Αν επιστρέψω στην Τουρκία θα με πετάξουν σ' ένα κελί να σαπίσω

Ο Μεχμέτ Ακάγια σε παλαιότερες ευτυχισμένες στιγμές με τα παιδιά του. «Φοβάμαι για την οικογένειά μου που μένει ακόμα στην Τουρκία» είπε στο «Εθνος της Κυριακής».
«Την Κυριακή 9 Οκτωβρίου, έξι αστυνομικοί χτύπησαν την πόρτα του σπιτιού μου και με συνέλαβαν. Κατέσχεσαν τηλέφωνα, τάμπλετ, usb στικάκια, υπολογιστές, μέχρι και τα
βιβλία που διάβαζα. Με οδήγησαν στις φυλακές της Κωνσταντινούπολης και μ' έβαλαν σ' ένα κελί μαζί με δικαστές, εισαγγελείς, αξιωματικούς, κυρίως μορφωμένους ανθρώπους. Μέσα στις δέκα ημέρες που ήμουν φυλακισμένος, είδα ανθρώπους που βασανίστηκαν από τους φρουρούς.

Εναν συγκρατούμενό μου τον είχαν επί τρεις ημέρες πισθάγκωνα δεμένο σε καρέκλα, δίνοντάς του μόνο νερό με ζάχαρη - απλά για να τον κρατήσουν ζωντανό. Οταν με πήγαν στον αρχηγό της αστυνομίας και ρώτησα γιατί με συνέλαβαν, έμαθα ότι ο φάκελός μου ήταν μυστικός και δεν μπορούσα να λάβω γνώση της δικογραφίας. Το μόνο που μου είπε ήταν ?κατηγορείσαι για απόπειρα δολοφονίας του προέδρου της Τουρκικής Δημοκρατίας, Ταγίπ Ερντογάν, και κατάλυση της Δημοκρατίας της Τουρκίας?. Τα 'χασα».

Συγκλονίζει η αφήγηση του καρδιολόγου Μεχμέτ Ακάγια, θύματος των μαζικών εκκαθαρίσεων που ξεκίνησαν μετά την απόπειρα πραξικοπήματος στην Τουρκία. Από τη μία στιγμή στην άλλη, είδε να παγώνουν όλα τα περιουσιακά στοιχεία του, το διαβατήριό του να ακυρώνεται, να φυλακίζεται και να κυνηγιέται από τις τουρκικές Αρχές κατηγορούμενος για απόπειρα δολοφονίας του Ερντογάν (!), ως πραξικοπηματίας και γκιουλενιστής.

Σε μία στιγμή απόγνωσης πλήρωσε δουλεμπόρους που μεταφέρουν πρόσφυγες στα ελληνικά νησιά και ήρθε στη Ρόδο. Με σκοπό να ταξιδέψει σε συγγενείς του στη Γερμανία, έφτασε μέχρι την Ηγουμενίτσα, όπου σχεδόν παραδόθηκε στις ελληνικές Αρχές.

Την περασμένη εβδομάδα η υπόθεσή του εξετάστηκε από την Εισαγγελία Θεσσαλονίκης και αφέθηκε ελεύθερος ώσπου να εξεταστεί η αίτηση πολιτικού ασύλου που κατέθεσε στη χώρα μας.

«Φοβάμαι ότι αν επιστρέψω στην Τουρκία θα με πετάξουν σ' ένα κελί και θα σαπίσω εκεί περιμένοντας για χρόνια να γίνει η δίκη. Δεν μπορώ να ρισκάρω τη ζωή μου, φοβάμαι για την οικογένειά μου που μένει ακόμα στην Τουρκία», λέει στο «Εθνος της Κυριακής».

Σε μία βραδιά
Ο δρ Ακάγια είδε τη ζωή του να καταστρέφεται μέσα σε μία βραδιά. Οπως λέει, όταν έγινε η απόπειρα πραξικοπήματος ήταν σε μία καφετέρια κοντά στο σπίτι του στην Κωνσταντινούπολη. Χάζευε στο Ιντερνετ όταν είδε την είδηση ότι στρατιώτες είχαν κλείσει γέφυρες και κάτι συνέβαινε στους δρόμους της πόλης. Ανήσυχος έφυγε με κατεύθυνση το σπίτι του, ώστε να αισθάνεται ασφαλής. Από την τηλεόραση παρακολούθησε τις δραματικές στιγμές που εκτυλίσσονταν στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης.

Το επόμενο πρωί σηκώθηκε να πάει στη δουλειά και όλα έμοιαζαν κανονικά. Σκεφτόταν ότι είχε κλεισμένα ραντεβού με ασθενείς για επεμβάσεις και θεραπείες. Το νοσοκομείο έμεινε κλειστό τις μέρες μετά την απόπειρα πραξικοπήματος και ο δρ Ακάγια επέστρεψε σπίτι του.

Τηλεφώνησε στη σύζυγό του, που μένει στην πόλη Μανίσα, και την καθησύχασε ότι είναι καλά και δεν κινδυνεύει. Μερικές ημέρες μετά επέστρεψε και στην εργασία του και η κατάσταση έδειχνε να έχει εκτονωθεί. Μολονότι οι μαζικές φυλακίσεις πολιτών και η πρόταση για επαναφορά της θανατικής ποινής μονοπωλούσαν τα πρωτοσέλιδα του διεθνούς Τύπου, για τους πολίτες της Τουρκίας ήταν μία πραγματικότητα που έχουν συνηθίσει τα τελευταία χρόνια.

Η μεγάλη απόφαση
Ετσι, μετά την περιπέτειά του με τους ανακριτές στην Τουρκία και την επαπειλούμενη φυλάκιση (όπως μπορείτε να διαβάσετε στη διπλανή σελίδα) πήρε την απόφαση της φυγής: «Πανικοβλήθηκα. Δεν ήξερα τι να κάνω. Φοβόμουν ότι θα σαπίσω σ' ένα κελί. Ευτυχώς η δικαστής που μ' είχε αφήσει ελεύθερο απέρριψε το αίτημα του εισαγγελέα.

Ομως, ήξερα ότι δεν θα μ' άφηναν ήσυχο. Λίγο καιρό μετά, με ξαναπήρε ο δικηγόρος μου για να μου πει ότι ο εισαγγελέας θα παρέκαμπτε τη δικαστή και θα πήγαινε σε ανώτερο δικαστήριο για να βγάλει ένταλμα σύλληψής μου. Εκεί τα έχασα. Μάζεψα τα πράγματά μου και πήγα στο αεροδρόμιο της Κωνσταντινούπολης. Στον έλεγχο διαβατηρίων μου είπαν ότι το διαβατήριό μου έχει ακυρωθεί και μου το κράτησαν. Ημουν πλέον σε πανικό και έτρεμα από τον φόβο μου.

Εψαξα στο Ιντερνετ τρόπους για να ταξιδέψω στην Ελλάδα. Πήγα στη Μαρμαρίδα και συνάντησα κάποιους ανθρώπους.

Προφανώς δουλεμπόρους, που διακινούν πρόσφυγες και μετανάστες. Με έβαλαν σε μία φουσκωτή βάρκα μαζί με περίπου 15 άτομα και ξεκινήσαμε για τη Ρόδο. Ηταν πίσσα σκοτάδι. Ευτυχώς ο καιρός ήταν καλός και δεν είχαμε προβλήματα. Εμεινα στη Ρόδο για μία μέρα και μετά πήρα το πλοίο της γραμμής για Αθήνα. Από εκεί πήρα ταξί και πήγα στην Ηγουμενίτσα», λέει ο Τούρκος καρδιολόγος.

Χωρίς να έχει παρανομήσει ποτέ στη ζωή του, ο δρ Ακάγια θεώρησε... καλό να πάει στους λιμενικούς στην Ηγουμενίτσα και να δηλώσει πολιτικός πρόσφυγας που δεν είχε διαβατήριο. «Ρώτησα έναν αξιωματικό του Λιμενικού πώς θα μπορούσα να μπω στο πλοίο για Ιταλία.

Του εξήγησα ότι είμαι γιατρός και ότι με κυνηγούσαν στην Τουρκία μετά την απόπειρα πραξικοπήματος και κινδύνευε η ζωή μου, αλλά με συνέλαβε γιατί όταν μου ζήτησε διαβατήριο απάντησα ότι μου το είχαν ακυρώσει. Δεν έχω κάνει ποτέ κάτι παράνομο στη ζωή μου, οπότε δεν ήξερα και είπα την αλήθεια στον αξιωματικό.

Με πήγαν στη φυλακή, μου συμπεριφέρθηκαν με σεβασμό και πολύ καλά, αλλά ήμουν φυλακισμένος. Θα ήθελα να μείνω στην Ελλάδα, είμαι πολιτικός πρόσφυγας, οι κατηγορίες σε βάρος μου είναι ψευδείς, θέλω να ασκήσω την Ιατρική εδώ, να βοηθώ ασθενείς, να υπηρετήσω τον ελληνικό λαό.

Είμαι απλά ένας γιατρός που θέλει να έχει τους ασθενείς του και να επανενωθώ με την οικογένειά μου. Να μείνω στην Ελλάδα για πολλά χρόνια», λέει στο «Εθνος της Κυριακής» ο δρ Ακάγια.

ΑΝΑΚΡΙΣΗ ΓΙΑ ΚΛΑΜΑΤΑ
«Ποιος σου έδωσε εντολή να ανοίξεις λογαριασμό;»

Η περιπέτειά του με τις τουρκικές Αρχές άρχισε το φθινόπωρο. «Στις 8 Οκτωβρίου πήγα στο γραφείο μου για προγραμματισμένες εξετάσεις με ασθενείς. Την επόμενη μέρα, ήταν Κυριακή θυμάμαι, έξι αστυνομικοί χτύπησαν την πόρτα του σπιτιού μου. Μου είπαν ότι έχουν ένταλμα για τη σύλληψή μου και κατέσχεσαν τα πάντα. Κοίταξαν μέχρι και τη βιβλιοθήκη μου να δουν τι βιβλία είχα, αλλά δεν βρήκαν κάτι. Με πήγαν στη φυλακή στην Κωνσταντινούπολη και το μόνο που μου είπαν ήταν ότι η υπόθεσή μου αφορούσε την περίοδο 2008 - 2012 και ότι τα εγκλήματα είχαν γίνει σε άλλη πόλη.

Οι φυλακές ήταν γεμάτες με στρατιωτικούς, εισαγγελείς, δικαστικούς, κρατικούς λειτουργούς. Με κράτησαν εκεί δύο ημέρες και μετά με μετέφεραν σε άλλη φυλακή εκτός πόλης. Βρέθηκα με 43 γιατρούς, με τους οποίους είχα δουλέψει στο παρελθόν», λέει στο «Εθνος της Κυριακής» ο δρ Ακάγια.

Καταιγισμός
Στη συνέχεια τον οδήγησαν στον αρχηγό της αστυνομίας, όπου δέχθηκε καταιγισμό ερωτήσεων σχετικά με το εάν είναι οπαδός του Γκιουλέν και αν έχει διαβάσει τα βιβλία του. Τους απάντησε ότι δεν παρακολουθεί τις εξελίξεις στην πολιτική και ο αρχηγός της αστυνομίας εμφανίστηκε καθησυχαστικός. «Λογικά δεν πρέπει να έχεις πρόβλημα. Ολα δείχνουν καλά. Πες μου όμως, έχεις λογαριασμό στην τράπεζα BankAsia;», ρώτησε ο αστυνομικός τον δρ Ακάγια.

«Μολονότι του εξήγησα πως είχα ανοίξει λογαριασμό στη συγκεκριμένη τράπεζα γιατί είχε υποκατάστημα δίπλα στο σπίτι μου, με ρώτησε ποιος μου έδωσε εντολή να ανοίξω λογαριασμό στη συγκεκριμένη τράπεζα που οι ιδιοκτήτες της είναι υποστηρικτές του Γκιουλέν. Εκείνη τη στιγμή άρχισα να θορυβούμαι. Απάντησα ότι δεν παρακολουθώ τις πολιτικές εξελίξεις, δεν ήξερα ποιοι είναι οι ιδιοκτήτες της τράπεζας και ποιον υποστήριζαν και ότι κανένας δεν με διέταξε. Η τράπεζα ήξερα ότι ήταν κρατική και ήταν δίπλα στο σπίτι μου». Οι εξηγήσεις του δρ Ακάγια δεν έπεισαν όμως τον αρχηγό της αστυνομίας και έτσι οδηγήθηκε στο δικαστήριο κατηγορούμενος για απόπειρα δολοφονίας του Ερντογάν.

Η δικαστής άκουσε την απολογία του και έκρινε ότι έπρεπε να αφεθεί ελεύθερος. Ο Τούρκος καρδιολόγος αισθάνθηκε ότι η τύχη τού χαμογελά. Ελεύθερος επέστρεψε σπίτι του, προσπαθώντας να συνέλθει. Μία εβδομάδα μετά, τον πήρε τηλέφωνο ο δικηγόρος του και τον ενημέρωσε ότι ο εισαγγελέας ζητούσε εκ νέου τη σύλληψή του. Τότε άρχισαν οι σκέψεις της απόδρασης που τον έφεραν στην Ελλάδα...


ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΜΠΙΝΤΕΛΑΣ
bidelas@pegasus.gr
ΕΘΝΟΣ
.