Η Ευρώπη και η τζιχαντιστική τρομοκρατία

Με τη συμπλήρωση 70 ετών από την τυπική γέννηση της ευρωπαϊκής ιδέας, η Ε.Ε. βρίσκεται αντιμέτωπη με σειρά προκλήσεων. Από τις μεγαλύτερες είναι η τζιχαντιστική τρομοκρατία, καθότι
σχετίζεται με το ευαίσθητο ζήτημα της ασφάλειας. Αλλωστε, ο βαθμός επίδρασής της στο πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι είναι εμφανής. Η πολύ αδύναμη –βάσει γεγονότων– αλλά ιδιαίτερα ισχυρή επικοινωνιακά σύνδεση των προσφυγικών και μεταναστευτικών ρευμάτων με την τρομοκρατία αλλάζει τον τρόπο πρόσληψης πολλών Ευρωπαίων σε σχέση με πληθυσμούς που διεκδικούν στάτους διεθνούς προστασίας. Ως επακόλουθο, αρκετές ηγεσίες δηλώνουν αποφασισμένες να μην τηρήσουν συμφωνίες σχετιζόμενες με τη μετεγκατάσταση, επιβαρύνοντας τις χώρες πρώτης εισόδου. Επίσης, οι τρομοκρατικές ενέργειες όχι μόνον ενισχύουν τα συντηρητικά αντανακλαστικά των Ευρωπαίων πολιτών, ενδυναμώνοντας σχηματισμούς που επενδύουν στον φόβο, αλλά δύνανται, ανάλογα με τη χρονική στιγμή που θα συμβούν, να διαφοροποιήσουν τους πολιτικούς συσχετισμούς, ακόμη και να επηρεάσουν εκλογικά αποτελέσματα, όπως συνέβη στην Ισπανία το 2004.

Μέσα σε περιβάλλον ανασφάλειας, κράτη-μέλη επιβάλλουν περιορισμούς στη λειτουργία της Σένγκεν, ενώ η ανάγκη να εδραιωθεί η αίσθηση απόλυτου ελέγχου της κατάστασης, μολονότι επιτακτική, μοιάζει περίπου αδύνατη. Η καταστολή του τρομοκρατικού κινδύνου περιλαμβάνει μεταξύ άλλων την αδρανοποίηση ενεργών και υπό διαμόρφωση πυρήνων εντός ευρωπαϊκής επικράτειας. Με τουλάχιστον 5.000 Ευρωπαίους να έχουν πολεμήσει στο πλευρό του ISIS και περίπου 1.800 εξ αυτών να έχουν επιστρέψει στις εστίες τους, και την αναγνώριση ότι υφίστανται δίκτυα στρατολόγησης και προστασίας στη Γηραιά Ηπειρο, η ανταλλαγή ακόμη και ευαίσθητων πληροφοριών μεταξύ των αρχών ασφαλείας θα έπρεπε να αποτελεί αυτονόητη ενέργεια.

Στην πραγματικότητα, εντούτοις, η συνεργασία σε επίπεδο Europol και ευρωπαϊκού αντιτρομοκρατικού μηχανισμού –που δημιουργήθηκε στις αρχές του 2016– κρίνεται ανεπαρκής, εν τη απουσία ενιαίου συντονιστικού κέντρου. Για θεσμικούς και πρακτικούς λόγους. Το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών όχι μόνον πανευρωπαϊκά αλλά και εθνικά πάσχει. Τόσο καθετοποιημένα (π.χ. μεταξύ των ομόσπονδων κρατιδίων χωρών όπως η Γερμανία) όσο και οριζόντια/διακρατικά, η συνεννόηση ενέχει δυσκολίες. Η «ανόμοια» αξιολόγηση ενός υπόπτου με βάση διαφορετικά στοιχεία που διαθέτουν οι επιμέρους εθνικές αρχές ασφαλείας είναι κομβική. Ενδεικτικά, η πορεία συγκεκριμένων υπόπτων πριν από τις επιθέσεις σε Γαλλία και Βέλγιο θα μπορούσε να σταματήσει, αν είχε προηγηθεί ορθή εκτίμηση των πληροφοριών εκ μέρους των βελγικών αρχών και εν συνεχεία σχετική ειδοποίηση των αντίστοιχων ελληνικών. Εξάλλου, για κάποιον που δεν έχει τρομοκρατικό αλλά ποινικό παρελθόν, δύσκολα εφαρμόζονται διατάξεις που ισχύουν για τους υπόπτους για τρομοκρατία (παρακολούθηση, tapping κ.λπ.) και δίνουν στις Αρχές άλλο εύρος ερευνητικής ευχέρειας. Οταν δε για κάποιον ύποπτο τα στοιχεία αφορούν κολάσιμες πράξεις του κοινού ποινικού δικαίου, εκτός αν υπάρχει διεθνές ή ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, αυτά μένουν σε εθνικό επίπεδο και δεν διαμοιράζονται.

Ο Τυνήσιος δράστης της επίθεσης στο Βερολίνο, παρότι είχε προγνωστικούς δείκτες που θα έπρεπε να σημάνουν συναγερμό, αφού εξέτισε την ποινή του στις ιταλικές φυλακές, αιτήθηκε προσφυγικού ασύλου στη Γερμανία και, όταν απορρίφθηκε το αίτημά του, δεν μπορούσε να απελαθεί λόγω έλλειψης επίσημων εγγράφων. Με όλα τα στοιχεία στη διάθεσή τους, οι Αρχές έπρεπε να προβούν σε προληπτικές ενέργειες αντί της παρακολούθησης. Το πρόβλημα μεγιστοποιείται τόσο από την αργή αντίδραση των δικαστικών αρχών όσο και την απροθυμία των χωρών καταγωγής να δεχθούν πίσω τους επαναπατρισθέντες. Γίνεται, μάλιστα, εντονότερο για όσους προέρχονται πραγματικά ή κατά δήλωσή τους από αποτυχημένα κράτη (π.χ. Λιβύη).

Επιπροσθέτως, εντοπίζονται τεχνικές αγκυλώσεις, όταν πληροφορίες που συγκεντρώνονται κατά την έρευνα πριν από την ποινική δίωξη ή σε αρχικό δικονομικό στάδιο δεν μπορούν εύκολα να διακινηθούν μεταξύ των κρατών-μελών. Πρώτον, πρέπει να έχουν δικονομικό βάρος και εγκυρότητα, με συνέπεια να γίνεται προσεκτική επιλογή. Δεύτερον, λόγω διαφορετικών νομικών καθεστώτων, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι μπορούν να αξιοποιηθούν κατάλληλα. Πρέπει να είναι συμβατά με τις δικονομικές αρχές απόδειξης, όχι μόνο της χώρας συλλογής αλλά και δικαστικής αξιοποίησής τους. Ιδιαίτερα ζητήματα νομιμότητας αφορούν και την ερευνητική διείσδυση στο Διαδίκτυο. Σε ορισμένα κράτη (π.χ. Αυστρία) δεν επιτρέπεται η συλλογή πληροφοριών με αλληλεπίδραση ή πλαστό προφίλ. Ετσι, υφίσταται δικονομικό ζήτημα για στοιχεία που έχουν συλλεγεί με άλλες μεθόδους. Από τη στιγμή που η συγκέντρωση πληροφοριών δεν έχει γίνει με βάση κοινά αποδεκτούς κανόνες, δυσχεραίνεται το έργο αστυνομικών και δικαστικών αρχών, ενώ προσφέρεται και η δυνατότητα προσβολής τους από τον νομικό εκπρόσωπο του κατηγορουμένου.

Αθροίζοντας στα παραπάνω τη φύση των επιθέσεων, τα διάτρητα σύνορα και την αδυναμία/απροθυμία συμπλήρωσης των προνοιών της Σένγκεν με μία ουσιαστική ένωση ασφάλειας, γίνεται αντιληπτό πως ο βαθμός έκθεσης της Ευρώπης έναντι της τρομοκρατικής απειλής θα παραμείνει υψηλός.

kathimerini.gr - γράφει οΟ δρ Κωνσταντίνος Φίλης 
διευθυντής Ερευνών του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων.