πριν από σένα. Δεν είναι “σειρήνα”, είναι συναγερμός φιλότιμου… Είναι ένα κάλεσμα που μιλά μέσα σου χωρίς να σε υποχρεώνει. Αγγίζει με τον πιό λεπτό τρόπο, αυτήν την ευαίσθητη χορδή, που σε κάνει να βλέπεις όλους αυτούς που υπήρξαν πριν από σένα, να σε καλούν να πάρεις θέση δίπλα τους. Είναι ένα κάλεσμα που σε μεταμορφώνει ολοκληρωτικά και που το υπακούς τυφλά όταν η πίστη σου στα ιδανικά είναι ένα με την φύτρα σου, γνωρίζοντας αυτομάτως τί αυτό συνεπάγεται, αλλά και τί αντιπροσωπεύει. Είναι η φωνή εκείνη μέσα στις εσχατιές της ψυχής σου, που σε συνδέει με το παρελθόν σου και σου φωνάζει δυνατά πως πλέον παύεις να είσαι ο Γιάννης, ο Νίκος, ο Κώστας, ο Γιώργος, ο τάδε, ο δείνα. Παύεις να είσαι κληρωτός ή στρατεύσιμος, o ναύτης ή ο βαθμοφόρος, ο “παλιός” ή ο “νέος”. Είσαι μόνο Έλληνας!
Bγήκα να πάρω λίγο αέρα. Το κινητό άρχισε ξανά να κτυπάει σαν τρελό. Αυτήν τη φορά αποφασίζω να απαντήσω. Στην αντίπερα όχθη της γραμμής η πιό οικεία φωνή της ζωής μου, τρεμάμενη και ανήσυχη, με ρώταγε αν επέστρεψα και αν θα γίνει πόλεμος.
Μην ανησυχείς. Στο φινάλε, τί θα πει πόλεμος;” την ρώτησα “όταν πριν από αυτήν τη λέξη, προέχει το χρέος;
Τί θα πει χρέος;” μου απάντησε αποστομωτικά υπό την ιδιότητα της μάνας.
Χρέος είναι αυτό που μας μάθαινες όλα αυτά τα χρόνια. Αυτή τη στιγμή όμως, χρέος δικό σου σαν μάνα είναι να μου φέρεις δυό φανέλες και δυό κάλτσες γιατί έχω ξεμείνει ένα μήνα τώρα που δεν έχω πατήσει σπίτι κι άν έχεις φτιάξει και κάνα γλυκό, κάνα κέικ τίποτα, φέρε κι από αυτά…” απάντησα γελώντας μπας και την καθησυχάσω.
Πέρναγαν οι ώρες και το ένα πλοίο έφευγε πίσω από το άλλο. Μόνο εμείς εκεί. Καραβοφάναρο. Ένα με τον ντόκο (ή μάλλον με την δεξαμενή…). Πήρα τον δρόμο για την πύλη, να πάω να συναντήσω την μάνα μου που με περίμενε. Για να την δω που δεν την είχα δει τόσο καιρό πήγα, για να την αποχαιρετήσω όμως ήταν γραφτό να την συναντήσω: στον δρόμο για την πύλη του Ναυστάθμου, πέτυχα έναν καλό φίλο και παλιό μου συμμαθητή από την Σχολή. Ήταν Κυβερνήτης σε ένα “μικρό”. Έφευγαν εσπευσμένα, αλλά με ελλείψεις. Τα γεγονότα δεν μπορούσαν να περιμένουν. Ο Β. δεν μπορούσε να βρει τον Ύπαρχό του αν και είχε “σπάσει” την άδειά του και βρισκόταν καθ’ οδόν από την Κέρκυρα, όμως δεν θα προλάβαινε. Κατευθυνόμασταν κι οι δύο προς την προβλήτα που ήταν δεμένο το πλοίο του. Εγώ, με μιά σακούλα φανέλες (κι ένας Θεός ξέρει τί άλλο μέσα), στο χέρι αυτός στο ένα του χέρι το κινητό και τσιγάρο στο άλλο, να τηλεφωνεί να βρει αντικαταστάτη. Με το πού το κλείνει, κόβω τον γοργό βηματισμό μας:
Πάρε εμένα Β. στη θέση του. Με ξέρεις ποιός είμαι πολύ πριν παρουσιαστούμε στις μονάδες μας…“. Μόλις είχα ζητήσει απόσπαση βάζοντας… “μέσον”. Δεν είχα καταφέρει να βρω μέσον, για ένα καλό και ήσυχο πόστο, όσο ήμασταν εν ειρήνη, είχα βρει τώρα που πηγαίναμε “καρφί” για πόλεμο…
Βρέθηκα σε μάχιμη μονάδα ένα δύωρο αργότερα, με τον κανονικό μου Κυβερνήτη να μην πιστεύει στα μάτια του όταν διάβαζε το σήμα της απόσπασής μου. Ήξερε πως δεν ήταν… φυσιολογική απόσπαση, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει πώς την είχα πετύχει. Παρά τον… εκνευρισμό του, θα πήγαινα κι εγώ τελικά, μαζί με όλους τους άλλους. Όπως το όφειλα. Όπου μας καλούσε το “χρέος”. Δεν επαίρωμαι γι’ αυτό, γιατί δεν ήμουνα ο μόνος. Στην πραγματικότητα, δεν υπήρχε ούτε μισός άνθρωπος που να μην επέστρεψε στη μονάδα του οικειοθελώς και χωρίς καν να τον ειδοποιήσουν. Όποιος υπηρετούσε εκείνες τις μέρες στο Π.Ν. ήταν σαν σεληνιασμένος (και βάλε): οι 300 του Λεωνίδα, ήταν ένας άνθρωπος μέσα του. ΚΑΜΙΑ υπερβολή. Δεν είναι τυχαίο πως ο Ναύσταθμος βρίσκεται επάνω στα μυρωμένα νερά που έγινε η ναυμαχία της Σαλαμίνας… 
Όχι. Δεν ήταν ο αγέρας που την μαστίγωνε αυτός που σήκωνε τα κύματα και τα θέριευε. Ήταν ο αγιασμός που την είχαν ποτίσει τα κουφάρια των Ελλήνων και των τριήρων τους, αυτός που αγριεμένα καλούσε τους απογόνους τους, να σταθούν δίπλα τους, όπως είχαν κάνει κι εκείνοι απέναντι στους Πέρσες. Ήταν εκείνες ακριβώς τις ώρες που το συνειδητοποιούσες αυτό. Όταν έβλεπες τα ίδια ναυτάκια που μιά μέρα  πριν, ήταν της λογικής του “Έλα σβέλτα νέοςςςςπίασε ένα τοστ και τον φραπέ με 4 ζάχαρες, όπως θα έρχεσαι, στραβάδι… Άιντε γκάου” είχαν μεταλλαχτεί σε αφιονισμένους Σαλαμινομάχους (κι όποιος δεν με πιστεύει να αλλάξει χώρα τώρα επί τόπου, γιατί πολύ απλά δεν έζησε από κοντά εκείνες τις ώρες το ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΤΟΥ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΕΛΛΗΝΑΣ). Όλα τα παιδιά, είχαν ξαφνικά γίνει άντρες. 
Κατέβαιναν οι ναύτες με τα πολιτικά από τα επιβατηγά στην Σαλαμίνα και μερικοί από αυτάούς χάνονταν λίγο πριν την πύλη μέσα ένα μικρό τσούρμο από μανάδες, πατεράδες, αδέλφια, που τους είχαν ακολουθήσει. “Ταχέως!” φωνάζει σε κάποιους δικούς του που έρχονταν μαζί, ένας γνωστός μου, Ύπαρχος τότε σε μία Κ/Φ και βλέπει μια μάνα με ποτάμια στα μάτια. Σταματάει. Γυρνάει πίσω μερικά βήματα. Την πιάνει από τους ώμους: “Θα στον γυρίσω” της λέει “μην ανησυχείς, όλους θα τους γυρίσω” κι ακούω την μάνα με τα ίδια μου τα αυτιά, να του λέει “Πρώτα να γυρίσετε αυτούς πίσω” δείχνοντας με το χέρι της παρατεταμένο προς την Ανατολή και εννοώντας τους Τούρκους…
Τόσα χρόνια μετά κι όμως… τα θυμάμαι όλα μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια.
Τα βαπόρια να φεύγουν με ότι είχαν διαθέσιμο.
Άλλα χωρίς τρόφιμα.
Άλλα με όσα εφόδια είχαν από την προηγούμενη καθώς έπρεπε να φύγουν αστραπή…
Μιά φρεγάτα θυμάμαι ότι είχε φτάσει το Phalanx της, για να της το “φορέσουνε” και έφυγε άρον-άρον χωρίς αυτό(!).
Πυρομαχικά να μεταφέρονται “as is-where is” και μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις δουλεύαν τα πληρώματα “ζεμπίλι” για να τα φορτώσουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα, ώστε να πάρει σειρά το επόμενο βαπόρι, χωρίς χάσιμο χρόνου.
Κάποια άλλα βαπόρια -λιγοστά- αναγκάζονταν να φύγουν χωρίς τις κανονικές οργανικές τους συνθέσεις.
Να αναχωρούν καράβια του Στόλου με την μεγάλη σημαία να κυματίζει περήφανα κόντρα στον καιρό και τα πληρώματά τους παρεταγμένα στο κατάστρωμα και να σφυρίζουν με την μπουρού αποχαιρετώντας φίλους, κληρούχες, συμμαθητές και το έθνος ολόκληρο…
Να κατευθύνονται προς την μπούκα και να παίζουν τα μεγάφωνα, τον “Ναύτη του Αιγαίου” και να νιώθεις μέχρι και στο τελευταίο σου κύτταρο, την τιμή του να είσαι Έλληνας σαν και τους προγόνους σου, ίδιος και ένα με αυτούς.
Εκείνες οι κληρουχίες, ήταν οι μόνες που ΔΕΝ χρειάζονταν πιστοποιητικό γεννήσεως. Τα Ίμια ήταν από τούδε και στο εξής, το διαβατήριό τους!
Πιάσαμε σε ένα νησί και πήγαμε να βρούμε κάνα σουπερ μάρκετ και μανάβικο να πάρουμε τρόφιμα. Δεν ξέραμε πόσο θα κρατούσε η όλη ιστορία και φοβόμασταν πως θα ξεμείνουμε από φαγητό. Δεν προλάβαμε να δέσουμε έρχονται μερικοί κάτοικοι.
Ε… τί κάνετε ευτού;
 “Πρέπει αν πάρουμε τρόφιμα, μπάρμπα. Δεν προλάβαμε να τα πάρουμε όλα, φύγαμε με την ψυχή στο στόμα…
Εσείς πρέπει να είστε έξω να τουφεκίσετε τους Τούρκους. Δεν έχει να πάτε πουθενά, γιατί θα αργήσετε να τα βρείτε. Θα σας τα φέρουμε εμείς” μας λέει.
Πράγματι πέφτει σύρμα και φτάνουνε αγροτικά αλλά και πολιτικά γεμάτα, σακιά πατάτες, ψωμιά, αλεύρι φρούτα, ντομάτες. Κάποιοι κάτοικοι μας φέρνανε λαχανικά με σακούλες γεμάτες από τα περιβόλια τους.
Πού θα τα βάλουμε όλα αυτά, ρε ‘συ;” μου κάνει ο Κυβερνήτης.
“Θέλετε να τους γυρίσετε μερικά πίσω;” του κάνω όλο νόημα.
Τρελός είσαι; Αν είναι γραφτό να μας φάνε οι Τούρκοι δεν θα προλάβουνε. Θα μας φάνε ζωντανούς ετούτοι πρώτα…” 
Λύνουμε κάβους και φεύγουμε. Οι σκηνές ανεπανάληπτες. Να μας χαιρετάει κόσμος και κοσμάς από την την προκυμαία που στο μεταξύ είχε γεμίσει και θύμιζε… προεκλογική συγκέντρωση. Να μας εμψυχώνουν, να μας σταυρώνουν οι γριές, βρισιές ανάκατες με χειροκροτήματα. Όλο το πλήρωμα συγκινημένο. Όλος ο κόσμος, στο πλευρό των πληρωμάτων μας. Είναι ΚΑΙ δικά τους παιδιά. Όλος ο στρατευμένος κόσμος, παρών στο κάλεσμα. Όλη η Ελλάδα ένα. Ζωσμένη από τα απέριττα δώρα με τα οποία την ευλόγησε ο Θεός: την θάλασσα και τον ούρανό της. Το γαλάζιο… αυτό το χρώμα το τόσο ιερό, όμοιο με μύρο, το μύρο της Ελλάδος. 
Το βράδυ μετά την προδωσία, δεν μίλαγε κανείς. Ακόμα και σήμερα που μιλάω με φίλους κληρωτούς αλλά και μόνιμους, αποφεύγουμε να τα θυμόμαστε γιατί μας παίρνει το παράπονο… Οι σκηνές ωστόσο που εκτυλίχτηκαν εκείνες τις ημέρες, είναι αυτές που με κάνουν να ελπίζω ΑΚΟΜΑ, στην επιβίωσή μας ως έθνος και λαός. Κι όσο περνάνε τα χρόνια και βλέπω ότι η μνήμη των τριών παληκαριών δεν λέει να ξεχαστεί και να σβηστεί στα απόνερα του χρόνου, τόσο περισσότερο πιστεύω, ότι θα έρθει η στιγμή που θα μπορέσουμε να πούμε την φράση “ΤΩΡΑ η ψυχή τους αναπαύτηκε επιτέλους…“. Ίσως γιατί την τιμημένη των Ελλήνων σημαία, ανθέλληνες πολιτικοί την κατέβασαν από έναν αγιασμένο βράχο, μα δεν κατάφεραν ΠΟΤΕ να την κατεβάσουν μέσα από την ψυχή του απλού Έλληνα…
ΠΗΓΗ:exapsalmo.blogspot.gr