Τα «χαρτόζαρα», τα πούλια και το έθιμο - Όταν...οι τζογαδόροι κατάπιναν τα ζάρια για να αποφύγουν τη σύλληψη από την αστυνομία


Με τραπουλόχαρτα αλλά και πούλια ταβλιού αντί χρημάτων βρέθηκαν, προχθές το απόγευμα να παίζουν «πόκα» τέσσερις Αμπελωνίτες, οι οποίοι θέλησαν να τηρήσουν το «έθιμο» των ημερών.

Στήνοντας ένα παιχνίδι «για το καλό» στο «πνεύμα» των ημερών, αλλά συνελήφθησαν τελικά αφού για τον ίδιο λόγο, αυτές τις ημέρες, βρίσκονται σε εξέλιξη «στοχευμένες δράσεις» της ΕΛ.ΑΣ. «για την καταπολέμηση της διεξαγωγής παράνομων τυχερών παιγνίων».

Στην περίπτωση του Αμπελώνα, το κάθε τραπουλόχαρτο αντιστοιχούσε σε 0,10 ευρώ, ενώ το κάθε πούλι αντιστοιχούσε σε 0,50 ευρώ, μια επινόηση των παικτών προκειμένου να μη γίνεται αντιληπτό ότι παίζουν εμφανώς με χρήματα και μάλιστα δημοσίως, σε καφετέρια. Όχι τόσο για τους θαμώνες καθώς οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, γνωρίζουν περί τίνος πρόκειται αλλά για αυτοπροστασία σε περίπτωση εφόδου της ΕΛ.ΑΣ.

Η υπόθεση θύμισε επινοήσεις παικτών τη δεκαετία του ’80 και του ’90 στη Λάρισα, όπου σπίτια, γραφεία και καφενεία μετατρέπονταν σε «λέσχες», όπου έπαιζαν «μπαρμπούτι» όχι με ζάρια αλλά με τραπουλόχαρτα, τα λεγόμενα και «χαρτόζαρα».

«Πατέντα» Λαρισαίων παθιασμένων με τον τζόγο, μόνο και μόνο για να αποφύγουν τη σύλληψη η οποία δεν ήταν και το μεγαλύτερο πρόβλημά τους. Το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν ότι οι αστυνομικοί, στην αναμπουμπούλα της εφόδου και των συλλήψεων, ανακάτευαν τις κατασχεμένες τράπουλες και τα κέρδη της βραδιάς πήγαιναν… χαμένα.

Εκείνη την περίοδο οι φανατικοί έπαιζαν «μπαρμπούτι» με τσιλιαδόρους, οι αστυνομικοί έκαναν εφόδους έχοντας αντικλείδια ή σπάζοντας πόρτες και η «γκανιότα» για τις «λέσχες» ανερχόταν σε χιλιάδες ευρώ, τα κατασχεμένα σε εκατομμύρια δραχμές παλαιότερα. Το πάθος για τον τζόγο ισχυρό και στο επόμενο παιχνίδι, οι παίκτες έπαιρναν πρόσθετα μέτρα αυτοπροστασίας, μη μαρτυρώντας δηλαδή σε συγγενικά πρόσωπα πού θα πήγαιναν το βράδυ. Αφού δεν είναι λίγες οι φορές που η αστυνομία κλήθηκε να επέμβει μετά από… απαίτηση της συζύγου.

Σήμερα ο τζόγος έχει νομιμοποιηθεί και, με τις ευλογίες του κράτους, βρίσκεται σε κάθε σπίτι, μικρά παιδιά «ξύνουν» για την τύχη τους. Έτσι η «πόκα» απαγορεύεται σε σπίτια και καφενεία αλλά όχι στα καζίνο, τα «φρουτάκια» το ίδιο, το στοίχημα επίσης, αρκεί να γίνεται μέσω ιδιωτικών πλέον εταιριών όπως ο ΟΠΑΠ και όχι σε «παράνομες» ιστοσελίδες ενώ αναρίθμητα μέσα στοιχηματισμού και τζόγου επί της ουσίας διατίθενται από πλανόδιους.

ΔΙΑΤΑΓΜΑ
Η διάκριση μεταξύ τεχνικών, μικτών και τυχερών παιγνίων για πρώτη φορά γίνεται με Βασιλικό Διάταγμα την 28η Ιανουαρίου 1971. Διάταγμα που υπογράφει ο Κωνσταντίνος – Βασιλεύς των Ελλήνων και σύμφωνα με το οποίο «Τυχηρόν παίγνιον θεωρείται και πάν τεχνικόν ή μικτόν παίγνιον παραλλασσόμενον κατά τοιούτον τρόπον, ώστε κατά την διενέργειαν αυτού νά γίνηται χρήσις τών διά τά τυχηρά παίγνια, κατά τά κοινώς κρατοΰντα, μέσων και δη της καταθέσεως κεντρικού χρηματικοΰ κεφαλαίου (πάγκας), ώς έπίσης και πάν παίγνιον έκ της έκβάσεως τοΰ οποίου ωφελείται ό ιδιοκτήτης ή ό διευθυντής τοΰ κέντρου, ένθα τοΰτο διεξάγεται ή, τέλος, πάν παίγνιον εις ο πρόσωπα, μή πραγματικώς συμμετέχοντα αΰτοΰ κατά τά κοινώς παραδεδεγμένα, έξαρτούν έκ της έκβάσεώς του όφελος, διακυβεύοντα προς τοΰτο χρηματικάς ή άλλας αξίας ή στοιχηματίζοντα έπί της έκβάσεως τοΰ παιγνίου».
Εν ολίγοις, μια παρτίδα «Πόρτες» στο τάβλι θεωρείται τεχνικό παιχνίδι, αλλά αν υπάρχει και χρηματικό στοίχημα, μετατρέπεται σε τυχερό άρα και παράνομο. Το Βασιλικό Διάταγμα τροποποιήθηκε βεβαίως στη συνέχεια με διάφορους νόμους (2206/94, 2433/96 και 4002/11) με ρυθμίσεις για παίγνια που εντάσσονται στα τυχερά ή στα τεχνικά. Επί της ουσίας ο τζόγος γίνεται με τις ευλογίες του κράτους και θεωρείται παράνομος όπου η Πολιτεία δεν μπορεί να εισπράξει έσοδα από φορολόγηση. Με τους παίκτες να διώκονται από τις αρχές όχι επειδή τζογάρουν αλλά σε ποιο χώρο τζογάρουν.

ΕΠΙΝΟΗΣΕΙΣ
Η νομιμοποίηση του τζόγου έχει ως αποτέλεσμα να μειωθούν σήμερα οι «λέσχες», όχι πως δεν τηρείται το έθιμο με το παραδοσιακό «21» ξημερώματα της Πρωτοχρονιάς, ότι έχουν «εξαφανισθεί» οι φανατικοί του είδους.
Παλαιότεροι αστυνομικοί σημειώνουν στην «Ε» πως «οι εποχές έχουν αλλάξει» και πως «σήμερα δεν είναι τόσο έντονο το φαινόμενο». Υπενθυμίζοντας περιστατικά της δεκαετίας του ’80 και του ’90 τότε «που έπαιζαν με τσιλιαδιόρους», με τους αστυνομικούς να ανοίγουν με αντικλείδια, να «χτυπάνε» πόρτες με συνθηματικό τρόπο ή και να «σπάνε» πόρτες, εισβάλλοντας σε διαμερίσματα, γραφεία και καταστήματα που «λειτουργούσαν» ως «λέσχες».
Οι δικαιολογίες των συλληφθέντων ήταν απίστευτες αφού «κανένας παίκτης» δεν παραδεχόταν ότι έπαιζε. «Όλοι έλεγαν ότι πήγαιναν να δούνε άλλους που έπαιζαν, πάντα κάποιοι άλλοι έπαιζαν» τονίζουν συνταξιούχοι σήμερα αστυνομικοί.
Οι οποίοι θυμούνται παίκτες να «καταπίνουν τα ζάρια» για να εξαφανίσουν τα «πειστήρια» του «εγκλήματος» ή να τα κρύβουν στα εσώρουχά τους.
Η σπουδαιότερη επινόηση Λαρισαίων που έπαιζαν «μπαρμπούτι» ήταν τα «χαρτόζαρα». Όπου οι παίκτες διατηρούσαν τα φύλλα της τράπουλας, όπως το «1», το «2», το «3», το «5» και το «6» που αντιστοιχούσαν στις πλευρές του ζαριού, πετούσαν τα φύλλα με τον αριθμό «7» και «βάφτιζαν» με αριθμούς από το 1 έως το 6,τα φύλλα με τους αριθμούς «8», «9», «10», τον «βαλέ, την «ντάμα» και το «ρήγα» αντίστοιχα. Τα φύλλα έσκαγαν ανά δυο στο τραπέζι και έτσι έβγαιναν, οι επιθυμητές 3άρες, 5άρες, 6άρες κλπ.
Τέτοιους ευφάνταστους παίκτες μόνο μυημένοι αστυνομικοί μπορούσαν να εντοπίσουν αφού στο τραπέζι υπήρχαν και άλλες τράπουλες. Οι ίδιοι μυημένοι αστυνομικοί έπρεπε στη συνέχεια να εξηγήσουν και στους δικαστικούς λειτουργούς ότι οι συλληφθέντες έπαιζαν «μπαρμπούτι» και όχι ένα οποιοδήποτε χαρτοπαίγνιο.
Το χειρότερο για τους παίκτες δεν ήταν η σύλληψη αφού γνώριζαν πως ρίσκαραν, αλλά ότι οι τράπουλες κατάσχονταν. Συχνά σκοπίμως από τους επιλαμβάνοντες αστυνομικούς, καθώς οι παίκτες «σφύριζαν αδιάφορα», με αποτέλεσμα να χάνονται τα κέρδη της βραδιάς. Το χειρότερο χτύπημα…
Οι ίδιοι οι αστυνομικοί θυμούνται και τα «αυτοσχέδια» τραπέζια, αφού για να μην χάνονται τα ζάρια, οι παίκτες – σε μια περίπτωση – βρέθηκε να χρησιμοποιούν ένα ιμάντα κινητήρα αυτοκινήτου. Δεν ήταν απαραίτητο επίσης να παίζονται και χρήματα καθώς υπήρχαν και ζαριές με εμπορεύματα της επιχείρησης για παράδειγμα που διέθετε κάποιος παίκτης. Ούτε έφεραν αντίρρηση γι’ αυτό οι συμπαίκτες του.
Στην πράσινη τσόχα έχουν βεβαίως κατασχεθεί «λίρες, πεντόλιρα, δολάρια, χρυσαφικά και εκατομμύρια δραχμές» όπως υπενθυμίζουν αστυνομικοί, με τη «γκανιότα» (σ.σ. τα κέρδη της λέσχης) το ξημέρωμα που το «διέλυαν» οι παίκτες να ανέρχεται ακόμη και σε 20.000 ευρώ. Τα ποσά που έπαιζαν οι φανατικοί του τζόγου ήταν υψηλά σε πολλές περιπτώσεις, γι’ αυτό και δεν ήταν λίγες οι φορές που σύζυγοι των παικτών, τηρώντας το «απόρρητο», ζητούσαν από την αστυνομία να επέμβει για να μην χαθούν περιουσίες…

Β.Κακκαράς - eleftheria.gr